Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39420-39440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38825παρεκτροπήπα-ρε-κτρο-πή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) παρέκκλιση· ανάρμοστη, απρεπής συμπεριφορά: διατροφικές/σεξουαλικές ~ές. Πβ. απόκλιση.|| Ηθική ~. Πβ. εκτραχηλισμός. 2. απομάκρυνση από την κανονική πορεία, από την αρχική θέση: (ΝΑΥΤ.) ~ πυξίδας (: σφάλμα της μαγνητικής βελόνας λόγω της επίδρασης του μαγνητικού πεδίου των μεταλλικών τμημάτων του πλοίου). [< μτγν. παρεκτροπή, γαλλ. déviation]
38826παρέλασηπα-ρέ-λα-ση ουσ. (θηλ.) 1. πομπή παραταγμένων στρατιωτικών ή/και άλλων τμημάτων, στο πλαίσιο εορτασμού σημαντικού γεγονότος, συνήθ. εθνικής επετείου: στρατιωτική ~ (ή ~ των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας). Μαθητική/σχολική ~ (βλ. παραστάτης, σημαιοφόρος). Δοκιμαστική/εθνική ~. Η ~ της ομογένειας. Η ~ της 25ης Μαρτίου/της 28ης Οκτωβρίου. Τελετάρχης της ~ης. ~ μπροστά από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Διοργάνωση ~ης. Παίρνω μέρος στην ~. Παρακολουθώ την ~. Την ~ άνοιξαν οι ... Είχε το γενικό πρόσταγμα της ~ης. Στην ~ παρέστη ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.|| Η ~ των (αποκριάτικων) αρμάτων/των καρναβαλιστών. Πβ. παράτα1. 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) διαδοχικό πέρασμα προσώπων ή πραγμάτων από κάπου: ~ αστέρων στο φεστιβάλ/ονομάτων στη μεταγραφική λίστα (αθλητικής ομάδας). Υποψήφιοι βουλευτές κάνουν ~ (= παρελαύνουν) σε εκπομπές.|| ~ παλαιών αυτοκινήτων. [< μτγν. παρέλασις ‘υπερφαλάγγιση του εχθρού με το ιππικό’, γαλλ. parade, défilé]
38827παρελαύνωπα-ρε-λαύ-νω ρ. (αμτβ.) {παρέλα-σε (λόγ.) παρήλα-σε, παρελά-σει, παρελαύν-οντας}: κάνω παρέλαση: Στρατιωτικά τμήματα/μαθητές ~σαν μπροστά από την εξέδρα των επισήμων. (Στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων:) Η ελληνική ομάδα ~σε πρώτη με σημαιοφόρο τον/την ...|| ~ει η καρναβαλική πομπή/φιλαρμονική του δήμου. (κατ' επέκτ.) Αυτοκίνητα-αντίκες ~σαν στους δρόμους της πόλης.|| (μτφ.-ειρων.) Όλη η σοουμπίζ έχει ~σει (= περάσει) από την εκπομπή της. [< αρχ. παρελαύνω ‘προχωρώ εποχούμενος σε άρμα, περιοδεύω’, γαλλ. parader, défiler]
12031παρελαύνω

