Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39400-39420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38805παρεισάγωπα-ρει-σά-γω ρ. (μτβ.) {παρεισ-ήγαγε, -ήχθη} (σπάν.-λόγ.): παρεμβάλλω κάτι με έμμεσο, πλάγιο τρόπο: ~ήγαγε πλήθος έκτακτων θεμάτων στην ημερήσια διάταξη. Χωρίο στο οποίο ~ήχθησαν αργότερα μικρές φράσεις. [< αρχ. παρεισάγω]
38806παρεισαγωγήπα-ρει-σα-γω-γή ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.) 1. παράνομη εισαγωγή αγαθών. 2. παρεμβολή συνήθ. φράσεων σε κείμενο. [< μτγν. παρεισαγωγή]
38807παρείσακτος, η, ο πα-ρεί-σα-κτος επίθ. (λόγ.): που δεν εντάσσεται αρμονικά σε ένα σύνολο, που βρίσκεται σε κάποιον χώρο απρόσκλητος· κατ' επέκτ. ανεπιθύμητος, ενοχλητικός: (κυρ. για πρόσ.) Ένιωθε αμήχανα, ~ μέσα στην παρέα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΕΧΝΟΛ.) Για τις τηλεφωνικές υποκλοπές χρησιμοποιήθηκε ~ο λογισμικό (= κρυφά εγκατεστημένο, παράνομο). [< μτγν. παρείσακτος]
38808παρείσδυσηπα-ρείσ-δυ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): παρείσφρηση: παράνομη ~ σε προσωπικούς υπολογιστές. [< μτγν. παρείσδυσις]
38809παρεισδύωπα-ρεισ-δύ-ω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): παρεισφρέω: Ύποπτα προϊόντα ~ουν στην αγορά. [< μτγν. παρεισδύω, αρχ. παρεισδύομαι]
38810παρεΐστικος, η, ο πα-ρε-ΐ-στι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την παρέα ή ταιριάζει σε αυτή: ~η: ατμόσφαιρα/διάθεση/νοοτροπία. ~ο: κλίμα/περιβάλλον/στέκι. ● επίρρ.: παρεΐστικα
38811παρεισφρέωπα-ρει-σφρέ-ω ρ. (αμτβ.) {παρείσφρ-ησε κ. παρεισέφρ-ησε, παρεισφρ-ήσει, παρεισφρέ-οντας} & (καταχρ.) παρεισφρύω (απαιτ. λεξιλόγ.): εισχωρώ, εισέρχομαι, διεισδύω κάπου, συχνά με κρυφό, δόλιο τρόπο ή κατά λάθος: Ομάδα κουκουλοφόρων ~ησε στην πορεία.|| Γλωσσικό/τυπογραφικό λάθος που ~ησε στο κείμενο. Πβ. εμφιλοχωρεί. ΣΥΝ. παρεισδύω [< μτγν. παρεισφρέω]
38812παρείσφρησηπα-ρεί-σφρη-ση ουσ. (θηλ.) & (καταχρ.) παρείσφρυση (απαιτ. λεξιλόγ.): κρυφή ή δόλια εισχώρηση, είσοδος, διείσδυση: ~ ξένων στοιχείων στη διαμαρτυρία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Σύστημα ανίχνευσης/εντοπισμού ηλεκτρονικής ~ης. ΣΥΝ. παρείσδυση [< μεσν. παρείσφρησις]
38813παρεισφρύωβλ. παρεισφρέω
38814παρέκβασηπα-ρέκ-βα-ση ουσ. (θηλ.): απόκλιση από το κύριο θέμα ομιλίας: ιστορικές/μυθολογικές ~άσεις. Μετά την ~, επανήλθε στο ζήτημα των ... Ας σημειωθεί, κατά ~ (= παρεκβατικά) ότι ... [< αρχ. παρέκβασις]
38815παρεκβατικός, ή, ό πα-ρεκ-βα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παρέκβαση: ~ή: αναφορά. ~ό: σχόλιο. ● επίρρ.: παρεκβατικά [< μτγν. παρεκβατικός]
38816παρέκειπα-ρέ-κει επίρρ. (λαϊκό): παρακεί, πιο εκεί, πιο πέρα· κυρ. στις ● ΦΡ.: στο μη παρέκει/περαιτέρω βλ. περαιτέρω, ως εδώ (και μη παρέκει) βλ. εδώ [< μεσν. παρέκει]
