Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39380-39400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38785παραχωρησιούχος[παραχωρησιοῦχος] πα-ρα-χω-ρη-σι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): ανάδοχος εταιρεία στην οποία παραχωρείται η ευθύνη μελέτης, υλοποίησης και συχνά λειτουργίας ενός δημόσιου έργου ή η χρήση ενός δημόσιου χώρου: Βλ. -ούχος1.|| (ως επίθ.) ~ κοινοπραξία.
38786παραχωρητήριοπα-ρα-χω-ρη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. δημόσιο έγγραφο με το οποίο παραχωρείται κάποιο πράγμα ή δικαίωμα σε τρίτο πρόσωπο. Πβ. εκχωρητήριο. Βλ. -τήριο.
38787παραχωρητήςπα-ρα-χω-ρη-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο που παραχωρεί κάτι: ~ές εγγυητικών επιστολών για εξασφάλιση απαιτήσεων. [< γαλλ. concesseur]
38788παραχωρητικός, ή, ό πα-ρα-χω-ρη-τι-κός επίθ. 1. που κάνει παραχωρήσεις: ~οί: γονείς. Φάνηκε ~ προς τους διαπραγματευτές. Πβ. ενδοτ-, υποχωρητ-ικός. 2. ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει παραχώρηση: ~ές: προτάσεις (: δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις που εκφράζουν παραχώρηση προς αυτό που δηλώνει το ρήμα της πρότασης από την οποία εξαρτώνται). ~οί: σύνδεσμοι (π.χ. και να, ακόμα και αν, και ας). Βλ. αντιθετ-, εναντιωματ-ικός. [< 1: μτγν. παραχωρητικός 2: νεολατ. concessivus]
38789παραχωρώ[παραχωρῶ] πα-ρα-χω-ρώ ρ. (μτβ.) {παραχωρ-είς ..., -ώντας | παραχώρ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος}: δίνω, προσφέρω κάτι∙ μεταβιβάζω, εκχωρώ κάποιο πράγμα ή δικαίωμα σε τρίτους: ~ μια έκταση/τη θέση μου/τη σειρά μου (π.χ. σε ταμείο τράπεζας). Ο πρωθυπουργός ~ησε (= παρέθεσε) συνέντευξη τύπου. Μας ~ησαν την άδεια να ... Οι κατακτητές ~ησαν (σχετική) αυτονομία στην πόλη. Η ομάδα ~ησε ισοπαλία στους αντιπάλους της. Η αίθουσα ~ήθηκε ευγενικά από ... Το ακίνητο ~ήθηκε προς χρήση στην πρεσβεία. ~ήθηκαν ... στρέμματα γης σε ακτήμονες. Ο χώρος είναι νόμιμα ~ημένος από τον Δήμο. ~ούμενη: τεχνογνωσία. Πβ. διαθέτω. [< αρχ. παραχωρῶ, γαλλ. concéder]
38790παραψυχολογίαπα-ρα-ψυ-χο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): μελέτη παραφυσικών φαινομένων, όπως η τηλεπάθεια, η ψυχοκίνηση και η μαντική ικανότητα. Βλ. μεταφυσική. ΣΥΝ. μεταψυχική [< γαλλ. parapsychologie, 1908, αγγλ. parapsychology, 1925]
38791παραψυχολογικός, ή, ό πα-ρα-ψυ-χο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παραψυχολογία: ~ές: δυνάμεις. ~ά: φαινόμενα. ΣΥΝ. μεταψυχικός [< γαλλ. parapsychologique, 1948, αγγλ. parapsychological, 1925]
38792παραψυχολόγοςπα-ρα-ψυ-χο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στην παραψυχολογία: ~-μέντιουμ. Βλ. μελλοντολόγος. [< γαλλ. parapsychologue, αγγλ. parapsychologist, 1925]
26026παρδάλω

