Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39440-39460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38844παρέμβαση

πα-ρέμ-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρεμβαίνω: άκαιρη/άστοχη/καταλυτική/ταχεία ~. Αδυναμία/δικαίωμα/σχέδιο ~ης. Πεδία/περιοχές/τομείς ~ης. Βιωματικές/σωστές ~άσεις. Ανθρωπιστικές/ήπιες/καινοτόμες/κοινωνικές/κυκλοφοριακές/νομοθετικές/οικολογικές/περιβαλλοντικές/πολεοδομικές/σαρωτικές/στοχευμένες/συμβουλευτικές/χρηματοδοτικές ~άσεις. Πολιτικές ~άσεις (= παρεμβολές). Διευθέτηση του ζητήματος με αποτελεσματική/δημόσια/δυναμική/έγκαιρη/επιτυχημένη/ουσιαστική/προσωπική ~ του υπουργού. Η φιλική ~ή του υπήρξε σωτήρια. Ζητούν (άμεση/επείγουσα) δικαστική/εισαγγελική/κρατική/κυβερνητική ~ για την υπόθεση του .../υπέρ των ... Βλ. πρωτοβουλία.|| Αισθητικές/εικαστικές ~άσεις στον χώρο. Αναπτυξιακές ~άσεις (: δράσεις, έργα). Καταστροφή του περιβάλλοντος από ανθρώπινες ~άσεις.|| (σε συζήτηση:) Τηλεοπτική ~. Διαφωτιστικές/καίριες ~άσεις.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Εκπαιδευτικές/παιδαγωγικές ~άσεις. Διδακτική ~ στο μάθημα της ...|| (ΙΑΤΡ.) Έγκαιρη διάγνωση και πρώιμη (θεραπευτική) ~.|| Στρατιωτική ~. Βλ. εισβολή, επίθεση.|| Με θεϊκή ~. Πβ. επέμβαση, μεσολάβηση. 2. ανάμειξη: Δεν θέλει (έξωθεν) ~άσεις στο έργο του/στην προσωπική του ζωή.|| Ξένη ~ στα εσωτερικά της χώρας (πβ. εμπλοκή). 3. ΝΟΜ. συμμετοχή τρίτου προσώπου σε δίκη, με πρωτοβουλία του ιδίου: αναγκαστική/κύρια (: το τρίτο πρόσωπο καθίσταται διάδικος· βλ. αγωγή)/πρόσθετη (: το τρίτο πρόσωπο παρεμβαίνει, για να υποστηρίξει έναν από τους διαδίκους) ~. Άσκηση ~ης (: με δικόγραφο). Βλ. προσεπίκληση. [< γαλλ. intervention]

38845παρεμβατικός, ή, ό πα-ρεμ-βα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε παρέμβαση ή παρεμβατισμό: ~ός: λόγος/ρόλος. ~ή: διαδικασία/μέθοδος/πολιτική/στάση/συμπεριφορά. ~ά: μέτρα/προγράμματα. Πβ. επεμβατ-, μεσολαβητ-ικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: θεραπεία/ιατρική. ● επίρρ.: παρεμβατικά ● ΣΥΜΠΛ.: παρεμβατικό επιτόκιο βλ. επιτόκιο [< γαλλ. interventionniste]
38846παρεμβατισμόςπα-ρεμ-βα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & παρεμβατικότητα (η): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. αρχή, πολιτική σύμφωνα με την οποία μια κυβέρνηση παρεμβαίνει ρυθμιστικά στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα του κράτους ή στις εξωτερικές και εσωτερικές υποθέσεις άλλης χώρας: κρατικός/πολιτικός ~. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. ουδετερότητα [< γαλλ. interventionnisme]
38847παρέμβλημαπα-ρέμ-βλη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): στοιχείο που παρεμβάλλεται συνήθ. ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πράγματα: συμπιεστό ~. Μονωτικό ~ σε τοίχους.
