| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38745 | παραφθορά | πα-ρα-φθο-ρά ουσ. (θηλ.): αλλοίωση· διαστρέβλωση: ~ λέξης/ονόματος/φράσης.|| ~ της αλήθειας. Πβ. παραποίηση. [< μτγν. παραφθορά] | |
| 38746 | παραφιλία | πα-ρα-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. αποκλίνουσα ερωτική προτίμηση, σεξουαλική παρέκκλιση. Βλ. επιδειξιομανία, ηδονοβλεψία, παιδεραστία, -φιλία. [< αγγλ. paraphilia, 1925, γαλλ. paraphilie, 1981] | |
| 38747 | παραφιλικός | , ή, ό πα-ρα-φι-λι-κός επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παραφιλία: ~ή: συμπεριφορά. ~ές: διαταραχές. ● Ουσ.: παραφιλικός, παραφιλική (ο/η): πρόσωπο με αποκλίνουσα ερωτική συμπεριφορά. [< αγγλ. paraphiliac, 1935, paraphilic, 1960] | |
| 38748 | παραφιλολογία | πα-ρα-φι-λο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. φημολογία: Διογκώνεται/οργιάζει/φουντώνει η ~ σχετικά με ... Έχει αναπτυχθεί ολόκληρη ~ γύρω από τις επερχόμενες εκλογές. 2. παραλογοτεχνία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. paralittérature, 1953] | |
| 38749 | παραφιλολογικός | , ή, ό πα-ρα-φι-λο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παραφιλολογία: ~ές: συζητήσεις.|| ~ό: (λογοτεχνικό) είδος. | |
| 38750 | παραφινέλαιο | πα-ρα-φι-νέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μείγμα υγρής παραφίνης, ελαιώδες και διαυγές, που χρησιμοποιείται κυρ. στη φαρμακευτική και στη βιομηχανία πλαστικών. Πβ. ορυκτέλαιο. Βλ. -έλαιο. [< γερμ. Paraffinöl] | |
| 38751 | παραφίνη | πα-ρα-φί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. λευκή ή άχρωμη, άοσμη ουσία, μείγμα στερεών υδρογονανθράκων που προέρχονται από ακατέργαστο πετρέλαιο∙ χρησιμοποιείται κυρ. στην παραγωγή κεριών, λιπαντικών, καλλυντικών, μονωτικών και αδιάβροχων υλικών: υγρή ~ (= παραφινέλαιο). Μανικιούρ/πεντικιούρ με ~. Βλ. βαζελίνη, πετροχημικά, -ίνη. ● παραφίνες (οι) (παλαιότ.): ΧΗΜ. αλκάνια. [< γερμ. Paraffin < λατ. parum affinis ‘ελάχιστη συγγένεια’, γαλλ. paraffine] | |
| 38752 | παραφινόλουτρο | πα-ρα-φι-νό-λου-τρο ουσ. (ουδ.): θεραπευτική μέθοδος κατά την οποία μέλη του σώματος ή ολόκληρο το σώμα εισέρχεται σε δοχείο ή μπανιέρα με υγρή και ζεστή παραφίνη· το αντίστοιχο δοχείο ή μπανιέρα. Βλ. -λουτρο. | |
| 38753 | παραφλού | πα-ρα-φλού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. υγρό που εμποδίζει την ψύξη των υγρών μηχανής και χρησιμοποιείται συνήθ. σε ψυγεία αυτοκινήτων. Πβ. αντι-πηκτικό, -ψυκτικό. [< εμπορ. ονομασ. Paraflu της εταιρείας Petronas, Μαλαισία] | |
| 38754 | παραφορά | πα-ρα-φο-ρά ουσ. (θηλ.): έντονη και συνήθ. ανεξέλεγκτη εκδήλωση συναισθήματος· ταραχή: ερωτική ~. [< αρχ. παραφορά] | |
