Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [39300-39320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38689παρασύνθημαπα-ρα-σύν-θη-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΣΤΡΑΤ. προσυμφωνημένη λέξη ή φράση που λέγεται μετά το σύνθημα, για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της αναγνώρισης. 2. (μτφ.-προφ.) συμπληρωματικό ή/και διευκρινιστικό στοιχείο που ολοκληρώνει αυτό που λέγεται ή παρουσιάζεται: Ας πάμε στο ~. Μπες/πέρνα/προχώρα στο ~. [< 1: μτγν. παρασύνθημα, γαλλ. contre-mot]
58773παράσυρσηπα-ρά-συ-ρση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια και ιδ. το αποτέλεσμα του παρασύρω: θανατηφόρα/φονική ~ πεζού σε τροχαίο.
38690παρασύρωπα-ρα-σύ-ρω ρ. (μτβ.) {παρέσυρ-α, παρασύρ-θηκα (λόγ. παρεσύρ-θη, μτχ. παρασυρ-θείς, -θείσα, θέν), -θεί, -μένος, -όμενος, παρασύρ-οντας} & (προφ.) παρασέρνω {παράσυρ-α} 1. (μτφ.) επηρεάζω κάποιον σε τέτοιο βαθμό, ώστε να απομακρυνθεί από τις αρχικές του θέσεις ή από τον σωστό τρόπο ζωής: Ηγέτης που ~ει τα πλήθη. Μη σε ~ουν οι συναισθηματισμοί. ~θηκε σε περιττά έξοδα. ~μένος από το πάθος του για εκείνη (πβ. ξεμυαλίζω).|| Τον ~αν στον κόσμο των ναρκωτικών (πβ. εξαπατώ, ξεγελώ, παραπλανώ). 2. κάνω κάποιον ή κάτι να ακολουθήσει συγκεκριμένη κατεύθυνση ή να αλλάξει αυτή που έχει, εξαιτίας της ορμής, της ταχύτητάς μου, το(ν) παίρνω μαζί μου, το(ν) ανατρέπω από την πορεία του: Το τσουνάμι ~ε τα πάντα. Τα νερά των βροχών έχουν παρασύρει ολόκληρα σπίτια. Ισχυροί άνεμοι τον ~αν στα ανοιχτά. Ασυνείδητος οδηγός ~ε και εγκατέλειψε ηλικιωμένο άνδρα. ~θηκε από τα θαλάσσια ρεύµατα. Μαζί με το πλοίο ~θηκαν στον βυθό και πέντε ναυτικοί. Έχασε τη ζωή του ~όμενος από διερχόμενη αμαξοστοιχία. Πβ. παίρνω σβάρνα, σπρώχνω, ωθώ.|| Τον ~ε σε ερημική τοποθεσία και τον λήστεψε.|| (μτφ.) Άσε τη μουσική να σε ~ει (πβ. συνεπαίρνω). Η αβεβαιότητα ~ει τα χρηματιστήρια. Πβ. συμ~. [< αρχ. παρασύρω ‘οδηγώ με τη βία, διασύρω’]
38691παρασχέθηκεβλ. παρέχω
38692παρασχίδαπα-ρα-σχί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μικρό κομμάτι, συνήθ. από ξύλο, που έχει αποσχιστεί από μεγαλύτερο. ΣΥΝ. πελεκούδι, σκλήθρα (2), σχίζα [< αρχ. παρασχίδες ‘θραύσματα’]
38693παράσχωβλ. παρέχω
38694παράτα1πα-ρά-τα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μεγαλοπρεπής, πομπώδης εκδήλωση ή παρέλαση. Πβ. φιέστα. [< ιταλ. parata]
38695παράτα2πα-ρά-τα ουσ. (θηλ.) (αργκό): παράταση.
