| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38725 | παρατράγουδο | πα-ρα-τρά-γου-δο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): επεισοδιακό συμβάν: Η διαδήλωση έληξε ήρεμα χωρίς το παραμικρό ~. Κατά τη διάρκεια του αγώνα υπήρξαν πολλά ~α (πβ. έκτροπα). | |
| 38726 | παρατράπεζα | πα-ρα-τρά-πε-ζα ουσ. (θηλ.): παράνομες οικονομικές δραστηριότητες με στόχο κυρ. την τοκογλυφία∙ το παράνομο οικονομικό κύκλωμα. | |
| 38727 | παρατραπεζικός | , ή, ό πα-ρα-τρα-πε-ζι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παρατράπεζα: ~ό: κύκλωμα/σύστημα. | |
| 38728 | παρατρεχάμενος | , η, ο πα-ρα-τρε-χά-με-νος επίθ./ουσ. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.-μειωτ.): αυτός που ακολουθεί κάποιο ισχυρό πρόσωπο και συνήθ. φέρεται με δουλοπρέπεια: Οι ~οι της εξουσίας.|| (ως επίθ.) ~οι: σύμβουλοι. ~α: τσιράκια. | |
| 38729 | παράτριμμα | πα-ρά-τριμ-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΙΑΤΡ. σύγκαμα. Πβ. έκζεμα. [< μτγν. παράτριμμα] | |
| 38730 | παρατσούκλι | πα-ρα-τσού-κλι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): όνομα που δίνεται σε κάποιον, συνήθ. ειρων. ή χιουμορ., με βάση κάποιο χαρακτηριστικό του: χαϊδευτικό ~. Του έβγαλαν/έμεινε/κόλλησαν το ~ ... Πβ. παρωνύμιο. Βλ. προσωνυμία. ΣΥΝ. παρανόμι [< μεσν. παρατσούκλιον] | |
| 38731 | παρατυπία | πα-ρα-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: παράβαση κανόνα, διαδικασίας: διοικητικές/εκλογικές/νομικές/οικονομικές ~ες. Έκανε ~ (= παρατύπησε). Πβ. ατασθαλία. Βλ. παρανομία. | |
| 38732 | παράτυπος | , η, ο πα-ρά-τυ-πος επίθ.: αντικανονικός: ~η: απόφαση/διεξαγωγή (διαγωνισμού)/συμπεριφορά. ~οι: μετανάστες. ~ες: διαδικασίες/ενέργειες/εντολές (πληρωμής)/επιδοτήσεις.|| (ως ουσ., επίσ.) Το ~ο της ένστασης. Βλ. -τυπος1. ΑΝΤ. νόμιμος, νομότυπος ● επίρρ.: παράτυπα & (λόγ.) παρατύπως [< μτγν. παράτυπος 'κίβδηλος', γαλλ. contre la forme] | |
| 38733 | παρατυπώ | [παρατυπῶ] πα-ρα-τυ-πώ ρ. (αμτβ.) {παρατυπ-εί ... | παρατύπ-ησε}: παραβιάζω τους ισχύοντες κανόνες, κάνω παρατυπία. Βλ. παρανομώ. [< μτγν. παρατυπῶ 'παραποιώ'] | |
| 38734 | παράτυφος | πα-ρά-τυ-φος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύφου}: ΙΑΤΡ. μεταδοτική πυρετώδης νόσος που προκαλείται από ορισμένα είδη σαλμονέλας και εμφανίζει συμπτώματα παρόμοια με τον τύφο: ~ πτηνών. Πβ. τυφοειδής πυρετός. [< γαλλ. paratyphoïde, 1907, αγγλ. paratyphoid, 1900] | |
| 38735 | παρατώ | [παρατῶ] πα-ρα-τώ ρ. (μτβ.) {παρατ-άς ..., -ώντας | παράτ-ησα, (σπάν.) -ιέται, -ήθηκε, -ημένος} & παρατάω: αφήνω, σταματώ να κάνω κάτι· εγκαταλείπω κάποιον, συνήθ. οριστικά: ~ησε τη δουλειά του/την καριέρα του/την πολιτική/την προσπάθεια/τις σπουδές/το σχολείο. ~ησα τα πάντα και ξεκίνησα από την αρχή. ~άει τα ρούχα του όπου να 'ναι. ~ημένο: αυτοκίνητο/σπίτι.|| Τον ~ησαν αβοήθητο/στο έλεος του Θεού. Έχει ~ήσει τελείως τον εαυτό της. Πβ. παραμελώ.|| ~ησε τη γυναίκα/την οικογένειά του και έφυγε από το σπίτι. Με ~ησε (: με χώρισε). ~ημένα: παιδιά. ● ΦΡ.: (άι) παράτα με!