38848παρέμβλητος, η, ο πα-ρέμ-βλη-τος επίθ. (σπάν.-λόγ.): εμβόλιμος: ~ο: τμήμα/χωρίο (σε λόγο). [< γαλλ. intercalé]
38849παρεμβολέαςπα-ρεμ-βο-λέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό σύστημα ή συσκευή που αναστέλλει, σταματά ή αλλοιώνει τη μετάδοση σημάτων: ~ ραδιοσυχνοτήτων/ραντάρ. ~ κινητής τηλεφωνίας. 2. (σπάν.) πρόσωπο που προκαλεί παρεμβολή σε ηλεκτρονικό δίκτυο, π.χ. σε ραδιοφωνική συχνότητα, στο διαδίκτυo. [< αγγλ. jammer, 1947]
38850παρεμβολήπα-ρεμ-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρεμβάλλω· συνεκδ. ό,τι παρεμβάλλεται: ~ (φυσικών) εμποδίων. ~ λέξεων/φράσεων (πβ. παρεισαγωγή). ~ές διαφημιστικών μηνυμάτων κατά τις κινηματογραφικές προβολές.|| Πολιτικές ~ές (= παρεμβάσεις). 2. ΜΑΘ. μέθοδος υπολογισμού της τιμής μιας συνάρτησης σε κάποιο σημείο, όταν υπάρχει ως δεδομένο ένα διακριτό σύνολο τιμών σε γειτονικά σημεία: αντίστροφη/γραμμική/πολυωνυμική ~. ~ κατά τμήματα/με τριγωνομετρικές συναρτήσεις. Μέγιστο σφάλμα ~ής.παρεμβολές (οι): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. εξωτερικά σήματα που παρεμβάλλονται τυχαία ή σκόπιμα στην εκπομπή ή λήψη τηλεοπτικού, ραδιοφωνικού ή τηλεφωνικού σήματος, διαταράσσοντάς την: ανεπιθύμητες/επιβλαβείς/συνεχείς ~. Προστασία συστήματος από ~. Συσκευή που δεν δημιουργεί/κάνει/προκαλεί ~.|| Ηλεκτρομαγνητική/ηλεκτρονική ~ή. ΣΥΝ. παράσιτα [< αγγλ. interference] [< αρχ. παρεμβολή, γαλλ. interférence]
38851παρέμβυσμαπα-ρέμ-βυ-σμα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα από ελαστικό υλικό, συνήθ. σε σχήμα δακτυλίου, που χρησιμοποιείται σε αρμούς, ανάμεσα σε σωλήνες ή μηχανικά μέρη, για τη μόνωση και στεγανοποίησή τους. || Μεταλλικό ~. Βλ. σαλαμάστρα. ΣΥΝ. τσιμούχα (1), φλάντζα [< γαλλ. garniture]
38852παρεμπιπτόντως

πα-ρε-μπι-πτό-ντως επίρρ. & (καταχρ.-προφ.) παρεπιπτόντως (λόγ.): επ' ευκαιρία, ας σημειωθεί ότι: ~ αναφέρω ότι ... ~, πού θα πας διακοπές το καλοκαίρι; ΣΥΝ. ειρήσθω εν παρόδω, παρενθετικά [< γαλλ. incidemment]

38853παρεμπίπτωπα-ρε-μπί-πτω ρ. (αμτβ.) (σπάν.-λόγ.): παρεμβάλλομαι. Κυρ. στη ● Μτχ.: παρεμπίπτων , ουσα, ον {παρεμπίπτ-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων} (λόγ.): δευτερεύων: ~ον: ζήτημα/θέμα.|| (ΝΟΜ.) ~ων: έλεγχος (της συνταγματικότητας των νόμων). ~ουσα: αγωγή/απόφαση.|| ~οντα: αλιεύματα (: μη εμπορεύσιμοι θαλάσσιοι οργανισμοί που αλιεύονται και μετά πετιούνται). ΑΝΤ. κύριος, πρωτεύων (1) [< αρχ. παρεμπίπτω]
38854παρεμποδίζωπα-ρε-μπο-δί-ζω ρ. (μτβ.) {παρεμπόδι-σα, παρεμποδί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, παρεμποδιζ-όμενος, παρεμποδι-σμένος, παρεμποδίζ-οντας}: εμποδίζω: Παράγοντες που ~ουν την ανάπτυξη/το έργο (της αθλητικής δικαιοσύνης)/την κυκλοφορία των οχημάτων/τη λειτουργία επιχείρησης. Οι διαδηλωτές ~στηκαν από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. ~όμενη: δράση. ΣΥΝ. παρακωλύω ΑΝΤ. διευκολύνω [< μτγν. παρεμποδίζω]