κό-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. το θηλυκό του κόκκορα (επιστ. ονομασ. Gallus gallus, Gallus domesticus) που εκτρέφεται για τα αβγά και το κρέας του: αλανιάρα ~ (= ελεύθερης βοσκής). Η ~ κακαρίζει. Μαδώ μια ~. Οι ~ες κουρνιάζουν μέσα στο κοτέτσι. Πβ. όρνιθα. Βλ. αγριό-, νερό-, ξυλό-, φραγκό-κοτα, κοτόπουλο, πουλάδα.|| (ΜΑΓΕΙΡ., το κρέας της) ~ βραστή/λεμονάτη. Ζωμός/κύβος/στήθος ~ας. 2. (μτφ.) άβουλος, δειλός άνθρωπος: Τελικά είσαι μεγάλη ~! Έπαιξαν σαν ~ες (= χωρίς δυναμισμό). 3. (μτφ.-υβριστ.) γυναίκα χαμηλού επιπέδου, επιπόλαιη και κουτσομπόλα. Πβ. κατίνα, τσόκαρο. Βλ. γαϊδούρα, γουρούνα, δαμάλα, κατσίκα, φοράδα. ● Υποκ.: κοτούλα & κοτίτσα (η) ● Μεγεθ.: κοτάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: κότα λειράτη (αργκό-επιτατ.): πολύ φοβητσιάρης, δειλός άνθρωπος., χρυσοφόρος κότα/όρνιθα βλ. χρυσοφόρος ● ΦΡ.: δεν ξέρει από πού κατουράει η κότα (προφ.): δεν ξέρει τίποτα, είναι εντελώς ανίδεος., η κότα έκανε/γέννησε τ' αβγό ή το αβγό την κότα; (προφ.): σε περιπτώσεις που δεν μπορεί να προσδιοριστεί η σχέση αιτίου-αποτελέσματος, για φαύλο κύκλο., η κότα με τα χρυσά αβγά/που κάνει/γεννά τα χρυσά αβγά & (σπάν.) η χήνα με τα χρυσά αβγά (μτφ.): για κάθε πηγή εύκολου κέρδους, πλουτισμού: Βρήκε την ~ ~. [< γαλλ. la poule aux œufs d'or] , θα γελάσουν και οι κότες (προφ.): για κάποιον που γίνεται περίγελος ή για κάτι γελοίο. Πβ. θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι., κάθομαι σαν (την) κότα (προφ.): μένω αδρανής, δεν αντιδρώ, δεν διεκδικώ: Καθόταν ~ μπροστά στον διευθυντή., κοιμάμαι/ξυπνώ με τις κότες (προφ.): πολύ νωρίς το βράδυ/το πρωί. Πβ. με τα κοκόρια. [< γαλλ. se coucher/se lever comme (avec) les poules] , να φαν κι/φάνε και οι κότες (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί αφθονία: Έχει λεφτά ~ ~., οδηγεί/πάει σαν κότα (προφ.): πολύ αργά., σαν την κότα στο μύλο (παροιμ.): για κάποιον που βρίσκει τα πάντα έτοιμα, χωρίς να καταβάλει καμία προσπάθεια., το ξέρουν και οι κότες (προφ.): για κάτι πασίγνωστο., αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες βλ. κακάρισμα, ζωή χαρισάμενη/ζωή και κότα βλ. ζωή, η γριά/η παλιά (η) κότα έχει το ζουμί βλ. ζουμί, όποιος ανακατεύεται/μπλέκει με τα πίτουρα, τον τρών(ε) οι κότες βλ. ανακατεύω [< μτγν. κόττος]

38794παρδόνβλ. παρντόν
38802πάρε-δώσεπά-ρε δώ-σε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. δοσοληψία, συναλλαγή, συνήθ. οικονομική: τα ~ ~ των μεταγραφών των ομάδων. Πβ. δούναι και λαβείν. ΣΥΝ. αλισβερίσι 2. (κατ' επέκτ.) κάθε είδους διαπροσωπική σχέση, συναναστροφή: Δεν θέλω (πολλά) ~ ~ μαζί τους. Κόψε τα ~ ~ με αυτή την παρέα, θα μπλέξεις. Πβ. νταραβέρι, πολλά-πολλά. ● ΦΡ.: έχω παρτίδες/πάρε-δώσε/νταραβέρια βλ. έχω
38795παρέαπα-ρέ-α ουσ. (θηλ.) 1. ομάδα προσώπων που συνήθ. συνδέονται με φιλικές σχέσεις· συντροφιά: ανδρική (= αντρο~)/γυναικεία (= γυναικο~)/καλοκαιρινή/μεγάλη/μεικτή (: που αποτελείται από αγόρια και κορίτσια)/νεανική/παιδική/τηλεοπτική/τρελή/φοιτητική ~. ~ αγνώστων/νέων/συνομιλήκων. Ήμασταν μία ~ δέκα ατόμων. Ήρθε με ~ στο πάρτι (: με ένα ή περισσότερα άτομα). Είναι καινούργιος στην ~ μας. Έλα στην ~ μας! Δεν έχω ~ να πηγαίνω για τρέξιμο (: δεν έχω με ποιον να πάω).