38696παρατάθηκεβλ. παρατείνω
38698παρατακτικός, ή, ό πα-ρα-τα-κτι-κός επίθ. 1. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την παράταξη: ~ός: σύνδεσμος (: αντιθετικός, διαζευκτικός, διαχωριστικός, συμπερασματικός, συμπλεκτικός). ~ή: σύνδεση/σύνταξη. ~ές: προτάσεις. Βλ. υποτακτικός. 2. (γενικότ.) που παρατάσσεται: ~ή: διάταξη (εκθεμάτων). ● επίρρ.: παρατακτικά [< νεολατ. paratacticus]
38699παράταξηπα-ρά-τα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. οργανωμένη ομάδα με κοινές ιδεολογικές ή/και πολιτικές αρχές· ειδικότ. πολιτικό κόμμα: ανεξάρτητη/αριστερή/δεξιά/δημοκρατική/προοδευτική/συντηρητική/φιλελεύθερη ~. Η διοικούσα/κυβερνώσα (ή κυβερνητική)/πλειοψηφούσα ~. Ιστορική ~. Δημοτικές/κομματικές/συνδικαλιστικές/φοιτητικές ~άξεις. Αντιμαχόμενες/αντίπαλες ~άξεις. Ο αρχηγός/ο ιδρυτής/τα μέλη/η νεολαία/οι οπαδοί/το ψηφοδέλτιο (βλ. συνδυασμός)/οι ψηφοφόροι μιας ~ης. Συνεργασία ~άξεων (πβ. σύμπραξη, συνασπισμός). Πρόσκειμαι σε μια ~ (πβ. στρατόπεδο). Αποχώρησε (βλ. αποσκιρτώ, αποσχίζομαι, αυτομολώ)/διαγράφηκε από την ~. Ανήκουν σε διαφορετικές ~άξεις. Πβ. μερίδα. Βλ. συμ~. 2. διάταξη, τοποθέτηση προσώπων ή πραγμάτων το ένα δίπλα στο άλλο ή πίσω από το άλλο· (ΣΤΡΑΤ.) σχηματισμός κατά τον οποίο το στράτευμα είναι παραταγμένο σε στοίχους και ζυγούς· συνεκδ. παραταγμένοι στρατιώτες: αυτοκίνητα σε ~ (= γραμμή, σειρά· βλ. αράδα, καραβάνι, κονβόι).|| Μετωπική/πυκνή ~ (ΣΥΝ. τάξη). Στολή ~άξεων-παρελάσεων. (κ. μτφ.) Σε ~ μάχης. Βλ. ζύγιση, στοίχιση.|| Ένοπλες ~άξεις. Πβ. φάλαγγα. Βλ. αντι~, μέτωπο. 3. ΓΛΩΣΣ. τρόπος σύνδεσης κατά τον οποίο συντακτικά ισοδύναμοι όροι (π.χ. υποκείμενα) ή όμοιες προτάσεις (δηλ. κύριες ή δευτερεύουσες) ενώνονται με παρατακτικούς συνδέσμους: π.χ. Ήρθαν νέοι και παιδιά. Ούτε ξέρω ούτε θέλω να μάθω.|| Σύνταξη κατά ~. Βλ. συγκολλητικές γλώσσες, υπόταξη. ● ΦΡ.: μάχη εκ παρατάξεως: ΣΤΡΑΤ. στην οποία τα αντίπαλα στρατεύματα είναι παραταγμένα το ένα απέναντι στο άλλο., εν πομπή (και παρατάξει) βλ. πομπή [< 1,2: αρχ. παράταξις 3: γαλλ. parataxe, αγγλ. parataxis, γερμ. Parataxe, Parataxis]
38700παραταξιακός, ή, ό πα-ρα-τα-ξι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με κομματική συνήθ. παράταξη: ~ός: Τύπος. ~ή: τοποθέτηση. ~ές: διαφορές/σκοπιμότητες. ~ά: συμφέροντα. Βλ. δια~. ● επίρρ.: παραταξιακά
38701παράτασηπα-ρά-τα-ση ουσ. (θηλ.) 1. επιμήκυνση της διάρκειας κατάστασης ή διαδικασίας: αναγκαστική/αυτόματη/εξάμηνη/μικρή/ολιγοήμερη/σιωπηρή/τελευταία/χρονική ~. ~ της άδειας (διαμονής)/των διακοπών/της ισχύος (μιας απόφασης)/της καταβολής (ληξιπρόθεσμων χρεών)/της νοσηλείας/της παραμονής (στο εξωτερικό)/του προγράμματος/της προθεσμίας ή του χρόνου (υποβολής αιτήσεων)/των σπουδών/του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων. Αίτημα/αίτηση/ανακοίνωση/δικαίωμα/έγκριση/ενδεχόμενο/χορήγηση ~ης. Δόθηκε νέα/και άλλη ~. Η υποτροφία είναι ετήσια με δυνατότητα ~ης. Πήρε ~ ... ωρών/ως τις ... Μαΐου. Οι φοιτητές ζήτησαν ~ (για την παράδοση της εργασίας). Από ~ σε ~ πηγαίνει το έργο. Πβ. τρενάρισμα.|| Τεχνητή ~ της ζωής. ~ στην αγωνία. ~ του καλοκαιριού (: συνέχιση της καλοκαιρίας και το φθινόπωρο). 2. ΑΘΛ. πρόσθετος χρόνος διεξαγωγής αγώνα μετά τη λήξη του, κυρ. σε περίπτωση ισοπαλίας: Το πρώτο ημίχρονο της ~ης έληξε με ... Άνοιξαν το σκορ στο ... λεπτό της ~ης. Η ομάδα έχασε στην ~. Το παιχνίδι κρίθηκε στην ~. Βλ. καθυστερήσεις. ● Υποκ.: παρατασούλα (η) [< αρχ. παράτασις, γαλλ. prolongation]