δε-σπό-ζω ρ. (αμτβ.) {δέσπο-ζε, -σε, δεσπόζ-ων, -οντας} (συνήθ. + σε) (λόγ.) 1. ξεχωρίζω λόγω διαστάσεων ή θέσης: Το άγαλμα ~ει στο κέντρο της πλατείας. Ο πύργος ~ζε από ψηλά/στην κορυφή του λόφου. 2. επικρατώ, κυριαρχώ, επιβάλλομαι: Εδώ και έναν μήνα το θέμα ~ει στα δελτία ειδήσεων. Η παρουσία του εξακολουθεί να ~ει στα μουσικά πράγματα/στην πνευματική ζωή. Την περίοδο της δικτατορίας ~ζε η βία (= βασίλευε). [< αρχ. δεσπόζω ‘εξουσιάζω’, γαλλ. dominer]

38828παρέλευσηπα-ρέ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (για χρονικό διάστημα) πέρασμα: ~ εξαμήνου/προθεσμίας. Δεν συνελήφθησαν, λόγω ~ης του αυτοφώρου. Μίσθωση που λήγει μετά την ~ τριετίας. ΣΥΝ. πάροδος2 [< μεσν. παρέλευσις]
38829παρελθόνπα-ρελ-θόν ουσ. (ουδ.) {παρελθ-όντος}: το χρονικό διάστημα που έχει προηγηθεί του παρόντος και κατ' επέκτ. το σύνολο των γεγονότων που έχουν συμβεί στη ζωή ενός ανθρώπου ή στην ιστορία λαού, πόλης, χώρας και εντάσσονται σε αυτό: απώτερο/ελληνικό/ένδοξο/ένοχο/εξιδανικευμένο/ερωτικό/εφιαλτικό/ιστορικό/κοντινό/μακρινό/πνευματικό/πολιτιστικό/πρόσφατο/σκοτεινό (= μυστηριώδες ~)/τιμημένο/ύποπτο ~. Διδάγματα/έρευνα/κατάλοιπα/κληρονομιά/νοοτροπία/πρακτικές/προβλήματα/πρόσωπα/συνήθειες/σφάλματα/ωραιοποίηση του ~όντος. Είναι αιχμάλωτοι/δέσμιοι του ~όντος. Ρήξη με το ~. Αναδρομή/προσκόλληση στο ~. Αφήγηση ιστοριών/εικόνες/μνήμες/τραγούδια από το ~. Αναπολώ/αποκαλύπτω/(δι)ερευνώ/νοσταλγώ/σβήνω το ~. Κρύβω το ~ μου. Ξεκόβω από το ~. Η ιστορία αναπαριστά το ~. Στο ~ είχα δουλέψει ως φωτογράφος. Είναι εγκλωβισμένος στο ~. Κατά το ~ είχε δεχτεί θετικές κριτικές. Προσπαθεί να ξεχάσει το ~.|| (μτφ.) Επιστροφή/ταξίδι στο ~. ΑΝΤ. μέλλον (1) ● ΣΥΜΠΛ.: φαντάσματα του παρελθόντος βλ. φάντασμα ● ΦΡ.: κάποιος/κάτι αποτελεί/είναι παρελθόν & ανήκει στο παρελθόν: δεν συνιστά πια μέρος ενός συνόλου, δεν υπάρχει πια ή έχει ξεχαστεί, ξεπεραστεί: Ο προπονητής ~ ~ για την ομάδα. Ο γάμος τους/η οικονομική ύφεση ~ ~. ΣΥΝ. ανήκει στην ιστορία/αποτελεί ιστορία (1), με (πλούσιο) παρελθόν: με ιστορία, με μεγάλη πείρα σε κάτι: Είναι μια εταιρεία/ομάδα/πόλη ~ ~. Άνδρας/γυναίκα ~ ~ (= με πολλές εμπειρίες κυρ. ερωτικές)., έρχεται από το παρελθόν βλ. έρχομαι ● βλ. παρελθών [< αρχ. παρελθόν, γαλλ. passé]
38830παρελθοντικός, ή, ό πα-ρελ-θο-ντι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το παρελθόν: ~ές: εποχές/καταστάσεις. Πβ. παρελθών.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~οί: χρόνοι (: παρατατικός, αόριστος, υπερσυντέλικος). Βλ. μελλοντ-, παροντ-ικός.
38831παρελθοντολαγνείαπα-ρελ-θο-ντο-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υπερβολική προσκόλληση στο παρελθόν. Βλ. θεσμο-, πατριδο-λαγνεία.
