| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38769 | παραφυσικός | , ή, ό πα-ρα-φυ-σι-κός επίθ.: που δεν μπορεί να ερμηνευθεί ή να κατανοηθεί με βάση τους φυσικούς νόμους ή με επιστημονικούς όρους: ~ή: δραστηριότητα/εμπειρία. ~ά: γεγονότα/φαινόμενα. Πβ. υπερφυσικός. Βλ. μεταφυσικός. [< αγγλ. paranormal, 1905, γαλλ. ~, 1920] | |
| 38770 | παραφωνία | πα-ρα-φω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. ήχοι, φθόγγοι που παρεκκλίνουν από την αρμονία, την τονικότητα ενός μουσικού έργου και έχουν άσχημο ακουστικό αποτέλεσμα. Πβ. κακοφωνία, παρατονία, φάλτσο. Βλ. -φωνία. ΑΝΤ. ευφωνία 2. (μτφ.) ασυμβατότητα, δυσαρμονία κάποιου στοιχείου σε σχέση με το σύνολο στο οποίο εντάσσεται: αισθητική/θλιβερή ~. Μοναδική ~ στην εκδήλωση ήταν η απουσία κάποιων καλεσμένων. Το κόμμα κατεβαίνει στις εκλογές ενωμένο, χωρίς ~ες. [< 1: μτγν. παραφωνία 'αρμονία', γαλλ. paraphonie, αγγλ. paraphonia] | |
| 38771 | παράφωνος | , η, ο πα-ρά-φω-νος επίθ. 1. ΜΟΥΣ. (κυρ. για πρόσ.) κακόφωνος, φάλτσος: Ο τραγουδιστής ήταν τελείως ~. ΣΥΝ. παράτονος.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: τραγούδι. Βλ. -φωνος. 2. (σπάν.-μτφ.) παράταιρος: ~ες: απόψεις. ● επίρρ.: παράφωνα [< μτγν. παράφωνος ‘αυτός που συνηχεί’] | |
| 38772 | παραφωτίδα | πα-ρα-φω-τί-δα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. φινιστρίνι. | |
| 38773 | παραχάιδεμα | πα-ρα-χά-ι-δε-μα ουσ. (ουδ.) (επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραχαϊδεύω. Πβ. κανάκεμα, ντάντεμα. | |
| 38774 | παραχαϊδεύω | πα-ρα-χα-ϊ-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {παραχάιδε-ψα, παραχαϊδε-μένος} (επιτατ.): κακομαθαίνω: Τον ~ουν και του κάνουν όλα τα χατίρια. ~μένο παιδί. Πβ. κανακεύω, νταντεύω. | |
| 38775 | παραχαράκτης | πα-ρα-χα-ρά-κτης ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που φτιάχνει πλαστά νομίσματα ή κυρ. χαρτονομίσματα. Πβ. πλαστογράφος. 2. (μτφ.) διαστρεβλωτής: ~ες της αλήθειας. [< 1: μτγν. παραχαράκτης 2: μεσν. ~] | |
| 38776 | παραχάραξη | πα-ρα-χά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. κατασκευή πλαστών, κίβδηλων νομισμάτων, χαρτονομισμάτων ή άλλων εγγράφων. Πβ. κιβδηλεία, πλαστο-γράφηση, -γραφία. 2. (μτφ.) παραποίηση, διαστρέβλωση: ~ του αποτελέσματος των εκλογών (πβ. νοθεία)/του ιστορικού παρελθόντος. Πβ. αλλοίωση. [< μτγν. παραχάραξις] | |
| 38777 | παραχαράσσω | πα-ρα-χα-ράσ-σω ρ. (μτβ.) {παραχάρα-ξα, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος, παραχαράσσ-οντας} & παραχαράζω 1. φτιάχνω πλαστά, κίβδηλα αντίγραφα συνήθ. κερμάτων ή χαρτονομισμάτων. Πβ. πλαστογραφώ. 2. (μτφ.) παραποιώ, διαστρεβλώνω: ~ξαν την ιστορία. Πβ. αλλοιώνω. [< μτγν. παραχαράσσω] | |
| 38778 | παραχειμάζω | πα-ρα-χει-μά-ζω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (σπάν.-λόγ.): ξεχειμωνιάζω. [< αρχ. παραχειμάζω] | |
| 38779 | παραχοντραίνω | πα-ρα-χο-ντραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παραχόντρυνα} (προφ.-επιτατ.) 1. (μτφ.) αποκτώ ή δίνω υπερβολικές διαστάσεις σε κάτι: Το παιχνίδι παραχόντρυνε.|| Σταμάτα την πλάκα. Το παραχόντρυνες (πβ. το παρακάνω). 2. παχαίνω πάρα πολύ. | |