/δεν με παρατάς! (υβριστ.): άσε με, μη με ενοχλείς: Δεν με ~, λέω ΄γω ..., τα παρατάω (προφ.): παραιτούμαι, σταματώ κάτι χωρίς να το ολοκληρώσω, εγκαταλείπω μια προσπάθεια: Δεν ~ ~ ποτέ! ~ ~ησε όλα, για να κυνηγήσει το όνειρό του. Πβ. τα βρόντηξε., αφήνω/εγκαταλείπω/παρατώ κάποιον/κάτι στην τύχη/στη μοίρα του βλ. τύχη, αφήνω/παρατάω στη μέση βλ. μέση, αφήνω/παρατώ (κάποιον) στα κρύα του λουτρού βλ. λουτρό, αφήνω/παρατώ κάποιον στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος [< μεσν. παρατώ] | |
| 38736 | παραϋπνίες | πα-ρα-ϋ-πνί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. παραϋπνία}: ΙΑΤΡ. διαταραχές του ύπνου. Βλ. υπνο-βασία, -λαλία. [< αγγλ. parasomnias] | |
| 38737 | πάραυτα | πά-ραυ-τα επίρρ. (αρχαιοπρ.): αμέσως, χωρίς χρονοτριβή: Μόλις έχω νεότερα, θα σας ενημερώσω ~. ΣΥΝ. αυθωρεί και παραχρήμα, αυτοστιγμεί, παραχρήμα, παρευθύς [< αρχ. πάραυτα] | |
| 38738 | παραυτουργία | παρ-αυ-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. τέλεση αξιόποινης πράξης από δύο ή περισσότερα πρόσωπα αυτοτελώς, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση. Βλ. συναυτουργία. | |
| 38739 | παραφάρμακα | πα-ρα-φάρ-μα-κα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.}: ΦΑΡΜΑΚ. προϊόντα μη θεραπευτικά που διατίθενται στα φαρμακεία, όπως βρεφικές τροφές, καλλυντικά, οδοντόκρεμες, ορθοπαιδικά παπούτσια, συμπληρώματα διατροφής. [< γαλλ. parapharmacie, 1952] | |
| 38740 | παραφαρμακευτικός | , ή, ό πα-ρα-φαρ-μα-κευ-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που σχετίζεται με τα παραφάρμακα: ~ή: εταιρεία.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. προϊόντα). [< γαλλ. parapharmaceutique, 1952, αγγλ. parapharmaceutical] | |
| 38741 | παραφασία | πα-ρα-φα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της ομιλίας που οφείλεται σε εγκεφαλική βλάβη και εκδηλώνεται με υποκατάσταση λέξεων ή συλλαβών από άλλες. Βλ. σαρδάμ. [< γαλλ. paraphasie, αγγλ. paraphasia, 1946] | |
| 38742 | παραφερνάλια | πα-ρα-φερ-νά-λι-α ουσ. (ουδ.) (τα) 1. (μτφ.) επακόλουθα, παρεπόμενα ή διαστάσεις γεγονότος, κατάστασης, φαινομένου: τα ~ της πολιτικής εξουσίας. Πβ. συμπαρομαρτούντα. 2. προσωπικά αντικείμενα, εργαλεία· μηχανικά εξαρτήματα, εξοπλισμός. Πβ. παρελκόμενα, συμπράγκαλα. [< αγγλ. paraphernalia < μεσν. λατ. ~ < μτγν. παράφερνα ‘επιπλέον προίκα’] | |
| 38743 | παραφέρομαι | πα-ρα-φέ-ρο-μαι ρ. (αμτβ.) {παραφέρ-θηκα}: συμπεριφέρομαι με απρέπεια, βγαίνω εκτός ελέγχου, παρεκτρέπομαι: Ζητώ συγγνώμη που ~θηκα. ΣΥΝ. υπερβαίνω/ξεπερνώ τα εσκαμμένα [< αρχ. παραφέρομαι, γαλλ. s΄emporter] | |
| 38744 | παραφθείρω | πα-ρα-φθεί-ρω ρ. (μτβ.) {παρέφθειρα, παραφθάρθηκε κ. παραφθάρηκε (λόγ.) παρεφθάρη, παραφθαρμένος (λόγ.) παρεφθαρμένος, παραφθείρ-οντας}: μεταβάλλω κάτι προς το χειρότερο, παραποιώ, διαστρεβλώνω: ~εται η γλώσσα/το νόημα (ενός κειμένου). Η ονομασία του χωριού ~θηκε με το πέρασμα των αιώνων. Πβ. αλλοιώνω. [< μτγν. παραφθείρω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