Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [39340-39360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38729παράτριμμαπα-ρά-τριμ-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΙΑΤΡ. σύγκαμα. Πβ. έκζεμα. [< μτγν. παράτριμμα]
38730παρατσούκλιπα-ρα-τσού-κλι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): όνομα που δίνεται σε κάποιον, συνήθ. ειρων. ή χιουμορ., με βάση κάποιο χαρακτηριστικό του: χαϊδευτικό ~. Του έβγαλαν/έμεινε/κόλλησαν το ~ ... Πβ. παρωνύμιο. Βλ. προσωνυμία. ΣΥΝ. παρανόμι [< μεσν. παρατσούκλιον]
38731παρατυπίαπα-ρα-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: παράβαση κανόνα, διαδικασίας: διοικητικές/εκλογικές/νομικές/οικονομικές ~ες. Έκανε ~ (= παρατύπησε). Πβ. ατασθαλία. Βλ. παρανομία.
38732παράτυπος, η, ο πα-ρά-τυ-πος επίθ.: αντικανονικός: ~η: απόφαση/διεξαγωγή (διαγωνισμού)/συμπεριφορά. ~οι: μετανάστες. ~ες: διαδικασίες/ενέργειες/εντολές (πληρωμής)/επιδοτήσεις.|| (ως ουσ., επίσ.) Το ~ο της ένστασης. Βλ. -τυπος1. ΑΝΤ. νόμιμος, νομότυπος ● επίρρ.: παράτυπα & (λόγ.) παρατύπως [< μτγν. παράτυπος 'κίβδηλος', γαλλ. contre la forme]
38733παρατυπώ[παρατυπῶ] πα-ρα-τυ-πώ ρ. (αμτβ.) {παρατυπ-εί ... | παρατύπ-ησε}: παραβιάζω τους ισχύοντες κανόνες, κάνω παρατυπία. Βλ. παρανομώ. [< μτγν. παρατυπῶ 'παραποιώ']
38734παράτυφοςπα-ρά-τυ-φος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύφου}: ΙΑΤΡ. μεταδοτική πυρετώδης νόσος που προκαλείται από ορισμένα είδη σαλμονέλας και εμφανίζει συμπτώματα παρόμοια με τον τύφο: ~ πτηνών. Πβ. τυφοειδής πυρετός. [< γαλλ. paratyphoïde, 1907, αγγλ. paratyphoid, 1900]
38735παρατώ[παρατῶ] πα-ρα-τώ ρ. (μτβ.) {παρατ-άς ..., -ώντας | παράτ-ησα, (σπάν.) -ιέται, -ήθηκε, -ημένος} & παρατάω: αφήνω, σταματώ να κάνω κάτι· εγκαταλείπω κάποιον, συνήθ. οριστικά: ~ησε τη δουλειά του/την καριέρα του/την πολιτική/την προσπάθεια/τις σπουδές/το σχολείο. ~ησα τα πάντα και ξεκίνησα από την αρχή. ~άει τα ρούχα του όπου να 'ναι. ~ημένο: αυτοκίνητο/σπίτι.|| Τον ~ησαν αβοήθητο/στο έλεος του Θεού. Έχει ~ήσει τελείως τον εαυτό της. Πβ. παραμελώ.|| ~ησε τη γυναίκα/την οικογένειά του και έφυγε από το σπίτι. Με ~ησε (: με χώρισε). ~ημένα: παιδιά. ● ΦΡ.: (άι) παράτα με!/δεν με παρατάς! (υβριστ.): άσε με, μη με ενοχλείς: Δεν με ~, λέω ΄γω ..., τα παρατάω (προφ.): παραιτούμαι, σταματώ κάτι χωρίς να το ολοκληρώσω, εγκαταλείπω μια προσπάθεια: Δεν ~ ~ ποτέ! ~ ~ησε όλα, για να κυνηγήσει το όνειρό του. Πβ. τα βρόντηξε., αφήνω/εγκαταλείπω/παρατώ κάποιον/κάτι στην τύχη/στη μοίρα του βλ. τύχη, αφήνω/παρατάω στη μέση βλ. μέση, αφήνω/παρατώ (κάποιον) στα κρύα του λουτρού βλ. λουτρό, αφήνω/παρατώ κάποιον στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος [< μεσν. παρατώ]
38736παραϋπνίεςπα-ρα-ϋ-πνί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. παραϋπνία}: ΙΑΤΡ. διαταραχές του ύπνου. Βλ. υπνο-βασία, -λαλία. [< αγγλ. parasomnias]
38737πάραυταπά-ραυ-τα επίρρ. (αρχαιοπρ.): αμέσως, χωρίς χρονοτριβή: Μόλις έχω νεότερα, θα σας ενημερώσω ~. ΣΥΝ. αυθωρεί και παραχρήμα, αυτοστιγμεί, παραχρήμα, παρευθύς [< αρχ. πάραυτα]
38738παραυτουργίαπαρ-αυ-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. τέλεση αξιόποινης πράξης από δύο ή περισσότερα πρόσωπα αυτοτελώς, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση. Βλ. συναυτουργία.