38817παρεκκλήσιπα-ρεκ-κλή-σι ουσ. (ουδ.) & παρεκκλήσιο: μικρός ναός δίπλα σε άλλον μεγαλύτερο: Η σορός του μεταφέρθηκε στο ~ της Μονής.|| (ειδικότ., που ανήκει σε ίδρυμα ή ιδιώτη) Το ~ του νοσοκομείου. [< μεσν. παρεκκλήσιον]
38818παρεκκλησιαστικός, ή, ό βλ. παραεκκλησιαστικός
38819παρεκκλίνωπα-ρεκ-κλί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρεξέκλινε κ. παρέκκλινε, παρεκκλίν-οντας, λόγ. μτχ. -ων, -ουσα, -ον}: βγαίνω από την κανονική μου πορεία· απομακρύνομαι από τις αρχικές μου θέσεις: Ο οδηγός παρέκκλινε προς τα αριστερά, για να αποφύγει τα εμπόδια. Το αεροπλάνο παρεξέκλινε από τον διάδρομο προσγείωσης.|| (λόγ., + γεν.) Το αυτοκίνητο παρεξέκλινε της πορείας του και χτύπησε σε δέντρο.|| (μτφ.) ~ από το πρόγραμμά/από τους στόχους μου. Βουλευτής που ~ει από την κομματική γραμμή. Πβ. ξεφεύγω, παρεκτρέπομαι. ΣΥΝ. λοξοδρομώ, ξεστρατίζω (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αποκλίνουσα/παρεκκλίνουσα συμπεριφορά βλ. αποκλίνων [< μτγν. παρεκκλίνω]
38820παρέκκλισηπα-ρέκ-κλι-ση ουσ. (θηλ.): απομάκρυνση συνήθ. από την αρχική πορεία ή από θέσεις, αρχές: ~ από την κύρια διαδρομή. Πβ. ξεστράτισμα.|| (μτφ.) Θεσμική/ιδεολογική ~. ~ από το πρόγραμμα. Σεξουαλικές ~ίσεις (= αποκλίσεις).|| Κατά ~ των κείμενων διατάξεων/από τους ισχύοντες όρους (= παρακάμπτοντας τις διατάξεις/τους όρους) ... Δεν θα δεχθεί καμία ~ στην εφαρμογή του κανονισμού. Πβ. (παρ)εκτροπή. ΣΥΝ. λοξοδρόμηση [< μτγν. παρέκκλισις]
38821παρέκτασηπα-ρέ-κτα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επέκταση: ~ αρμοδιότητας/δικαιοδοσίας. [< μτγν. παρέκτασις]
38822παρεκτόπισηπα-ρε-κτό-πι-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μετατόπιση ιστού ή οργάνου από την αρχική του θέση. Πβ. εξάρθρημα. Βλ. πρόπτωση. [< γαλλ.-αγγλ. dislocation]
38823παρεκτόςπα-ρε-κτός επίρρ. (προφ.): εκτός: Δεν έχουμε άλλον ~ από σένα.|| Δεν επεμβαίνει ~ σε ελάχιστες περιπτώσεις. ● ΦΡ.: εκτός/παρεκτός (και/κι) αν βλ. αν [< μτγν. παρεκτός]
38824παρεκτρέπομαιπα-ρε-κτρέ-πο-μαι ρ. (αμτβ.) {παρεκτράπ-ηκα (σπάν.-λόγ. παρεξετράπ-η, -ησαν, μτχ. παρεκτραπ-είς, -είσα, -έν)} 1. (μτφ.) χάνω την αυτοσυγκράτησή μου, τον έλεγχό μου, βγαίνω εκτός εαυτού: Οι φίλαθλοι ~ησαν στο τέλος του αγώνα. Οι διαδηλωτές ~ηκαν και εκδηλώθηκαν επεισόδια. (λόγ.) Τιμωρία των ~έντων μαθητών. ΣΥΝ. παραφέρομαι, υπερβαίνω/ξεπερνώ τα εσκαμμένα 2. {κυρ. στο γ' πρόσ.} παρεκκλίνω, ξεφεύγω από τον δρόμο μου: Το όχημα ~ηκε της πορείας του.|| (μτφ.) Το θέμα/η κατάσταση/η συζήτηση ~ηκε. ΣΥΝ. λοξοδρομώ, ξεστρατίζω (1) [< αρχ. παρεκτρέπομαι, γαλλ. dévier]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.