| 38780 | παραχρήμα | [παραχρῆμα] πα-ρα-χρή-μα επίρρ. (αρχαιοπρ.): αμέσως, χωρίς χρονοτριβή: Απόφαση που εκδίδεται ~. ΣΥΝ. αμελλητί, ανυπερθέτως, πάραυτα ● ΦΡ.: αυθωρεί και παραχρήμα βλ. αυθωρεί [< αρχ. παραχρῆμα] | |
| 38781 | παράχρηση | πα-ρά-χρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατάχρηση: ~ της εξουσίας. [< μτγν. παράχρησις] | |
| 38782 | παράχωμα | πα-ρά-χω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. συσσώρευση χώματος γύρω από τη ρίζα φυτού για διατήρηση της υγρασίας του εδάφους. 2. (σπάν.) ανάχωμα συνήθ. για τη συγκράτηση υδάτων. Βλ. επιχωμάτωση, -χωμα. [< μτγν. παράχωμα] | |
| 38783 | παραχώνω | πα-ρα-χώ-νω ρ. (μτβ.) {παράχω-σα, παραχώ-θηκε, -μένος} (προφ.) 1. σκεπάζω, καλύπτω με χώμα: ~σε το φυτό βαθύτερα στο έδαφος. 2. κρύβω, θάβω: ~σε το γράμμα σε ένα συρτάρι, για να μην το βρουν. Πβ. καταχωνιάζω. [< μεσν. παραχώνω] | |
| 38784 | παραχώρηση | πα-ρα-χώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.): εκούσια μεταβίβαση δικαιώματος, πράγματος σε κάποιον άλλο: άμεση/δωρεάν/έγγραφη/μακροχρόνια/οριστική/παράνομη/προσωρινή ~. Αίτηση/βεβαίωση/όροι/συμβάσεις/σύμφωνο ~ης. Αμοιβαίες/εδαφικές/εμπορικές/φορολογικές ~ήσεις. ~ αιγιαλού/(αγροτικών) εκτάσεων/κυριαρχίας/μετοχών/οικοπέδου για .../πνευματικών δικαιωμάτων/υλικού/της χρήσης ακινήτου. ~ σχολικών κτιρίων/χώρων. Πολιτική ~ήσεων (βλ. ενδοτικότητα). ~ οικονομικής βοήθειας στους πληγέντες από ... Δεν θα κάνει καμία ~ προς τους ... (πβ. υποχώρηση). Με την ευγενική ~ του Δήμου ... Άνευ όρων ~ήσεις.|| (καταχρ.) ~ εργαζομένων σε άλλο εργοδότη. ● ΦΡ.: κατά παραχώρηση: με την άδεια, την προσφορά ή την ανοχή κάποιου: Η εταιρεία έχει αναλάβει ~ ~ την κατασκευή και εκμετάλλευση του ... || (ΘΕΟΛ.) ~ ~ του Θεού. [< μτγν. παραχώρησις, γαλλ. concession] | |
| 38785 | παραχωρησιούχος | [παραχωρησιοῦχος] πα-ρα-χω-ρη-σι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): ανάδοχος εταιρεία στην οποία παραχωρείται η ευθύνη μελέτης, υλοποίησης και συχνά λειτουργίας ενός δημόσιου έργου ή η χρήση ενός δημόσιου χώρου: Βλ. -ούχος1.|| (ως επίθ.) ~ κοινοπραξία. | |
| 38786 | παραχωρητήριο | πα-ρα-χω-ρη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. δημόσιο έγγραφο με το οποίο παραχωρείται κάποιο πράγμα ή δικαίωμα σε τρίτο πρόσωπο. Πβ. εκχωρητήριο. Βλ. -τήριο. | |
| 38787 | παραχωρητής | πα-ρα-χω-ρη-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο που παραχωρεί κάτι: ~ές εγγυητικών επιστολών για εξασφάλιση απαιτήσεων. [< γαλλ. concesseur] | |
| 38788 | παραχωρητικός | , ή, ό πα-ρα-χω-ρη-τι-κός επίθ. 1. που κάνει παραχωρήσεις: ~οί: γονείς. Φάνηκε ~ προς τους διαπραγματευτές. Πβ. ενδοτ-, υποχωρητ-ικός. 2. ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει παραχώρηση: ~ές: προτάσεις (: δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις που εκφράζουν παραχώρηση προς αυτό που δηλώνει το ρήμα της πρότασης από την οποία εξαρτώνται). ~οί: σύνδεσμοι (π.χ. και να, ακόμα και αν, και ας). Βλ. αντιθετ-, εναντιωματ-ικός. [< 1: μτγν. παραχωρητικός 2: νεολατ. concessivus] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