| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38646 | παρασιτοκτόνος | , ος, ο πα-ρα-σι-το-κτό-νος επίθ. (λόγ.): που σκοτώνει τα παράσιτα. Βλ. -κτόνος. ● Ουσ.: παρασιτοκτόνο (το): ΦΑΡΜΑΚ. χημικό παρασκεύασμα για την καταπολέμηση παρασίτων: συνθετικά ~α. Βλ. -κτόνο. [< γαλλ.-αγγλ. parasiticide] | |
| 38647 | παρασιτολογία | πα-ρα-σι-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των παρασίτων καθώς και με την επίδρασή τους στον ανθρώπινο οργανισμό. Βλ. -λογία. [< γαλλ. parasitologie, αγγλ. parasitology] | |
| 38648 | παρασιτολογικός | , ή, ό πα-ρα-σι-το-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παρασιτολογία: ~ή: εξέταση κοπράνων. [< γαλλ. parasitologique, αγγλ. parasitological] | |
| 38649 | παράσιτος | , η, ο πα-ρά-σι-τος επίθ.: που ζει σε βάρος άλλου: ~οι: οργανισμοί (= παρασιτικοί). [< πβ. αρχ. παράσιτος ‘ομοτράπεζος, συντηρούμενος’, γαλλ. parasite] | |
| 38650 | παρασιτώ | [παρασιτῶ] πα-ρα-σι-τώ ρ. (αμτβ.) {παρασιτ-εί ..., -ώντας}: ζω παρασιτικά· επιβαρύνω κάποιον άλλο: Μικροοργανισμός που ~εί στο ανοσοποιητικό σύστημα. Φυτό που ~εί σε δέντρα ή θάμνους (βλ. παρασιτικά φυτά).|| (μτφ.) Ομάδες πληθυσμού που ~ούν σε βάρος της κοινωνίας. [< αρχ. παρασιτῶ, γαλλ. parasiter, αγγλ. parasite] | |
| 38651 | παρασίτωση | πα-ρα-σί-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. προσβολή ή μόλυνση από παράσιτα: ~ του εντέρου (= ταινίαση). Βλ. απο~, φθειρίαση. [< αγγλ. parasitosis, γαλλ. parasitose, 1933] | |
| 38652 | παρασιώπηση | πα-ρα-σιώ-πη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σκόπιμη συνήθ. απόκρυψη γεγονότων, στοιχείων: ~ εγκλημάτων. Η ~ της αλήθειας. ΣΥΝ. αποσιώπηση (1) [< μτγν. παρασιώπησις] | |
| 38653 | παρασιωπώ | [παρασιωπῶ] πα-ρα-σι-ω-πώ ρ. (μτβ.) {παρασιωπ-ά ..., -ώντας | παρασιώπ-ησα, -άται, -ήθηκε, -ημένος, -ώμενος (λόγ.): δεν αναφέρω κάτι, συνήθ. σκόπιμα, αποσιωπώ, αποκρύπτω: ~ την αλήθεια/πληροφορίες. ~άται το γεγονός ότι/πως ... ~άται η προσφορά/συμβολή του στον αγώνα. ~ώντας σημαντικά στοιχεία, ο Τύπος συχνά παραπληροφορεί την κοινή γνώμη. [< αρχ. παρασιωπῶ] | |
| 38654 | παρασκευάζω | πα-ρα-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {παρασκεύα-σα, παρασκευά-στηκε, -σμένος, παρασκευάζ-οντας} (επίσ.): φτιάχνω, ετοιμάζω κάτι με ανάμειξη διαφόρων συστατικών: ~ γλυκά/κρασί/μπίρα. ~σμένα: προϊόντα/τρόφιμα. Γιαούρτι που ~εται από φρέσκο γάλα αγελάδας. Ψωμί που ~εται από/με σιτάρι. Παγωτό ~σμένο από/με αγνά υλικά.|| ~ουν εμβόλια/φάρμακα κατά της γρίπης. Πβ. παράγω. Βλ. προ~. [< αρχ. παρασκευάζω, γαλλ. préparer] | |