38832παρελθοντολογίαπα-ρελ-θο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): συχνή αναφορά σε γεγονότα, καταστάσεις του παρελθόντος. Βλ. -λογία, μελλοντολογία.
38833παρελθοντολογικός, ή, ό πα-ρελ-θο-ντο-λο-γι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με την παρελθοντολογία. Βλ. μελλοντολογικός. ● επίρρ.: παρελθοντολογικά
38834παρελθοντολογώ[παρελθοντολογῶ] πα-ρελ-θο-ντο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {παρελθοντολογ-είς ..., κυρ. στον ενεστ.} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): κάνω αναφορά σε κάτι που ανήκει στο παρελθόν, μιλώ νοσταλγικά για τα περασμένα. Βλ. -λογώ, μελλοντολογώ.
38835παρελθών, ούσα, όν πα-ρελ-θών επίθ. {παρελθ-όντος (θηλ. -ούσας (λόγ.) -ούσης), -όντα | -όντες (ουδ. -όντα), -όντων} (λόγ.) 1. περασμένος: ~ούσα: εμπειρία/ημερομηνία/κατάσταση/περίοδος/χρήση. ~όντα: γεγονότα/τεύχη (περιοδικού). Σε ~όντα χρόνο (= στο παρελθόν· βλ. σε ενεστώτα χρόνο). Θέματα εξετάσεων ~όντων ετών. Πβ. παλιός, παρελθοντικός. Βλ. παρών, μέλλων. 2. προηγούμενος: ~ούσα: εβδομάδα. Κατά την ~ούσα δεκαετία. ● βλ. παρελθόν [< μτχ. αορ. β’ του ρ. παρέρχομαι]
38836παρέλκειπα-ρέλ-κει ρ. {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): δεν χρειάζεται, περιττεύει: Αναφορά/εξέταση/σχολιασμός που ~. ~ να απαντήσω στο ερώτημά σας. [< αρχ. παρέλκω]
38837παρελκόμεναπα-ρελ-κό-με-να ουσ. (ουδ.) (τα) {παρελκομένων | σπανιότ. στον εν. παρελκόμενο}: συνοδευτικά εξαρτήματα, τα σχετικά συμπληρώματα προϊόντος, πράγματος∙ (κυρ. ειδικότ.) μικρά πιάτα, συνήθ. ξηροί καρποί, φρούτα, που συνοδεύουν φιάλη αλκοολούχου ποτού στα κέντρα διασκέδασης: Αγόρασα το μηχάνημα με τα μοτέρ, τις μπαταρίες και άλλα ~/και όλα τα ~. Πβ. αξεσουάρ, παραφερνάλια, συμπαρομαρτούντα.|| Το μπουκάλι στοιχίζει ... ευρώ (μαζί) με/χωρίς τα ~. Πβ. σνακ. [< μτγν. τά παρελκόμενα, γαλλ. accessoires]
38838παρελκόμενος, η, ο πα-ρελ-κό-με-νος επίθ. (λόγ.): συνοδευτικός, συμπληρωματικός: ~ος: εξοπλισμός. ~ες: εγκαταστάσεις/υπηρεσίες. ~α: εξαρτήματα.|| (μτφ.) Κατάσταση ~η της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Πβ. παρεπόμενος. [< μτγν. παρελκόμενος]
38839παρέλκυσηπα-ρέλ-κυ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): σκόπιμη κυρ. καθυστέρηση: ~ διαδικασίας/της δίκης. ~ εκτέλεσης υπηρεσίας. Φέρει ευθύνη για τις ~ύσεις και τις παλινωδίες. Πβ. τρενάρισμα. ΑΝΤ. επίσπευση [< μτγν. παρέλκυσις ‘παράταση, αναβολή’]