38739παραφάρμακαπα-ρα-φάρ-μα-κα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.}: ΦΑΡΜΑΚ. προϊόντα μη θεραπευτικά που διατίθενται στα φαρμακεία, όπως βρεφικές τροφές, καλλυντικά, οδοντόκρεμες, ορθοπαιδικά παπούτσια, συμπληρώματα διατροφής. [< γαλλ. parapharmacie, 1952]
38740παραφαρμακευτικός, ή, ό πα-ρα-φαρ-μα-κευ-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που σχετίζεται με τα παραφάρμακα: ~ή: εταιρεία.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. προϊόντα). [< γαλλ. parapharmaceutique, 1952, αγγλ. parapharmaceutical]
38741παραφασίαπα-ρα-φα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της ομιλίας που οφείλεται σε εγκεφαλική βλάβη και εκδηλώνεται με υποκατάσταση λέξεων ή συλλαβών από άλλες. Βλ. σαρδάμ. [< γαλλ. paraphasie, αγγλ. paraphasia, 1946]
38742παραφερνάλιαπα-ρα-φερ-νά-λι-α ουσ. (ουδ.) (τα) 1. (μτφ.) επακόλουθα, παρεπόμενα ή διαστάσεις γεγονότος, κατάστασης, φαινομένου: τα ~ της πολιτικής εξουσίας. Πβ. συμπαρομαρτούντα. 2. προσωπικά αντικείμενα, εργαλεία· μηχανικά εξαρτήματα, εξοπλισμός. Πβ. παρελκόμενα, συμπράγκαλα. [< αγγλ. paraphernalia < μεσν. λατ. ~ < μτγν. παράφερνα ‘επιπλέον προίκα’]
38743παραφέρομαιπα-ρα-φέ-ρο-μαι ρ. (αμτβ.) {παραφέρ-θηκα}: συμπεριφέρομαι με απρέπεια, βγαίνω εκτός ελέγχου, παρεκτρέπομαι: Ζητώ συγγνώμη που ~θηκα. ΣΥΝ. υπερβαίνω/ξεπερνώ τα εσκαμμένα [< αρχ. παραφέρομαι, γαλλ. s΄emporter]
38744παραφθείρωπα-ρα-φθεί-ρω ρ. (μτβ.) {παρέφθειρα, παραφθάρθηκε κ. παραφθάρηκε (λόγ.) παρεφθάρη, παραφθαρμένος (λόγ.) παρεφθαρμένος, παραφθείρ-οντας}: μεταβάλλω κάτι προς το χειρότερο, παραποιώ, διαστρεβλώνω: ~εται η γλώσσα/το νόημα (ενός κειμένου). Η ονομασία του χωριού ~θηκε με το πέρασμα των αιώνων. Πβ. αλλοιώνω. [< μτγν. παραφθείρω]
38745παραφθοράπα-ρα-φθο-ρά ουσ. (θηλ.): αλλοίωση· διαστρέβλωση: ~ λέξης/ονόματος/φράσης.|| ~ της αλήθειας. Πβ. παραποίηση. [< μτγν. παραφθορά]
38746παραφιλίαπα-ρα-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. αποκλίνουσα ερωτική προτίμηση, σεξουαλική παρέκκλιση. Βλ. επιδειξιομανία, ηδονοβλεψία, παιδεραστία, -φιλία. [< αγγλ. paraphilia, 1925, γαλλ. paraphilie, 1981]
38747παραφιλικός, ή, ό πα-ρα-φι-λι-κός επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παραφιλία: ~ή: συμπεριφορά. ~ές: διαταραχές. ● Ουσ.: παραφιλικός, παραφιλική (ο/η): πρόσωπο με αποκλίνουσα ερωτική συμπεριφορά. [< αγγλ. paraphiliac, 1935, paraphilic, 1960]
38748παραφιλολογίαπα-ρα-φι-λο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. φημολογία: Διογκώνεται/οργιάζει/φουντώνει η ~ σχετικά με ... Έχει αναπτυχθεί ολόκληρη ~ γύρω από τις επερχόμενες εκλογές. 2. παραλογοτεχνία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. paralittérature, 1953]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.