| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2977 | αναζωπυρώνω | [ἀναζωπυρώνω] α-να-ζω-πυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αναζωπύρω-σε, αναζωπυρών-εται, αναπυρώ-θηκε, -μένος, αναζωπυρών-οντας} (επίσ.) 1. (μτφ.) ενισχύω κάτι που είχε ατονήσει: Επεισόδιο που ~σε την ένταση μεταξύ των δύο χωρών. Οι διαφορές/συζητήσεις ~ονται. ~θηκε η ανησυχία/η ελπίδα/το ενδιαφέρον/η φημολογία. Τα παλιά πάθη έχουν ~θεί. Πβ. αναμοχλεύω, αφυπνίζω, συνδαυλίζω. Βλ. αναθερμαίνω. 2. (για φωτιά) ξαναφουντώνω: Οι ισχυροί άνεμοι ~σαν τις εστίες της πυρκαγιάς. [< μτγν. ἀναζωπυρῶ, γαλλ. rallumer] | |
| 2978 | αναζωπύρωση | [ἀναζωπύρωση] α-να-ζω-πύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) αναζωπύρηση (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναζωπυρώνω: αιφνίδια ~. ~ του διαλόγου/του ενδιαφέροντος/της έντασης/της κρίσης/των σεναρίων για .../των συγκρούσεων. Ανησυχίες/φόβοι για ~ της βίας. Πβ. ανα-θέρμανση, -μόχλευση, ανάφλεξη, υποδαύλιση.|| Κίνδυνος ~ης της πυρκαγιάς. Πβ. ξαναφούντωμα. [< μτγν. ἀναζωπύρωσις, ἀναζωπύρησις] | |
| 2979 | αναθάρρηση | [ἀναθάρρηση] α-να-θάρ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) & αναθάρρυνση (λόγ.): ανάκτηση θάρρους: Δηλώσεις που προκάλεσαν την ~ των πολιτών. Πβ. εμψύχωση, ενθάρρυνση, ξεθάρρεμα. ΑΝΤ. αποθάρρυνση. [< μτγν. ἀναθάρρησις] | |
| 2980 | αναθαρρύνω | [ἀναθαρρύνω] α-να-θαρ-ρύ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αναθάρρυν-ε}: δίνω ή παίρνω (νέο) θάρρος: ~ονται οι ελπίδες. Η παρουσία της τον ~ε. Πβ. εμψυχώνω. ΑΝΤ. αποθαρρύνω.|| Οι επενδυτές έχουν ~ει (= ενθαρρυνθεί) από τη μείωση των επιτοκίων. ΣΥΝ. αναθαρρώ. [< αρχ. ἀναθαρρύνω] | |
| 2981 | αναθαρρώ & αναθαρρεύω | [ἀναθαρρῶ] α-να-θαρ-ρώ ρ. (αμτβ.) {αναθαρρ-είς ... | αναθάρρ-ησα (λαϊκό) -εψα, -ημένος, -ώντας}: παίρνω (ξανά) θάρρος, τονώνεται το ηθικό μου: Τα ευχάριστα νέα τον έκαναν να ~ήσει. Πβ. ξεθαρρεύω, παίρνω τα (ε)πάνω μου. ΣΥΝ. αναθαρρύνω, εμψυχώνομαι. ΑΝΤ. αποθαρρύνομαι [< αρχ. ἀναθαρρῶ] | |
| 2982 | ανάθεμα | [ἀνάθεμα] α-νά-θε-μα ουσ. (ουδ.) {αναθέμ-ατος} 1. (επιφών.) ως έκφραση αγανάκτησης· κατάρα: ~ (σ') αυτόν που σ' έκανε (: καταραμένος να 'ναι)! ~ την τύχη μου! ~ στη φτώχεια μας! 2. κατάρα, αποκήρυξη· κατ' επέκτ. καταραμένο πρόσωπο ή πράγμα: (μτφ.) Εισπράττει το ηθικό και πολιτικό ~. ΣΥΝ. αναθεματισμός (1) 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. παλαιότ.) αφορισμός: άρση του ~ατος. ● ΦΡ.: ανάθεμα (με) (κι) αν: για επίταση της άρνησης: ~ ~ κατάλαβα τι μου λες!, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που ... (ως κατάρα): για να δηλωθεί ότι κάποιος μετάνιωσε πικρά για κάτι: ~ ~ που σε γνώρισα!, πανάθεμα/(π') ανάθεμα (+ αιτιατ. κυρ. αδύνατου τ. προσ. αντων.): για δήλωση δυσαρέσκειας, εκνευρισμού: ~ά με, όλο ανοησίες κάνω/~ά σας.|| (οικ.) Είναι και νοστιμούλης ~ ~ά τον (: χαριτολογία)!, ρίχνω σε κάποιον/κάτι το ανάθεμα/το(ν) λίθο του αναθέματος & την πέτρα του αναθέματος: επιρρίπτω ευθύνες σε κάποιον για κάτι κακό: Του ~ουν ~ για ό,τι στραβό συμβαίνει., στ' ανάθεμα (ως επιφών., λαϊκό-υβριστ.): για δήλωση εκνευρισμού, στο(ν) διάολο: Άι ~ ~! [< 1,2: μτγν. ἀνάθεμα] | |