38840παρελκυστικός, ή, ό πα-ρελ-κυ-στι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που καθυστερεί σκόπιμα κάτι, αναβλητικός: ~ή: πολιτική/στάση/τακτική. ● επίρρ.: παρελκυστικά
38841παρελκύωπα-ρελ-κύ-ω ρ. (μτβ.) {κυρ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): καθυστερώ, επιβραδύνω κάτι σκόπιμα: Ενέργειες/παράγοντες που ~ουν τη δίκη. Πβ. τρενάρω. ΑΝΤ. επισπεύδω [< μτγν. παρελκύω]
38842παρεμβαίνωπα-ρεμ-βαί-νω ρ. (αμτβ.) {παρενέβαιν-ε, (λόγ.) παρενέβ-η, -ησαν, παρέμβει, παρεμβαίν-οντας} 1. αναλαμβάνω πρωτοβουλία ή ενεργό ρόλο, για να επηρεάσω την εξέλιξη υπόθεσης ή για να αποτρέψω δυσάρεστες συνέπειες: (σε συζήτηση:) Συγγνώμη που ~ (= διακόπτω), αλλά θα ήθελα να επισημάνω ότι ...|| (σε διένεξη, σύρραξη:) ~η η Αστυνομία, για να τους σταματήσει. Ζήτησαν από τον ΟΗΕ να παρέμβει, για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Πβ. (δια)μεσολαβώ. Βλ. διαιτησία.|| (σε ταραχές:) ~ησαν τα ΜΑΤ με δακρυγόνα.|| (κυρ. σε περίπτωση αδικήματος ή αδικίας:) ~η αυτεπάγγελτα η Δικαιοσύνη/ο Εισαγγελέας. Θα παρέμβουν στρατιωτικά, αν χρειαστεί. Αποφάσισε να παρέμβει προσωπικά στην υπόθεση. ~ησαν άμεσα/αποφασιστικά/δραστικά/δυναμικά/ενεργά/ρυθμιστικά.|| (σε υπόθεση:) Στο θέμα ~η (πβ. πήρε θέση) και ο βουλευτής ... ~η για το ζήτημα της κακοδιαχείρισης του οργανισμού/υπέρ των συμφερόντων των εργαζομένων. Πβ. παρεμβάλλομαι.|| Ουσία που ~ει στον μηχανισμό δράσης των νευροδιαβιβαστών. Πβ. επεμβαίνω. 2. αναμειγνύομαι: Σταμάτα να ~εις (= ανακατεύεσαι) στη ζωή/στα προσωπικά μου. Ξένες δυνάμεις ~ησαν στα εσωτερικά του τόπου. [< μτγν. παρεμβαίνω, γαλλ. intervenir]
38843παρεμβάλλωπα-ρεμ-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {αόρ. παρενέβαλε, παρεμβάλει, παρεμβλή-θηκε (λόγ. παρενεβλή-θη, μτχ. παρεμβληθ-είς, -είσα, -έν), -θεί, παρεμβάλλ-οντας, -όμενος}: τοποθετώ κάτι μεταξύ δύο ή περισσοτέρων στοιχείων, διακόπτοντας τη μεταξύ τους συνέχεια ή/και ομοιομορφία: ~ει συχνά περιγραφές στην αφήγησή του. Τα νέα μέτρα ~ουν εμπόδια στο έργο των ... Πβ. παρεισάγω. ● Παθ.: παρεμβάλλομαι {κυρ. στο γ' πρόσ.}: μπαίνω στη μέση, μεσολαβώ: ~θη στη μεταξύ τους αντιπαράθεση (= παρενέβη).|| Ανάμεσα στα μπαλκόνια ~εται διαχωριστικό τζάμι. Μεταξύ των εκπομπών ~ονται διαφημίσεις. ~θηκε μουσικό διάλειμμα. ~όμενη: στρώση (πβ. εμβόλιμος).|| (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~όμενα: ρεύματα/σήματα (= παράσιτα, παρεμβολές). [< αρχ. παρεμβάλλω, αγγλ. interfere]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.