Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39260-39280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38665παρασκιάπα-ρα-σκι-ά ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. ζώνη με μερική σκιά που σχηματίζεται πίσω από αδιαφανές σώμα, το οποίο εμποδίζει την πλήρη διέλευση των ακτίνων φωτεινής πηγής: είσοδος της Σελήνης στην ~ της Γης. [< γαλλ. pénombre]
38666παρασολέιγπα-ρα-σο-λέ-ιγ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΩΤΟΓΡ. εξάρτημα φωτογραφικής μηχανής που τοποθετείται μπροστά από τον φακό, προστατεύοντάς τον από την υπέρυθρη ηλιακή ακτινοβολία. Πβ. σκιάδιο. Βλ. αλεξήλιο. [< γαλλ. pare-soleil, 1914]
38667παρασόλιπα-ρα-σό-λι ουσ. (ουδ.) & παρασόλ {άκλ.} (παρωχ.): ομπρέλα για τον ήλιο. ΣΥΝ. αλεξήλιο (2), ομπρελίνο [< ιταλ. parasole]
38668παράσπιτοπα-ρά-σπι-το ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μικρό και βοηθητικό κτίσμα δίπλα στο κυρίως οίκημα.
38669παρασπονδίαπα-ρα-σπον-δί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ενέργεια που αποτελεί αθέτηση, παραβίαση νόμου, συμφωνίας ή παρέκκλιση από κάποιο πρόγραμμα: πολιτική ~. Τήρηση του διαιτολογίου κατά γράμμα, χωρίς την παραμικρή ~.|| Ερωτικές ~ες (πβ. απιστία, κουτσουκέλα).
38670παράσπονδος, η, ο πα-ρά-σπον-δος επίθ./ουσ. (λόγ.): (για πρόσ.) που έχει διαπράξει παρασπονδία· που αποτελεί παρασπονδία: Πβ. επίορκος.|| Η ~η σφαγή των αμάχων. [< αρχ. παράσπονδος]
38671παρασπονδυλικός, ή, ό πα-ρα-σπον-δυ-λι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται κοντά στη σπονδυλική στήλη: ~ά: γάγγλια. [< αγγλ. juxtaspinal]
38672παρασπονδώ[παρασπονδῶ] πα-ρα-σπον-δώ ρ. (αμτβ.) {παρασπονδ-εί | παρασπόνδ-ησε} (λόγ.): αθετώ, παραβιάζω συμφωνία, συνθήκη: Χώρα που ~εί έναντι άλλης. [< αρχ. παρασπονδῶ]
38673παραστάδαπα-ρα-στά-δα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. τετράγωνη κολόνα ή δοκός συνήθ. σε πόρτα ή παράθυρο. Πβ. παραστάτης. [< αρχ. πληθ. παραστάδες]
38674παρασταίνωβλ. παριστάνω
38675παράστασηπα-ρά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. παρουσίαση θεάματος, συνήθ. θεατρικού έργου, στο κοινό· συνεκδ. το ίδιο το θέαμα: θεατρική/μουσική/χορευτική ~. Ανατρεπτική/εντυπωσιακή/επιτυχημένη/ερασιτεχνική/πειραματική/πρωτοποριακή ~. Παιδικές/σχολικές ~άσεις. ~ θεάτρου σκιών/κουκλοθέατρου/μπαλέτου. Ακύρωση/ανέβασμα/κριτική/παρουσίαση/προετοιμασία ~ης. Η αφίσα/η διάρκεια/η πρεμιέρα/το πρόγραμμα/οι συντελεστές/ο τίτλος/οι χορηγοί της ~ης. ~άσεις τσίρκου. Παράταση/ώρες ~άσεων. Για λίγες ακόμη ~άσεις. Για περιορισμένο αριθμό ~άσεων. Η ~ ανέβηκε/αρχίζει στις ... Τα έσοδα της ~ης θα διατεθούν για φιλανθρωπικό σκοπό. Παρακολούθησα την/πήγα στην απογευματινή/βραδινή ~. Σκηνοθετώ την/συμμετέχω στην ~. Πήρα εισιτήρια για την ~. Θα δώσουν μία και μοναδική (θεατρική) ~. 2. αναπαράσταση, απεικόνιση· (ιδ.