| 2983 | αναθεματίζω | [ἀναθεματίζω] α-να-θε-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {αναθεμάτι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} 1. καταριέμαι, βλαστημώ: ~ει την ατυχία/τη μοίρα του. Αναθεμάτιζε την ώρα και τη στιγμή που τον άκουσε. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. παλαιότ.) αφορίζω: ~στηκε ως αιρετικός. Οι ιδέες του αποκηρύχτηκαν και ~στηκαν. [< 1: μτγν. ἀναθεματίζω] | |
| 2984 | αναθεματισμένος | , η, ο [ἀναθεματισμένος] α-να-θε-μα-τι-σμέ-νος επίθ. (προφ.-υβριστ.): καταραμένος: Κοίτα τι μου έκανε ο ~!|| (για δήλωση εκνευρισμού) ~ος: καιρός. Κόλλησε πάλι, το ~ο (μηχάνημα)! Κόψ’ το το ~ο το τσιγάρο! Πβ. άτιμος, κερατένιος. | |
| 2985 | αναθεματισμός | [ἀναθεματισμός] α-να-θε-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αποκήρυξη προσώπου, ενέργειας, πρακτικής, θεωρίας: καταδίκη και ~ μιας πολιτικής. ΣΥΝ. κατάρα (1) 2. ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. παλαιότ.) αφορισμός, ανάθεμα: ~ αιρετικού. ~ από τις Οικουμενικές Συνόδους. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἀναθεματισμός] | |
| 2986 | αναθεμελιώνω | [ἀναθεμελιώνω] α-να-θε-με-λι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αναθεμελίω-σε | αναθεμελιώ-θηκε} (λόγ.) 1. (μτφ.) στηρίζω, οργανώνω κάτι σε νέες βάσεις, αρχές, επιχειρήματα· εγκαθιδρύω, εδραιώνω εκ νέου: ~ μια ερμηνεία/θεωρία. Πβ. αναδομώ. 2. θέτω νέα θεμέλια ή ενισχύω τα υπάρχοντα: Το κτίσμα ~θηκε. | |
| 2987 | αναθεμελίωση | [ἀναθεμελίωση] α-να-θε-με-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναθεμελιώνω: (μτφ.) κοινωνική ~. Απόπειρα ~ης και επανίδρυσης του κράτους. Πβ. αναδόμηση.|| ~ κτιρίου με αντισεισμική θωράκιση. | |
| 2988 | αναθερμαίνω | [ἀναθερμαίνω] α-να-θερ-μαί-νω ρ. (μτβ.) {αναθέρμαν-ε, αναθερμαίν-εται, αναθερμάν-θηκε, -θεί} 1. (μτφ.) δίνω νέα θέρμη, ένταση σε κάτι· αναζωογονώ, αναζωπυρώνω: Συμφωνία που ~ε τους δεσμούς των δύο χωρών/το επενδυτικό κλίμα. Το ενδιαφέρον ~εται. Οι έμποροι ρίχνουν τις τιμές, για να ~θεί η αγορά.|| Εξελίξεις που ~ουν τις ανησυχίες για .../τις παλιές εντάσεις (= αναζωπυρώνουν). ΣΥΝ. ξαναζεσταίνω (2) 2. θερμαίνω ξανά. [< μτγν. ἀναθερμαίνω, γαλλ. réchauffer] | |
| 2989 | αναθέρμανση | [ἀναθέρμανση] α-να-θέρ-μαν-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναθερμαίνω: (μτφ.) ~ της αγοράς/του διαλόγου/της ειρηνευτικής διαδικασίας/της οικονομίας/των σχέσεων των δύο κρατών. ~ της κρίσης (= αναζωπύρωση, ανάφλεξη). Πβ. αναζωογόνηση, τόνωση.|| (κυριολ.) Απόψυξη και ~ (= ξαναζέσταμα). [< μτγν. ἀναθέρμανσις, γαλλ. réchauffage] | |
