| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38705 | παρατέθηκε | βλ. παραθέτω | |
| 38706 | παρατείνω | πα-ρα-τεί-νω ρ. (μτβ.) {παρέτειν-α, παρατά-θηκε, παρατετα-μένος, παρατείν-οντας, -όμενος}: αυξάνω χρονικά, επεκτείνω τη διάρκεια ή την ισχύ: ~ε τις διακοπές/τις σπουδές/το συμβόλαιό του. Φάρμακο που ~ει τον χρόνο ζωής των ασθενών. ~εται η αγωνία για ... ~εται το ακαδημαϊκό έτος/το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων. ~εται επ' αόριστον η λειτουργία του ... ~ονται για δύο ακόμα μήνες οι θεατρικές παραστάσεις. Η άδεια/η θητεία του/το μαρτύριο/η συζήτηση ~θηκε. ~θηκε μέχρι το τέλος του μήνα η προθεσμία ... ~όμενος: πυρετός. ~μένος: ήχος/καύσωνας. ~μένη: ανομβρία/έκθεση (στον ήλιο)/κρίση/περίοδος. ~μένα: χειροκροτήματα. Πβ. τρενάρω. ΣΥΝ. επιμηκύνω (2), μακραίνω (2) ΑΝΤ. συντομεύω (1) [< αρχ. παρατείνω] | |
| 38707 | παρατεταμένος | βλ. παρατείνω | |
| 38708 | παρατήρηση | πα-ρα-τή-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. προσεκτική ή/και συστηματική εξέταση με γυμνό μάτι ή οπτικό όργανο: αστρονομική/νυχτερινή/τηλεσκοπική ~. Μετεωρολογικές ~ήσεις. ~ της έκλειψης Ηλίου/ενός κομήτη/ενός φαινομένου.|| ~ της συμπεριφοράς των ζώων. ~ και πείραμα. Το αντικείμενο/τα αποτελέσματα της ~ης. Μάθηση μέσα από ~. Η συχνότητα των ~ήσεων. Βλ. αυτο~.|| Συστήματα ~ης και παρακολούθησης της Γης (βλ. δορυφόρος).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ του εχθρού (πβ. κατασκόπευση, κατόπτευση). 2. (συνεκδ.) διαπίστωση, επισήμανση, κρίση: γενικές/ειδικές/εισαγωγικές/επιστημονικές/νομικές/οξυδερκείς/προφορικές/στατιστικές ~ήσεις. Γλωσσικές ~ήσεις (= διορθώσεις, σχόλια) σε ένα κείμενο. Ερωτήσεις και ~ήσεις. Ανάλυση/καταγραφή/υποβολή ~ήσεων. Είναι άξιο ~ης ότι ... Με την ~ ότι ... Έκανε την ~ (= παρατήρησε) ότι ...|| (ειδικότ., για έκφραση αντίρρησης:) Η ~ή σου ήταν σωστή. Ενδιαφέρουσα/εύστοχη/ουσιαστική/σπουδαία/χρήσιμη ~ επί του θέματος. Αντέκρουσε τις ~ήσεις. Οι ~ήσεις σας θα ληφθούν υπόψη. Πβ. υπόδειξη. 3. επίκριση, επίπληξη: ευγενική/φιλική ~. Του έγινε/έκανε αυστηρή/γραπτή/δριμεία ~. Πβ. επιτίμηση. 4. θέμα συνήθ. γραπτής εξέτασης: γραμματικές/συντακτικές ~ήσεις. Πβ. ερώτημα, ζήτημα. ● Υποκ.: παρατηρησούλα (η): στις σημ. 2,3. [< 1: μτγν. παρατήρησις, γαλλ. observation 2,3: γαλλ. remarque, observation] | |
| 38709 | παρατηρησιακός | , ή, ό πα-ρα-τη-ρη-σι-α-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την παρατήρηση: ~ή: αστρονομία/αστροφυσική. ~ά: δεδομένα. | |
| 38710 | παρατηρήσιμος | , η, ο πα-ρα-τη-ρή-σι-μος επίθ.: που μπορεί να παρατηρηθεί: ~η: διαφορά/συμπεριφορά. ~ο: φαινόμενο. ~α: μεγέθη. Βλ. -ιμος. [< μτγν. παρατηρήσιμος, γαλλ.-αγγλ. observable] | |
| 38711 | παρατηρησιμότητα | πα-ρα-τη-ρη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του παρατηρήσιμου, δυνατότητα να παρατηρηθεί κάτι. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. observability, 1934] | |