-συνεκδ.) το συγκεκριμένο σχέδιο ή καλλιτέχνημα: αγιογραφική ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ανάγλυφες (βλ. ζωφόρος)/ζωγραφικές (βλ. τοιχογραφία) ~άσεις. Στο κέντρο/στο μέσο της ~ης, ... ~άσεις αγγείων/νομισμάτων. Αρχαίες ~άσεις κυνηγιού/από την καθημερινή ζωή. Ευρήματα με/που φέρουν θρησκευτικές/μυθολογικές/συμβολικές ~άσεις.|| Εικονική/σχηματική/τρισδιάστατη ~ αντικειμένου.|| Αριθμητικές/λογικές ~άσεις. 3. (επίσ.) εμφάνιση, παρουσία προσώπου με συγκεκριμένη ιδιότητα σε κάποιο χώρο ή διαδικασία: (ΝΟΜ.) δικαστική ~. Υποχρεωτική ~ δικηγόρου. ~ διαδίκου/μάρτυρα. Δήλωση ~ης πολιτικής αγωγής.|| Δικαίωμα ~ης και ψήφου σε γενική συνέλευση.παραστάσεις (οι) 1. ΦΙΛΟΣ. -ΨΥΧΟΛ. εικόνες, εντυπώσεις που προκαλούνται από εξωτερικά ερεθίσματα και διατηρούνται στη συνείδηση και μετά την εξαφάνισή τους: ακουστικές/μνημονικές/οπτικές/φανταστικές ~. Συνειρμική ανάπλαση ~άσεων. Βλ. εποπτεία.|| (προφ.) Πήγαμε ένα ταξιδάκι, για αλλαγή ~άσεων. 2. (επίσ., κυρ. στη διπλωματία) γραπτή ή προφορική έκφραση διαμαρτυρίας: Η κυβέρνηση προέβη σε ~ προς την πρεσβεία της ... Πβ. διάβημα. ● Υποκ.: παραστασούλα (η): σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: αλγεβρική παράσταση: ΜΑΘ. έκφραση στην οποία εκτός από αριθμούς περιέχονται και μεταβλητές: απλοποίηση/αριθμητική τιμή/παραγοντοποίηση ~ής ~ης., γραφική παράσταση: ΜΑΘ. σχηματική απεικόνιση σε σύστημα συντεταγμένων, που παίρνουν συγκεκριμένες τιμές· διάγραμμα: ~ ~ εξίσωσης/ευθείας/συνάρτησης. Πβ. γράφημα. [< γαλλ. représentation graphique] , έξοδα παραστάσεως/παράστασης: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αποζημίωση, επίδομα που καταβάλλεται σε ορισμένα πρόσωπα, τα οποία, λόγω του αξιώματός τους, υποχρεούνται να παρίστανται σε Αρχές ή συμβούλια: ~ ~ Δημάρχων/Κοσμητόρων/Πρυτάνεων. ~ ~ του Προέδρου της Δημοκρατίας/Πρωθυπουργού. ~ ~ και έξοδα μετακίνησης. [< γαλλ. frais de représentation] , παράσταση διαμαρτυρίας: συγκέντρωση σε ένδειξη διαμαρτυρίας ή με σκοπό την προβολή συγκεκριμένων αιτημάτων: μαζική ~ ~. Στάση εργασίας και ~ ~. Πραγματοποίησαν ~ ~ έξω από το Υπουργείο., παράσταση νίκης: ερώτημα δημοσκόπησης για το ποιος πιστεύει ο κάθε ερωτώμενος ότι θα είναι ο νικητής των επόμενων εκλογών, ανεξάρτητα από το τι θα ψηφίσει εκείνος: Στην ~ ~, το κόμμα ... προηγείται με/συγκεντρώνει ... %., προσλαμβάνουσες παραστάσεις βλ. προσλαμβάνω ● ΦΡ.: έδωσε παράσταση (μτφ.): εντυπωσίασε με τις ικανότητες ή το ταλέντο του., κλέβει την παράσταση (προφ.): αποσπά την προσοχή, κερδίζει, περισσότερο από όλους τους άλλους, τον θαυμασμό ή/και τον έπαινο συγκεντρωμένου πλήθους: (για ηθοποιό:) ~ ~ στην ταινία. Χάρη στο χιούμορ του, ~ψε για άλλη μια φορά την παράσταση (= έκλεψε/κέρδισε τις εντυπώσεις).|| Το νέο κουπέ κλέβει, κυριολεκτικά, ~ στην έκθεση αυτοκινήτου. [< αγγλ. to steal the show, 1934] , σε παράσταση για έναν ρόλο: ολοκληρωτική, δυναμική επικράτηση: ~ ~ μετέτρεψε η Εθνική μπάσκετ το παιχνίδι με ... (: νίκησε με συντριπτική διαφορά).|| ~ ~ εξελίχθηκε η συνεδρίαση του ΔΣ της εταιρείας., αλλάζω παραστάσεις/(τον) αέρα (μου) βλ. αλλάζω [< αρχ. παράστασις, γαλλ. représentation]