38855παρεμπόδισηπα-ρε-μπό-δι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρεμποδίζω: ~ της δράσης (του ενζύμου)/του έργου μας/της κυκλοφορίας/της λειτουργίας (μιας υπηρεσίας). Μπάρες ~ης στάθμευσης. Πβ. δυσχέρανση, παρακώλυση. ΑΝΤ. διευκόλυνση (1) [< μεσν. παρεμπόδισις 'εμπόδιο']
38856παρεμποδιστήςπα-ρε-μπο-δι-στής ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. στοιχείο ή ένωση που χρησιμοποιείται σε αντίδραση με σκοπό να μειώσει τη δράση ενός καταλύτη: ~ βιοσύνθεσης λιπιδίων. Πβ. αναστολέας. [< γαλλ. inhibiteur, αγγλ. inhibitor, 1914]
38857παρεμποδιστικός, ή, ό πα-ρε-μπο-δι-στι-κός επίθ.: που δημιουργεί εμπόδια, δυσχέρειες, δυσκολίες: ~ή: δράση. ~ές: ουσίες. Πβ. κωλυσιεργός, παρακωλυτικός. ΑΝΤ. διευκολυντικός ● επίρρ.: παρεμποδιστικά [< μεσν. παρεμποδιστικός]
38858παρεμπόριοβλ. παραεμπόριο
38859παρεμφερής, ής, ές πα-ρεμ-φε-ρής επίθ. {παρεμφερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): παρόμοιος, παραπλήσιος: ~ής: σκοπός. ~ής: ειδικότητα/περίπτωση. ~ές: αντικείμενο (σπουδών)/θέμα/περιεχόμενο/πρόβλημα. ~είς: απόψεις/δραστηριότητες. ~ή: προϊόντα. Πβ. συναφής. [< μτγν. παρεμφερής]
38860παρενδυσίαπα-ρεν-δυ-σί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. σεξουαλική παρέκκλιση, κυρ. ανδρών, οι οποίοι έχουν την τάση να φορούν ρούχα του αντίθετου φύλου. ΣΥΝ. τραβεστισμός [< γαλλ. transvestisme, περ. 1950, travestisme, 1964]
38861παρενδυτικός, ή, ό πα-ρεν-δυ-τι-κός επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παρενδυσία: ~ές: τάσεις. ● Ουσ.: παρενδυτικός (ο): τραβεστί: διαφοροποίηση των ~ών από τους τρανσέξουαλ.
38862παρενέργειαπα-ρε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ανεπιθύμητη ή επιβλαβής επίδραση φαρμάκου: πιθανές ~ες εμβολίων σε όργανα του σώματος. Η θεραπεία προχωρά ομαλά χωρίς ~ες. Βλ. αντένδειξη. 2. (μτφ.) απροσδόκητη επίπτωση γεγονότος, πράξης, κατάστασης: κοινωνικές/οικονομικές/πολιτικές ~ες. Πβ. αντίκτυπος. [< γερμ. Nebenwirkung]
38863παρένθεσηπα-ρέν-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. σημείο στίξης "σύμβ. (...)" που χρησιμοποιείται για να περικλείσει στοιχεία επεξηγηματικού ή συμπληρωματικού χαρακτήρα· συνεκδ. το περιεχόμενό της: (ΓΡΑΜΜ.) αριστερή/δεξιά ~. Ανοίγω ~/κλείνω την ~. Κείμενο/σχόλια εντός ~έσεων. Η τελεία μπαίνει μετά την ~. ΣΥΝ. καμπύλη αγκύλη. Βλ. άγκιστρο.|| (ΜΑΘ.) Απαλοιφή ~έσεων. Πρώτα εκτελούνται οι πράξεις στις αγκύλες και μετά στις ~έσεις.|| (στον προγραμματισμό:) Τα ορίσματα μιας συνάρτησης γράφονται μέσα σε ~έσεις. 2. (μτφ.) σύντομη διακοπή μιας σταθερής κατάστασης: Το ταξίδι ήταν μια ευχάριστη/μικρή ~ στη ρουτίνα της καθημερινότητας. Πβ. διάλειμμα, ιντερλούδιο.|| Θλιβερή/τραγική ~. 3. (μτφ.-προφ.) παρέκβαση: Θα ήθελα να κάνω μια ~ και να πω ότι ... Ανοίγω μια (μικρή) ~, για να τονίσω ότι ... Επιτρέψτε μου μια ~ σ' αυτό το σημείο. 4. (σπάν.-λόγ.) τοποθέτηση ανάμεσα: ~ μετάλλων σε ημιαγωγούς. [< 1: μτγν. παρένθεσις, γαλλ. parenthèse, αγγλ. parenthesis, γερμ. Parenthese 2,3: γαλλ. ~ 4: μτγν. ~]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.