| 38655 | παρασκεύασμα | πα-ρα-σκεύ-α-σμα ουσ. (ουδ.) {παρασκευάσμ-ατα} 1. (επίσ.) προϊόν ή μείγμα: αρωματικό/υγρό ~. Αλκοολούχα/βιταμινούχα/εμπορικά/καλλυντικά/φαρμακευτικά/φυτικά/χημικά ~ατα. ~ατα κρεάτων/λαχανικών/φρούτων. ~ατα διατροφής. Πβ. σκεύασμα. 2. ΙΑΤΡ. τμήμα του ανθρώπινου οργανισμού κατάλληλα επεξεργασμένο, ώστε να μελετηθεί επιστημονικά: εγχειρητικό ~. Ιστολογικά/μικροβιολογικά ~ατα. [< αρχ. παρασκεύασμα ‘προπαρασκευή, τακτοποίηση’, γαλλ. préparation] | |
| 38656 | παρασκευαστήριο | πα-ρα-σκευ-α-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ειδικός χώρος για την παρασκευή προϊόντων: ~ εδεσμάτων. Βλ. -τήριο. | |
| 38657 | παρασκευαστής | πα-ρα-σκευ-α-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. παρασκευάστρια} 1. αυτός που παρασκευάζει κάποιο προϊόν: ~ κρασιού/φαρμάκων.|| (ειδικότ., για μηχάνημα) ~ άρτου/ζυμαρικών.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. 2. βοηθός επιστημονικού εργαστηρίου, κυρ. βιολογικού, ιατρικού, χημικού. [< 1: αρχ. παρασκευαστής, γαλλ. préparateur] | |
| 38658 | παρασκευαστικός | , ή, ό πα-ρα-σκευ-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παρασκευή προϊόντος: ~ή: διαδικασία/εργασία/πρακτική. ~ό: στάδιο. Βλ. προ~. [< αρχ. παρασκευαστικός ‘ικανός να προετοιμάζει, που παράγει’] | |
| 38659 | Παρασκευή1 | Πα-ρα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): η έκτη ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή) και πέμπτη εργάσιμη. Βλ. Δευτέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Παρασκευή (συντομ. Μ. Παρασκευή): ΕΚΚΛΗΣ. η Παρασκευή της Μεγάλης Εβδομάδας, κατά την οποία γίνεται η περιφορά του Επιταφίου. ● ΦΡ.: Παρασκευή και δεκατρείς (ενν. του μηνός): άτυχη, γρουσούζικη ημέρα σύμφωνα με δοξασία. Πβ. Τρίτη και δεκατρείς., σαν τη Μεγάλη Παρασκευή (μτφ.-ειρων., για πρόσ.): λυπημένος, θλιμμένος: Τι έχεις πάθει και είσαι ~ ~; [< μτγν. Παρασκευή] | |
| 38660 | παρασκευή2 | πα-ρα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ετοιμασία ή παραγωγή: ~ καφέ/κρασιού/ψωμιού. ~ γλυκών/τροφίμων/φαρμάκων (πβ. δημιουργία). Εργαστήριο ~ής γαλακτομικών προϊόντων.|| Χημική ~. ~ διαλυμάτων/εμβολίων/καλλυντικών. Βλ. προ~. [< αρχ. παρασκευή, γαλλ. préparation] | |
| 38661 | παρασκευιάτικος | , η, ο πα-ρα-σκευ-ιά-τι-κος επίθ. (προφ.): που συμβαίνει την Παρασκευή: ~η: έξοδος. Βλ. δευτερ-, τεταρτ-ιάτικος. ● επίρρ.: παρασκευιάτικα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) | |
| 38662 | Παρασκευοσαββατοκύριακο | Πα-ρα-σκευ-ο-σαβ-βα-το-κύ-ρια-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (νεαν. αργκό) ΠουΣουΚού: η Παρασκευή, κυρ. από το μεσημέρι και μετά, και το Σαββατοκύριακο μαζί: (ευχετ.) Καλό ~. Βλ. τριήμερο. | |