38676παραστάτηςπα-ρα-στά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. παραστάτ-ρια, -ιδα, -ισσα (σημ. 1,2)} 1. (σε παρέλαση, κυρ. μαθητική) καθένα από τα πρόσωπα που στέκονται αριστερά και δεξιά του σημαιοφόρου καθώς και στη γραμμή πίσω από αυτόν. Βλ. ζυγός. 2. συμπαραστάτης: Του στάθηκε βοηθός και ~. Πβ. σύμμαχος, υποστηρικτής. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. παραστάδα. 4. ΣΤΡΑΤ. (σε παράταξη) ο στρατιώτης που στέκεται αριστερά ή δεξιά άλλου στρατιώτη. Βλ. -στάτης. ● ΣΥΜΠΛ.: νομικός παραστάτης: ΝΟΜ. δικηγόρος ή εκπρόσωπος διαδίκου: Ορίστηκε ~ ~ του Δημοσίου για την υπόθεση της ... [< 1,2,4: αρχ. παραστάτης 3: μτγν. ~]
38677παραστατικός, ή, ό πα-ρα-στα-τι-κός επίθ.: που εκφράζει κάτι με ζωντάνια και ακρίβεια: ~ός: λόγος. ~ή: αφήγηση/εικόνα/περιγραφή. ~ές κινήσεις των χεριών. Πβ. ανάγλυφος, γλαφυρός, εκφραστικός, εναργής, ζωντανός. ● Ουσ.: παραστατικά (τα) (επίσ.) 1. δικαιολογητικά έγγραφα για δαπάνη, όπως απόδειξη και τιμολόγιο: ~ αγοράς/πώλησης προϊόντος. ~ εσόδων/εξόδων. ~ πληρωμής φόρων και εισφορών. ~ που εκδίδονται στο όνομα της εταιρείας.|| (ως επίθ.) ~ στοιχεία. 2. αμοιβή δικηγόρου για την παράστασή του σε δίκη. ● επίρρ.: παραστατικά ● ΣΥΜΠΛ.: παραστατικές τέχνες βλ. τέχνη, παραστατική γεωμετρία βλ. γεωμετρία [< μτγν. παραστατικός ‘αυτός που δηλώνει, διασαφηνίζει’, γαλλ. descriptif]
38678παραστατικότηταπα-ρα-στα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του παραστατικού: Έργο που διαπνέεται/χαρακτηρίζεται από ~. Περιγράφει με ~ τα γεγονότα/τις δυσκολίες της ζωής. Πβ. γλαφυρ-, εκφραστικ-ότητα, ζωντάνια.
38679παραστείβλ. παρίσταμαι
38680παραστέκομαιπα-ρα-στέ-κο-μαι ρ. (αμτβ.) {παραστά-θηκε, -θεί} & παραστέκω 1. βοηθώ κάποιον, συμπαραστέκομαι: Πάντα μου ~εται στα δύσκολα. ΣΥΝ. συμπαρίσταμαι 2. (εσφαλμ.) παρίσταμαι, παρευρίσκομαι: Στη δίκη θα ~θούν ως μάρτυρες υπεράσπισης οι ... [< μεσν. παραστέκω]
38681παράστημαπα-ρά-στη-μα ουσ. (ουδ.) {παραστήμ-ατος}: το παρουσιαστικό ή και ο τρόπος στάσης του σώματος: αγέρωχο/αθλητικό/αρχοντικό/επιβλητικό/ευθυτενές/λεβέντικο/μεγαλοπρεπές/περήφανο/ωραίο ~. ΣΥΝ. κορμοστασιά [< μτγν. παράστημα ‘αυτό που είναι τοποθετημένο δίπλα, γενικότ. άγαλμα’, γαλλ. prestance]
38682παραστιάπα-ρα-στιά ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): παραγώνι. Πβ. τζάκι. [< μεσν. παραστία, παραστιά]
38683παραστράτημαπα-ρα-στρά-τη-μα ουσ. (ουδ.) {παραστρατήμ-ατα}: παρεκτροπή, σφάλμα: ερωτικά ~ατα (= απιστίες). Πβ. ξεστράτισμα, ολίσθημα.
38684παραστρατιωτικός, ή, ό πα-ρα-στρα-τι-ω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με παράνομες στρατιωτικές οργανώσεις: ~ές: δυνάμεις/ομάδες.|| (ως ουσ.) Οι ~οί επιχείρησαν να καταλάβουν την περιοχή. [< γαλλ. paramilitaire, περ. 1920]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.