Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3920-3940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2986αναθεμελιώνω[ἀναθεμελιώνω] α-να-θε-με-λι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αναθεμελίω-σε | αναθεμελιώ-θηκε} (λόγ.) 1. (μτφ.) στηρίζω, οργανώνω κάτι σε νέες βάσεις, αρχές, επιχειρήματα· εγκαθιδρύω, εδραιώνω εκ νέου: ~ μια ερμηνεία/θεωρία. Πβ. αναδομώ. 2. θέτω νέα θεμέλια ή ενισχύω τα υπάρχοντα: Το κτίσμα ~θηκε.
2987αναθεμελίωση[ἀναθεμελίωση] α-να-θε-με-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναθεμελιώνω: (μτφ.) κοινωνική ~. Απόπειρα ~ης και επανίδρυσης του κράτους. Πβ. αναδόμηση.|| ~ κτιρίου με αντισεισμική θωράκιση.
2988αναθερμαίνω[ἀναθερμαίνω] α-να-θερ-μαί-νω ρ. (μτβ.) {αναθέρμαν-ε, αναθερμαίν-εται, αναθερμάν-θηκε, -θεί} 1. (μτφ.) δίνω νέα θέρμη, ένταση σε κάτι· αναζωογονώ, αναζωπυρώνω: Συμφωνία που ~ε τους δεσμούς των δύο χωρών/το επενδυτικό κλίμα. Το ενδιαφέρον ~εται. Οι έμποροι ρίχνουν τις τιμές, για να ~θεί η αγορά.|| Εξελίξεις που ~ουν τις ανησυχίες για .../τις παλιές εντάσεις (= αναζωπυρώνουν). ΣΥΝ. ξαναζεσταίνω (2) 2. θερμαίνω ξανά. [< μτγν. ἀναθερμαίνω, γαλλ. réchauffer]
2989αναθέρμανση[ἀναθέρμανση] α-να-θέρ-μαν-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναθερμαίνω: (μτφ.) ~ της αγοράς/του διαλόγου/της ειρηνευτικής διαδικασίας/της οικονομίας/των σχέσεων των δύο κρατών. ~ της κρίσης (= αναζωπύρωση, ανάφλεξη). Πβ. αναζωογόνηση, τόνωση.|| (κυριολ.) Απόψυξη και ~ (= ξαναζέσταμα). [< μτγν. ἀναθέρμανσις, γαλλ. réchauffage]
2990ανάθεση[ἀνάθεση] α-νά-θε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναθέτω: (αποκλειστική) ~ κατασκευής/μελέτης (σε εταιρεία). Κατόπιν ~ης/ύστερα από ~. Πβ. επιφόρτιση. Βλ. ανάληψη, εκ-, παρα-χώρηση, μεταβίβαση.|| Δικαστική απόφαση ~ης γονικής μέριμνας.|| ~ μαθημάτων (: σε καθηγητές, για διδασκαλία). ● ΦΡ.: απευθείας ανάθεση (έργου/προμήθειας): που γίνεται από δημόσιο φορέα κατευθείαν σε ιδιωτική εταιρεία της επιλογής του, χωρίς τη διενέργεια πρόσκλησης υποβολής προσφορών (δηλ. διαγωνισμό): ~ ~ σε τεχνική εταιρεία. Συμβάσεις με ~ ~. [< μτγν. ἀνάθεσις ‘σήκωμα βάρους, ανύψωση’]
2991αναθέτω[ἀναθέτω] α-να-θέ-τω ρ. (μτβ.) {ανέθε-σα (προφ.) ανάθεσα, αναθέ-σω, ανατίθ-εται (προφ.) αναθέτεται, ανατέ-θηκε (λόγ. ανετέθ-η, -ησαν), ανατε-θεί, ανατεθει-μένος, αναθέτ-οντας}: δίνω σε κάποιον την εντολή ή του εμπιστεύομαι (από ανώτερη θέση) την ευθύνη για την εκτέλεση ενός έργου, την άσκηση ενός λειτουργήματος ή την επίβλεψη ενός προσώπου: Του ~σαν τη διαχείριση του προγράμματος/την έρευνα της υπόθεσης. Στην Επιτροπή ~θηκαν/~ησαν εκτελεστικές αρμοδιότητες. Του έχει ~θεί σημαντική αποστολή.|| Το δικαστήριο ~σε την επιμέλεια των παιδιών στη μητέρα. Βλ. αναλαμβάνω. ΣΥΝ. επιφορτίζω [< αρχ. ἀνατίθημι, μεσν. αναθέτω, γαλλ. charger]
2992αναθέτων, ουσα, ον [ἀναθέτων] α-να-θέ-των επίθ./ουσ. (επίσ.): (για φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που αναθέτει την εκτέλεση ορισμένου έργου ή αποστολής σε κάποιον: Ο ~ων φορέας. Η ~ουσα Αρχή. Βλ. ανάδοχος.