| 38712 | παρατηρητήριο | πα-ρα-τη-ρη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. υπερυψωμένη τοποθεσία, θέση φυσικά ή τεχνητά διαμορφωμένη για παρατήρηση: ~ πουλιών.|| Αστρονομικό/μετεωρολογικό ~.|| Στρατιωτικό ~ (: για την παρακολούθηση των κινήσεων του αντιπάλου). Πβ. βίγλα, καραούλι, σκοπιά. Βλ. -τήριο. 2. φορέας, οργανισμός που διεξάγει επιστημονικές, κοινωνιολογικές ή στατιστικές έρευνες, οι οποίες βασίζονται στην παρακολούθηση, την παρατήρηση, την αξιολόγηση και τις μετρήσεις: ~ ανθρωπίνων δικαιωμάτων/απασχόλησης/(νεανικής) επιχειρηματικότητας. ~ για την Κοινωνία της Πληροφορίας. Ηλεκτρονικό ~ τιμών. ● ΣΥΜΠΛ.: διαστημικό τηλεσκόπιο/παρατηρητήριο βλ. τηλεσκόπιο [< γαλλ. observatoire,, αγγλ. observatory] | |
| 38713 | παρατηρητής | πα-ρα-τη-ρη-τής ουσ. (αρσ.) , παρατηρήτρια (η) 1. αυτός που κοιτάζει κάτι συνήθ. προσεκτικά ή/και συστηματικά: αστρονόμος-~. ~ του ουρανού. ~ές ζώων/πουλιών.|| (ΦΥΣ.) Ακίνητος/κινούμενος/υποθετικός ~. Η απόσταση/θέση του ~ή.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Γήινος ~. Βλ. ορίζοντας. 2. αυτός που παρακολουθεί ένα συμβάν, χωρίς να συμμετέχει σε αυτό: από την οπτική γωνία/τη σκοπιά του ~ή. Ένας αντικειμενικός/έμπειρος/εξωτερικός/οξυδερκής/ουδέτερος/προσεκτικός ~ θα σχημάτιζε την άποψη ότι ... Πολιτικοί ~ές εκτιμούν/επισημαίνουν ότι ...|| (αρνητ. συνυποδ.) Αμέτοχος/παθητικός/σιωπηλός/ψυχρός ~ των εξελίξεων/πραγμάτων. Μη μένεις απλός ~ των όσων συμβαίνουν γύρω σου. Πβ. θεατής. 3. (ειδικότ.) πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η παρακολούθηση και επίβλεψη διαδικασίας ή δραστηριότητας· επίσημος απεσταλμένος ή προσκεκλημένος γι' αυτόν τον σκοπό: ανεξάρτητοι/διεθνείς/ξένοι ~ές. Διπλωματικοί/εκλογικοί (ή ~ές των εκλογών)/στρατιωτικοί ~ές. ~ές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (= ευρωπαίοι/κοινοτικοί ~ές)/του ΟΗΕ. Αποστολή ~ών. Σύμφωνα με έκθεση των ~ών, ... Συμμετείχε ως ~/με καθεστώς ~ή/με την ιδιότητα του ~ή στη διάσκεψη.|| (ΑΘΛ.) Ορίστηκε ~ του αγώνα. ● ΣΥΜΠΛ.: παρατηρητής διαιτησίας βλ. διαιτησία [< μτγν. παρατηρητής, γαλλ. observateur] | |
| 38714 | παρατηρητικός | , ή, ό πα-ρα-τη-ρη-τι-κός επίθ.: (για πρόσ.) ικανός να παρατηρεί, να διακρίνει, να εξετάζει κάτι με μεγάλη προσοχή: Είναι ιδιαίτερα ~, δίνει σημασία και στην παραμικρή λεπτομέρεια.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: ματιά. ~ό: βλέμμα. ● επίρρ.: παρατηρητικά [< μτγν. παρατηρητικός] | |
| 38715 | παρατηρητικότητα | πα-ρα-τη-ρη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του παρατηρητικού: Δραστηριότητες που οξύνουν την ~. Ασκήσεις/γρίφοι/παιχνίδια/τεστ ~ας. Βλ. -ότητα. | |
| 38716 | παρατηρώ | [παρατηρῶ] πα-ρα-τη-ρώ ρ. (μτβ.) {παρατηρ-είς ..., -ώντας, -ούμενος | παρατήρ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. κοιτάζω, εξετάζω προσεκτικά ή/και συστηματικά: ~ τ' άστρα/τον ουρανό. ~ τα πουλιά με κιάλια. Πλανήτες ~ούμενοι με γυμνό μάτι/με το τηλεσκόπιο. Πβ. ερευνώ, μελετώ.|| ~ούσε τους ανθρώπους γύρω του/τις αντιδράσεις του κόσμου. Πβ. παρακολουθώ.|| ~ήστε τις ομοιότητες/πώς ... Πβ. προσέχω. 2. αντιλαμβάνομαι, διαπιστώνω· επισημαίνω: ~ (κάποια) αλλαγή στη συμπεριφορά του. ~ησε το πρόβλημα. Δεν έχω ~ήσει κάτι ύποπτο. ~ησα την απουσία/την παρουσία του. ~ησε ότι ήμουν θλιμμένη.