| 38663 | παρασκηνιακός | , ή, ό πα-ρα-σκη-νι-α-κός επίθ. 1. (μτφ.) που γίνεται στα κρυφά, μυστικός: ~ός: ρόλος. ~ή: δράση/συμφωνία/συνεννόηση. ~ές: διαβουλεύσεις/διαπραγματεύσεις/διεργασίες/ενέργειες/εξελίξεις/επαφές/ζυμώσεις/κινήσεις/πιέσεις/συζητήσεις. ~ά: παιχνίδια. Πβ. κρυφός, υπόγειος.|| (κατ' επέκτ., που αναφέρεται σε γεγονότα του παρασκηνίου:) ~ή: στήλη εφημερίδας. ~ό: ρεπορτάζ. 2. (σπάν.) που σχετίζεται με τα παρασκήνια θεάτρου: ~ός: χώρος. ● επίρρ.: παρασκηνιακά | |
| 38664 | παρασκήνιο | πα-ρα-σκή-νι-ο ουσ. (ουδ.) {παρασκηνί-ου | -ων} (μτφ.): αφανείς, κρυφές δραστηριότητες, διαδικασίες ή διαβουλεύσεις που συνήθ. επηρεάζουν τις επίσημες εξελίξεις: αθλητικό/διπλωματικό/οικονομικό/πολιτικό ~. Βρόμικο/πλούσιο/σκοτεινό ~. Το ~ του αγώνα/των διαπραγματεύσεων/των εκλογών/των εξελίξεων/της σύγκρουσης. Δρουν στο ~ (= παρασκηνιακά, πίσω από τις κουίντες· βλ. στο περιθώριο). Όλο το ~ της συνάντησης των υπουργών. Το ~ πίσω από την παραίτηση της κυβέρνησης. Υπάρχει έντονο ~ γύρω από/σε αυτή την υπόθεση. Το ρεπορτάζ ρίχνει φως στο ~ των γεγονότων. Πβ. ντεσού.|| (κατ' επέκτ.) Εφαρμογή/λογισμικό που λειτουργεί στο ~. ΣΥΝ. παραλειπόμενα ΑΝΤ. προσκήνιο (1) ● παρασκήνια (τα): ΘΕΑΤΡ. μέρος συνήθ. θεάτρου που βρίσκεται πλάγια ή/και πίσω από τη σκηνή και δεν είναι ορατό από τους θεατές∙ κατ' επέκτ. ό,τι συμβαίνει πίσω από τη σκηνή ή την κάμερα: Πήγαμε στα ~ και ζητήσαμε αυτόγραφα από τους ηθοποιούς. Βλ. καμαρίνι.|| Τα ~ των γυρισμάτων/της εκπομπής/της ταινίας/της φωτογράφισης. [< αρχ. παρασκήνιον, γαλλ. coulisse(s)] | |
| 1815 | Παρασκήνιο | [ἀκροβασία] α-κρο-βα-σί-α ουσ. (θηλ.) & ακροβατισμός (ο) 1. η τέχνη, οι ασκήσεις του ακροβάτη και γενικότ. κάθε επικίνδυνη ενέργεια που απαιτεί επιδεξιότητα: ριψοκίνδυνη ~. Εκτέλεση/επίδειξη ~ών.|| Αεροπορικές/χορευτικές ~ες. Βλ. -βασία. 2. (μτφ.) παράτολμη σκέψη ή ενέργεια που δεν ακολουθεί την πεπατημένη (για λόγους εντυπωσιασμού) ή ισορροπεί μεταξύ αντίθετων καταστάσεων: (ιδεο)λογική/νοητική/νομική/πολιτική/σκηνοθετική ~. Εικαστικές/επιστημονικές/ερμηνευτικές/μουσικές ~ες. ~ της σκέψης/φαντασίας. Το έργο είναι μια διαρκής ~ ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα. Πβ. σχοινοβασία. ● ΣΥΜΠΛ.: λεκτικές/ρητορικές ακροβασίες (μτφ.): εντυπωσιακά λόγια χωρίς λογική βάση, σοφιστείες: λόγος γεμάτος ασάφειες και ~ ~. Επιδίδεται/καταφεύγει σε επιδέξιες ~ ~. ● ΦΡ.: ακροβασία σε τεντωμένο σχοινί 1. (μτφ.) επικίνδυνη κατάσταση με απρόβλεπτες συνέπειες: Το πολιτικό και οικονομικό παιχνίδι μοιάζει με ~ ~. 2. σχοινοβασία. [< γαλλ. acrobatie, αγγλ. acrobatism] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