|| Κάνει ~ με κάποιον/μαζί του (= τον συναναστρέφεται)/με τους ομοίους του. Δεν τον κάνουμε ~. Κάνω/κρατώ ~ σε κάποιον. Κάνει καλή ~ (: είναι ευχάριστος/-η). Κόβω τις ~ες με κάποιον.|| (γενικότ. στον πληθ. τα άτομα με τα οποία συναναστρέφεται κάποιος:) Έχει μπλέξει με κακές ~ες (= συναναστροφές). Κάνει εύκολα ~ες (= φίλους).|| Τα παιδιά κάθονταν στην αυλή ~ες ~ες (= κατά ομάδες). 2. (ως επίρρ.) μαζί, ομαδικά: Πήγαμε ~ στο πάρτι. 3. (μτφ.) ό,τι μας συντροφεύει: Η μόνη του πια ~ είναι τα βιβλία. ● Υποκ.: παρεάκι (το), παρεΐτσα (η), παρεούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: η ψυχή της παρέας: μέλος παρέας που διακρίνεται για τον ενθουσιασμό του, τη ζωντάνια του, την κοινωνικότητά του, το χιούμορ του, την ικανότητά του να κάνει τους άλλους να περνούν ευχάριστα: Είναι ~ ~. [< ισπανοεβραϊκό parea < ισπ. pareja ‘ανδρόγυνο’]
38796παρεγκεφαλίδαπα-ρε-γκε-φα-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. τμήμα του εγκεφάλου που βρίσκεται κάτω από τα εγκεφαλικά ημισφαίρια, στη βάση της κρανιακής κοιλότητας, και συντονίζει τις μυϊκές κινήσεις. [< αρχ. παρεγκεφαλίς, γαλλ. parencéphale]
38797παρεγκεφαλιδικός, ή, ό πα-ρε-γκε-φα-λι-δι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παρεγκεφαλίδα: ~ός: φλοιός. ~ό: αιμάτωμα/έμφραγμα/σύνδρομο. Αριστερό/δεξιό ~ό ημισφαίριo.
38798παρεγκεφαλίτιδαπα-ρε-γκε-φα-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ασθένεια που προσβάλλει την παρεγκεφαλίδα. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. parencéphalite]
38799παρέγχυμαπα-ρέγ-χυ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΑΝΑΤ. θεμελιώδης ιστός ζωικού οργάνου σε αντιδιαστολή με τον συνδετικό ιστό: εγκεφαλικό/ηπατικό/νεφρικό/πνευμονικό ~. 2. ΒΟΤ. βασικός ιστός των ανώτερων φυτών, σχηματιζόμενος από κύτταρα με λεπτά τοιχώματα, που συνθέτει το μεγαλύτερο τμήμα των φύλλων, των ριζών, του καρπού και των βλαστών. [< 1: μτγν. παρέγχυμα, γαλλ. parenchyme, αγγλ. parenchyma]
38800παρεγχυματικός, ή, ό πα-ρεγ-χυ-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το παρέγχυμα: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ή: νεφροπάθεια. ~ά: όργανα.|| (ΒΟΤ.) ~ός: ιστός. ~ά: κύτταρα. [< γαλλ. parenchymateux]
38801πάρεδροςπά-ρε-δρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {παρέδρ-ου}: πρόσωπο που αναπληρώνει, αντικαθιστά ανώτερο λειτουργό δημόσιας διοίκησης ή υπηρεσίας· κυρ. για δήλωση ιεραρχικής θέσης: (ΝΟΜ.) ~ Εισαγγελίας/του Ελεγκτικού Συνεδρίου/του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους/του Συμβουλίου της Επικρατείας. ~ Πρωτοδικείου (: βαθμός τακτικού δικαστή).|| Μόνιμος ~ του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. [< αρχ. πάρεδρος, γαλλ. assesseur]
38803παρειάπα-ρει-ά ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. μάγουλο. 2. (μτφ.) κυρτό τοίχωμα ή πλαϊνό μέρος συνήθ. αγγείου, βουνού ή πλοίου. [< αρχ. παρειά]
38804παρειακός, ή, ό πα-ρει-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με την παρειά, το μάγουλο: ~ός: βλεννογόνος. ~ή: περιοχή της άνω και κάτω γνάθου.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.