|| Όπως πολύ εύστοχα/σωστά/χαρακτηριστικά ~εί ο ... Πιστεύω, ~ησε ο υπουργός, ότι ... Πβ. σημειώνω. 3. (σπάν.) επιπλήττω, τιμωρώ: Τον ~ησε για την απροσεξία του. (ΑΘΛ.) ~ήθηκε με κίτρινη κάρτα, γιατί ... Πβ. επιτιμώ. ● παρατηρείται: εντοπίζεται, σημειώνεται: Την άνοιξη ~ έξαρση των αλλεργιών. ~ούνται μεγάλες διαφορές μεταξύ ... Μέχρι στιγμής, δεν ~ήθηκε καμία σεισμική δραστηριότητα. Τα χαμηλότερα ποσοστά αποτυχίας ~ήθηκαν στο μάθημα της ... Είναι ~ημένο (= διαπιστωμένο) ότι ...|| Στη διακόσμηση, μπορούν να ~ηθούν ανατολίτικες επιρροές. [< αρχ. παρατηρῶ, γαλλ. remarquer, observer] | |
| 38717 | παρατιθέμενος | , η, ο πα-ρα-τι-θέ-με-νος επίθ. (επίσ.) 1. που παρατίθεται, παρουσιάζεται: ο ~ος: πίνακας. Η ~η: διάταξη/νομολογία. Το ~ο: διάγραμμα/παράδειγμα/σχόλιο/συμπέρασμα. Οι ~οι: όροι. Οι ~ες: απόψεις/πηγές/πληροφορίες. Τα ~α: αποσπάσματα/κείμενα/χωρία (= παραθέματα). Οι ~ες βιβλιογραφικές αναφορές/παραπομπέ/χρονολογίες. Παράρτημα με ~α στατιστικά στοιχεία. 2. προσφερόμενος: ~η: δεξίωση. Γεύμα ~o από τον υπουργό. ● βλ. παραθέτω [< μτχ. εν. του ρ. παρατίθεμαι] | |
| 38718 | παρατίθεται | βλ. παραθέτω | |
| 38719 | παράτολμος | , η, ο πα-ρά-τολ-μος επίθ.: ριψοκίνδυνος: ~η: απόφαση/ενέργεια/επιχείρηση/ιδέα. ~ο: εγχείρημα/σχέδιο. Πβ. παρακινδυνευμένος, τολμηρός, τρελός. ● επίρρ.: παράτολμα [< μτγν. παράτολμος] | |
| 38720 | παρατονία | πα-ρα-το-νί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. λανθασμένος τονισμός: Φωνή γεμάτη ~ες. Πβ. παραφωνία, φάλτσο. | |
| 38721 | παρατονίζω | πα-ρα-το-νί-ζω ρ. (μτβ.) {παρατόνι-σα, παρατονί-στηκε, -σμένος}: τονίζω λανθασμένα μια λέξη. | |
| 38722 | παρατονισμός | πα-ρα-το-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΡΑΜΜ. λανθασμένος τονισμός λέξης. Βλ. -ισμός. | |
| 38723 | παράτονος | , η, ο πα-ρά-το-νος επίθ. 1. ΜΟΥΣ. παράφωνος, φάλτσος. 2. ΓΡΑΜΜ. (για λέξη) που έχει τονιστεί λανθασμένα. ● επίρρ.: παράτονα [< μτγν. παράτονος ‘κακόηχος’] | |
| 38724 | παρατραβώ | [παρατραβῶ] πα-ρα-τρα-βώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατραβ-άς ..., -ώντας | παρατράβ-ηξε, -ήξει, (σπάν.) -ιέται, -ήχτηκε, -ηχτεί, -ηγμένος} & παρατραβάω (προφ.-επιτατ.) 1. (μτφ.) παρατείνω κάτι σε ενοχλητικό ή κουραστικό βαθμό: Τις ~ηξε τις διακοπές του. Έχει ~ηχτεί το θέμα! 2. (σπάν.) τραβώ κάτι πάρα πολύ. Πβ. καργ-, τεζ-άρω, τσιτώνω. ● παρατραβάει: διαρκεί περισσότερο από το ανεκτό, επιτρεπόμενο ή κανονικό: Η συζήτηση/υπόθεση έχει αρχίσει και ~ (ΣΥΝ. παρακρατάει, τρενάρει). Σαν πολύ δεν ~ηξε το αστείο/πράγμα; Πβ. (αυτό) παραπάει! ● Μτχ.: παρατραβηγμένος , η, ο: ακραίος, υπερβολικός· απίθανος, καθόλου πειστικός: ~ος: ισχυρισμός. ~η: άποψη/θεωρία. ~ο: επιχείρημα/σενάριο. Η ιστορία του μου ακούγεται/φαίνεται ~η. Θα ήταν ~ο να ... ● ΦΡ.: το παρατραβάω (το σχοινί) (προφ.): ξεπερνώ το μέτρο, υπερβάλλω: Μήπως το ~άς λιγάκι με τις πλάκες; Το ~άει (~) σε πολλά θέματα (= το παρακάνει, τραβάει τα άκρα). Αυτή τη φορά το ~ηξες (~)! Βλ. τραβάω/τεντώνω το σκοινί. ΣΥΝ. το παραξηλώνω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