2993αναθεωρημένος, η, ο [ἀναθεωρημένος] α-να-θε-ω-ρη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει αναθεωρηθεί: ~ος: κανονισμός/νόμος/προϋπολογισμός. ~η: έκδοση βιβλίου (βλ. ανατύπωση, επανέκδοση). ~ο: άρθρο του Συντάγματος/πρόγραμμα/σχέδιο. ~ες: διατάξεις/οδηγίες. ● βλ. αναθεωρώ
2994αναθεώρηση[ἀναθεώρηση] α-να-θε-ώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναθεωρώ: αναλυτική/μερική/ολική/πλήρης/ριζική ~. ~ μιας απόφασης/απόψεων/του βιβλίου/εκτίμησης/θέσης/του λεξικού/στάσης/συνθήκης. ~ των προβλέψεων/προϋποθέσεων. Προβαίνω/προχωρώ/υπόκειται σε ~. Γίνεται ~ (άρθρων) του Συντάγματος (: συμπλήρωση, τροποποίηση ή κατάργηση).|| ~ άδειας/διπλώματος (οδήγησης) (= επανέλεγχος)/βαθμολογίας (= αναβαθμολόγηση). ΣΥΝ. αλλαγή (1), επανεξέταση ● ΣΥΜΠΛ.: αναθεώρηση/αναψηλάφηση της δίκης/της υπόθεσης: ΝΟΜ. επανεξέταση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης: Ο Άρειος Πάγος απέρριψε το αίτημα για ~ ~. [< γαλλ. (La) révision d'un procès] [< μτγν. ἀναθεώρησις, γαλλ. révision]
2995αναθεωρήσιμος, η, ο [ἀναθεωρήσιμος] α-να-θε-ω-ρή-σι-μος επίθ.: κυρ. ΝΟΜ. που μπορεί να αναθεωρηθεί: ~η: απόφαση. ~ο: πρόγραμμα. Η συνθήκη είναι μη ~η. (Μη) ~ες διατάξεις του Συντάγματος. [< γερμ. überprüfbar]
2996αναθεωρητέος, α, ο [ἀναθεωρητέος] α-να-θε-ω-ρη-τέ-ος επίθ. (κυρ. ΝΟΜ): που μπορεί ή πρέπει να αναθεωρηθεί: ~ος: κατάλογος/νόμος. ~α: διάταξη. (Μη) ~α άρθρα του Συντάγματος.|| (ως ουσ.) Η Βουλή καλείται να εγκρίνει το ~ο των διατάξεων. Βλ. -τέος. [< μεσν. αναθεωρητέον]
2997αναθεωρητής[ἀναθεωρητής] α-να-θε-ω-ρη-τής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που προβαίνει σε αναθεώρηση: ~ της ιστορίας/του Συντάγματος. ~ μετάφρασης (βλ. διορθωτής, επιμελητής). 2. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικός δικαστής, αρμόδιος για την αναθεώρηση αποφάσεων στρατιωτικών δικαστηρίων. 3. ΠΟΛΙΤ. ρεβιζιονιστής: ~ του λενινισμού/μαρξισμού. Πβ. ρεφορμιστής. [< 1: γαλλ. réviseur, révisionniste 3: γαλλ. révisionniste, 1955]
2998αναθεωρητικός, ή, ό [ἀναθεωρητικός] α-να-θε-ω-ρη-τι-κός επίθ. 1. που προβαίνει σε αναθεώρηση: ~ή: απόφαση/επιτροπή. ~ό: δικαστήριο (: αναθεωρεί αποφάσεις στρατιωτικών δικαστηρίων)/έργο/σώμα. 2. ΠΟΛΙΤ. ρεβιζιονιστικός: ~ή: ιδεολογία. ~ές: αντιλήψεις/απόψεις/θέσεις. Πβ. ρεφορμιστικός.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (= αναθεωρητές, ρεβιζιονιστές). ● ΣΥΜΠΛ.: Αναθεωρητική Βουλή: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. που έχει εξουσιοδοτηθεί από την αμέσως προηγούμενη να προχωρήσει σε αναθεώρηση συγκεκριμένων διατάξεων του Συντάγματος. Βλ. Συνταγματική/Συντακτική Βουλή.
2999αναθεωρητισμός[ἀναθεωρητισμός] α-να-θε-ω-ρη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. ρεβιζιονισμός.
3000αναθεωρώ[ἀναθεωρῶ] α-να-θε-ω-ρώ ρ. (μτβ.) {αναθεωρ-είς ... | αναθεώρ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος}: επανεξετάζω και μεταβάλλω: ~ τις απόψεις/τις εκτιμήσεις/τη στάση/τα σχέδιά μου (μερικώς/πλήρως/ριζικά). Οι εκλογικοί κατάλογοι (: για εγγραφή και διαγραφή εκλογέων)/οι όροι της σύμβασης/οι συνταγματικές διατάξεις (: για συμπλήρωση, τροποποίηση ή κατάργηση) θα ~ηθούν. ΣΥΝ. αλλάζω (1), τροποποιώ ● βλ. αναθεωρημένος [< μτγν. ἀναθεωρῶ, γαλλ. réviser]
3001ανάθημα[ἀνάθημα] α-νά-θη-μα ουσ. (ουδ.) {αναθήμ-ατος | -ατα} ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΕΚΚΛΗΣ.: προσφορά, αφιέρωμα πιστού σε ναό ή σε ιερό πρόσωπο, κυρ. σε ένδειξη ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης: γλυπτά/χάλκινα ~ατα. Πβ. τάμα. [< αρχ. ἀνάθημα]
3002αναθηματικός, ή, ό [ἀναθηματικός] α-να-θη-μα-τι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που αποτελεί ανάθημα ή αναφέρεται σε αυτό: ~ός: τρίποδας. ~ή: επιγραφή/στήλη. ~ό: γλυπτό/ειδώλιο. [< μτγν. ἀναθηματικός, γαλλ. dédicatoire]
3003ανάθρεμμα[ἀνάθρεμμα] α-νά-θρεμ-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): παιδί· κατ' επέκτ. ανατροφή, μεγάλωμα. [< μτγν. ἀνάθρεμμα]
3004αναθρέφωβλ. ανατρέφω
3005αναθρώσκει[ἀναθρώσκει] α-να-θρώ-σκει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.-λογοτ.): (κυρ. για καπνό) ανεβαίνει προς τα πάνω· (μτφ.) ξεπροβάλλει, ξεπηδά. [< αρχ. ἀναθρώσκω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.