| 38755 | παράφορος | , η, ο πα-ρά-φο-ρος επίθ.: (για συναισθήματα) σφοδρός, ασυγκράτητος: ~ος: ενθουσιασμός/έρωτας (= θυελλώδης). ~η: επιθυμία/ζήλια. ~ο: μίσος/πάθος. Πβ. ορμητικός, τυφλός. ● επίρρ.: παράφορα [< αρχ. παράφορος] | |
| 38756 | παραφούσκωμα | πα-ρα-φού-σκω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) υπερβολική αύξηση ή διόγκωση: το ~ των τιμών. 2. παραγέμισμα. | |
| 38757 | παραφουσκώνω | πα-ρα-φου-σκώ-νω ρ. (μτβ.) {παραφούσκω-σα, παραφουσκώ-θηκε, -μένος, παραφουσκών-οντας} (προφ.) 1. (μτφ.) αυξάνω, διογκώνω, παρουσιάζω κάτι μεγαλύτερο από ό,τι είναι: Το θέμα ~θηκε από τα ΜΜΕ. ~μένος: λογαριασμός. ~μένη: υπόθεση. ~μένα: γεγονότα. 2. γεμίζω, φουσκώνω υπερβολικά: ~σα τη βαλίτσα μου. ~μένα: λάστιχα. Πβ. παραγεμίζω.|| ~σε από το πολύ φαγητό. ● ΦΡ.: τα παραφουσκώνω (μτφ.): δίνω μεγάλες ή υπερβολικές διαστάσεις σε κάτι. Πβ. μεγαλοποιώ. | |
| 38758 | παραφράζω | πα-ρα-φρά-ζω ρ. (μτβ.) {παρέφρα-σα, παραφρά-στηκε, -σμένος, παραφράζ-οντας}: αποδίδω το νόημα ενός κειμένου, αλλάζοντας τη διατύπωσή του: ~σμένος: στίχος/τίτλος. ~οντας τα λόγια του ποιητή, τόνισε ότι ... [< μτγν. παραφράζω, γαλλ. paraphraser, αγγλ. paraphrase] | |
| 38759 | παράφραση | πα-ρά-φρα-ση ουσ. (θηλ.): απόδοση του νοήματος κειμένου με διαφορετικές λέξεις: Απαγορεύεται η κατά ~ απόδοση του περιεχομένου του βιβλίου. Βλ. ελεύθερη μετάφραση, διασκευή. [< μτγν. παράφρασις, γαλλ. paraphrase, αγγλ. paraphrase] | |
| 38760 | παραφρονώ | [παραφρονῶ] πα-ρα-φρο-νώ ρ. (αμτβ.) {παραφρον-είς ... | παραφρόν-ησα} (λόγ.): τρελαίνομαι, παρανοώ. ΣΥΝ. παραλογίζομαι [< αρχ. παραφρονῶ] | |
| 38761 | παραφροσύνη | πα-ρα-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): παράνοια, τρέλα· κατ' επέκτ. παραλογισμός: σε κατάσταση ~ης. Η απομόνωση τον οδήγησε στην ~.|| Η ~ του πολέμου. Βλ. -οσύνη. ΣΥΝ. αλλοφροσύνη, ζούρλα, παράκρουση [< αρχ. παραφροσύνη] | |
| 38762 | παράφρων | , ων, ον πα-ρά-φρων επίθ./ουσ. (λόγ.) & παράφρονας: τρελός, παρανοϊκός: ~ων: εγκληματίας.|| (ως ουσ.) Πρόκειται για έργο ~όνων. Πβ. αλλόφρων. Βλ. -φρων. [< αρχ. παράφρων] | |
| 38763 | παραφυάδα | πα-ρα-φυ-ά-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. βλαστός που ξεπετάγεται από τη ρίζα ή το υπόγειο τμήμα του κορμού μητρικού φυτού και μπορεί να δημιουργήσει καινούργιο φυτό. Βλ. αγενής πολλαπλασιασμός, καταβολάδα, μόσχευμα. ΣΥΝ. παραβλάστημα 2. (μτφ.-κυρ. αρνητ. συνυποδ.) κάτι που αναπτύσσεται, υπάρχει δίπλα σε κάτι άλλο κύριο, ως συνέχεια ή τμήμα του: ~ες του κόμματος/της (τρομοκρατικής) οργάνωσης. Πβ. διακλάδωση, παρακλάδι.|| ~ του όρους ... [< 1: αρχ. παραφυάς] | |
| 38764 | παραφύλαξη | πα-ρα-φύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. διαφύλαξη: ~ των έννομων συμφερόντων. 2. κρυφή παρακολούθηση. Πβ. ενέδρα, καρτέρι. [< 1: μτγν. παραφύλαξις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