| 2990 | ανάθεση | [ἀνάθεση] α-νά-θε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναθέτω: (αποκλειστική) ~ κατασκευής/μελέτης (σε εταιρεία). Κατόπιν ~ης/ύστερα από ~. Πβ. επιφόρτιση. Βλ. ανάληψη, εκ-, παρα-χώρηση, μεταβίβαση.|| Δικαστική απόφαση ~ης γονικής μέριμνας.|| ~ μαθημάτων (: σε καθηγητές, για διδασκαλία). ● ΦΡ.: απευθείας ανάθεση (έργου/προμήθειας): που γίνεται από δημόσιο φορέα κατευθείαν σε ιδιωτική εταιρεία της επιλογής του, χωρίς τη διενέργεια πρόσκλησης υποβολής προσφορών (δηλ. διαγωνισμό): ~ ~ σε τεχνική εταιρεία. Συμβάσεις με ~ ~. [< μτγν. ἀνάθεσις ‘σήκωμα βάρους, ανύψωση’] | |
| 2991 | αναθέτω | [ἀναθέτω] α-να-θέ-τω ρ. (μτβ.) {ανέθε-σα (προφ.) ανάθεσα, αναθέ-σω, ανατίθ-εται (προφ.) αναθέτεται, ανατέ-θηκε (λόγ. ανετέθ-η, -ησαν), ανατε-θεί, ανατεθει-μένος, αναθέτ-οντας}: δίνω σε κάποιον την εντολή ή του εμπιστεύομαι (από ανώτερη θέση) την ευθύνη για την εκτέλεση ενός έργου, την άσκηση ενός λειτουργήματος ή την επίβλεψη ενός προσώπου: Του ~σαν τη διαχείριση του προγράμματος/την έρευνα της υπόθεσης. Στην Επιτροπή ~θηκαν/~ησαν εκτελεστικές αρμοδιότητες. Του έχει ~θεί σημαντική αποστολή.|| Το δικαστήριο ~σε την επιμέλεια των παιδιών στη μητέρα. Βλ. αναλαμβάνω. ΣΥΝ. επιφορτίζω [< αρχ. ἀνατίθημι, μεσν. αναθέτω, γαλλ. charger] | |
| 2992 | αναθέτων | , ουσα, ον [ἀναθέτων] α-να-θέ-των επίθ./ουσ. (επίσ.): (για φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που αναθέτει την εκτέλεση ορισμένου έργου ή αποστολής σε κάποιον: Ο ~ων φορέας. Η ~ουσα Αρχή. Βλ. ανάδοχος. | |
| 2993 | αναθεωρημένος | , η, ο [ἀναθεωρημένος] α-να-θε-ω-ρη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει αναθεωρηθεί: ~ος: κανονισμός/νόμος/προϋπολογισμός. ~η: έκδοση βιβλίου (βλ. ανατύπωση, επανέκδοση). ~ο: άρθρο του Συντάγματος/πρόγραμμα/σχέδιο. ~ες: διατάξεις/οδηγίες. ● βλ. αναθεωρώ | |
| 2994 | αναθεώρηση | [ἀναθεώρηση] α-να-θε-ώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναθεωρώ: αναλυτική/μερική/ολική/πλήρης/ριζική ~. ~ μιας απόφασης/απόψεων/του βιβλίου/εκτίμησης/θέσης/του λεξικού/στάσης/συνθήκης. ~ των προβλέψεων/προϋποθέσεων. Προβαίνω/προχωρώ/υπόκειται σε ~. Γίνεται ~ (άρθρων) του Συντάγματος (: συμπλήρωση, τροποποίηση ή κατάργηση).|| ~ άδειας/διπλώματος (οδήγησης) (= επανέλεγχος)/βαθμολογίας (= αναβαθμολόγηση). ΣΥΝ. αλλαγή (1), επανεξέταση ● ΣΥΜΠΛ.: αναθεώρηση/αναψηλάφηση της δίκης/της υπόθεσης: ΝΟΜ. επανεξέταση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης: Ο Άρειος Πάγος απέρριψε το αίτημα για ~ ~. [< γαλλ. (La) révision d'un procès] [< μτγν. ἀναθεώρησις, γαλλ. révision] | |
| 2995 | αναθεωρήσιμος | , η, ο [ἀναθεωρήσιμος] α-να-θε-ω-ρή-σι-μος επίθ.: κυρ. ΝΟΜ. που μπορεί να αναθεωρηθεί: ~η: απόφαση. ~ο: πρόγραμμα. Η συνθήκη είναι μη ~η. (Μη) ~ες διατάξεις του Συντάγματος. [< γερμ. überprüfbar] | |
| 2996 | αναθεωρητέος | , α, ο [ἀναθεωρητέος] α-να-θε-ω-ρη-τέ-ος επίθ. (κυρ. ΝΟΜ): που μπορεί ή πρέπει να αναθεωρηθεί: ~ος: κατάλογος/νόμος. ~α: διάταξη. (Μη) ~α άρθρα του Συντάγματος.|| (ως ουσ.) Η Βουλή καλείται να εγκρίνει το ~ο των διατάξεων. Βλ. -τέος. [< μεσν. αναθεωρητέον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