38702παρατάσσωπα-ρα-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {παρέτα-ξα, παρατά-χθηκε (προφ.) -χτηκε, -χθεί (προφ.) -χτεί, παρα(τε)τα-γμένος, παρατάσσ-οντας} 1. τοποθετώ σε σειρά, σε οργανωμένη διάταξη πρόσωπα ή πράγματα: ~ σε δυάδες. Ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις είχαν ~χθεί γύρω από το στάδιο. Οι αντίπαλοι τους περίμεναν ~γμένοι για μάχη.|| Οι αγρότες ~ξαν τα τρακτέρ τους στην Εθνική Οδό. Βλ. στοιχίζω.|| Ο προπονητής ~ξε (= κατέβασε) την καλύτερη δυνατή ενδεκάδα. Βλ. αντι~. 2. (μτφ.) παραθέτω, εκφράζω, διατυπώνω κάτι σε διαδοχική συνήθ. σειρά: Η κυβέρνηση ~ξε πλήθος επιχειρημάτων υπέρ του νομοσχεδίου. Πβ. αραδιάζω. [< 1: αρχ. παρατάσσω]
38703παρατατικόςπα-ρα-τα-τι-κός ουσ. (αρσ.): ΓΡΑΜΜ. ρηματικός χρόνος που δηλώνει ότι μια πράξη λάμβανε χώρα στο παρελθόν επαναλαμβανόμενα ή εξακολουθητικά· συνεκδ. κάθε ρηματικός τύπος σε αυτό τον χρόνο: Ο ~ του ρήματος 'παίζω' είναι 'έπαιζα'. Βλ. αόριστος. [< μτγν. παρατατικός (ενν. χρόνος)]
38704παρατάωβλ. παρατώ
38705παρατέθηκεβλ. παραθέτω
38706παρατείνωπα-ρα-τεί-νω ρ. (μτβ.) {παρέτειν-α, παρατά-θηκε, παρατετα-μένος, παρατείν-οντας, -όμενος}: αυξάνω χρονικά, επεκτείνω τη διάρκεια ή την ισχύ: ~ε τις διακοπές/τις σπουδές/το συμβόλαιό του. Φάρμακο που ~ει τον χρόνο ζωής των ασθενών. ~εται η αγωνία για ... ~εται το ακαδημαϊκό έτος/το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων. ~εται επ' αόριστον η λειτουργία του ... ~ονται για δύο ακόμα μήνες οι θεατρικές παραστάσεις. Η άδεια/η θητεία του/το μαρτύριο/η συζήτηση ~θηκε. ~θηκε μέχρι το τέλος του μήνα η προθεσμία ... ~όμενος: πυρετός. ~μένος: ήχος/καύσωνας. ~μένη: ανομβρία/έκθεση (στον ήλιο)/κρίση/περίοδος. ~μένα: χειροκροτήματα. Πβ. τρενάρω. ΣΥΝ. επιμηκύνω (2), μακραίνω (2) ΑΝΤ. συντομεύω (1) [< αρχ. παρατείνω]
38707παρατεταμένοςβλ. παρατείνω
38708παρατήρησηπα-ρα-τή-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. προσεκτική ή/και συστηματική εξέταση με γυμνό μάτι ή οπτικό όργανο: αστρονομική/νυχτερινή/τηλεσκοπική ~. Μετεωρολογικές ~ήσεις. ~ της έκλειψης Ηλίου/ενός κομήτη/ενός φαινομένου.|| ~ της συμπεριφοράς των ζώων. ~ και πείραμα. Το αντικείμενο/τα αποτελέσματα της ~ης. Μάθηση μέσα από ~. Η συχνότητα των ~ήσεων. Βλ. αυτο~.|| Συστήματα ~ης και παρακολούθησης της Γης (βλ. δορυφόρος).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ του εχθρού (πβ. κατασκόπευση, κατόπτευση). 2. (συνεκδ.) διαπίστωση, επισήμανση, κρίση: γενικές/ειδικές/εισαγωγικές/επιστημονικές/νομικές/οξυδερκείς/προφορικές/στατιστικές ~ήσεις. Γλωσσικές ~ήσεις (= διορθώσεις, σχόλια) σε ένα κείμενο. Ερωτήσεις και ~ήσεις. Ανάλυση/καταγραφή/υποβολή ~ήσεων. Είναι άξιο ~ης ότι ... Με την ~ ότι ... Έκανε την ~ (= παρατήρησε) ότι ...|| (ειδικότ., για έκφραση αντίρρησης:) Η ~ή σου ήταν σωστή. Ενδιαφέρουσα/εύστοχη/ουσιαστική/σπουδαία/χρήσιμη ~ επί του θέματος. Αντέκρουσε τις ~ήσεις. Οι ~ήσεις σας θα ληφθούν υπόψη. Πβ. υπόδειξη. 3. επίκριση, επίπληξη: ευγενική/φιλική ~. Του έγινε/έκανε αυστηρή/γραπτή/δριμεία ~. Πβ. επιτίμηση. 4. θέμα συνήθ. γραπτής εξέτασης: γραμματικές/συντακτικές ~ήσεις. Πβ. ερώτημα, ζήτημα. ● Υποκ.: παρατηρησούλα (η): στις σημ. 2,3. [< 1: μτγν. παρατήρησις, γαλλ. observation 2,3: γαλλ. remarque, observation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.