Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [39440-39460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38828παρέλευσηπα-ρέ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (για χρονικό διάστημα) πέρασμα: ~ εξαμήνου/προθεσμίας. Δεν συνελήφθησαν, λόγω ~ης του αυτοφώρου. Μίσθωση που λήγει μετά την ~ τριετίας. ΣΥΝ. πάροδος2 [< μεσν. παρέλευσις]
38829παρελθόνπα-ρελ-θόν ουσ. (ουδ.) {παρελθ-όντος}: το χρονικό διάστημα που έχει προηγηθεί του παρόντος και κατ' επέκτ. το σύνολο των γεγονότων που έχουν συμβεί στη ζωή ενός ανθρώπου ή στην ιστορία λαού, πόλης, χώρας και εντάσσονται σε αυτό: απώτερο/ελληνικό/ένδοξο/ένοχο/εξιδανικευμένο/ερωτικό/εφιαλτικό/ιστορικό/κοντινό/μακρινό/πνευματικό/πολιτιστικό/πρόσφατο/σκοτεινό (= μυστηριώδες ~)/τιμημένο/ύποπτο ~. Διδάγματα/έρευνα/κατάλοιπα/κληρονομιά/νοοτροπία/πρακτικές/προβλήματα/πρόσωπα/συνήθειες/σφάλματα/ωραιοποίηση του ~όντος. Είναι αιχμάλωτοι/δέσμιοι του ~όντος. Ρήξη με το ~. Αναδρομή/προσκόλληση στο ~. Αφήγηση ιστοριών/εικόνες/μνήμες/τραγούδια από το ~. Αναπολώ/αποκαλύπτω/(δι)ερευνώ/νοσταλγώ/σβήνω το ~. Κρύβω το ~ μου. Ξεκόβω από το ~. Η ιστορία αναπαριστά το ~. Στο ~ είχα δουλέψει ως φωτογράφος. Είναι εγκλωβισμένος στο ~. Κατά το ~ είχε δεχτεί θετικές κριτικές. Προσπαθεί να ξεχάσει το ~.|| (μτφ.) Επιστροφή/ταξίδι στο ~. ΑΝΤ. μέλλον (1) ● ΣΥΜΠΛ.: φαντάσματα του παρελθόντος βλ. φάντασμα ● ΦΡ.: κάποιος/κάτι αποτελεί/είναι παρελθόν & ανήκει στο παρελθόν: δεν συνιστά πια μέρος ενός συνόλου, δεν υπάρχει πια ή έχει ξεχαστεί, ξεπεραστεί: Ο προπονητής ~ ~ για την ομάδα. Ο γάμος τους/η οικονομική ύφεση ~ ~. ΣΥΝ. ανήκει στην ιστορία/αποτελεί ιστορία (1), με (πλούσιο) παρελθόν: με ιστορία, με μεγάλη πείρα σε κάτι: Είναι μια εταιρεία/ομάδα/πόλη ~ ~. Άνδρας/γυναίκα ~ ~ (= με πολλές εμπειρίες κυρ. ερωτικές)., έρχεται από το παρελθόν βλ. έρχομαι ● βλ. παρελθών [< αρχ. παρελθόν, γαλλ. passé]
38830παρελθοντικός, ή, ό πα-ρελ-θο-ντι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το παρελθόν: ~ές: εποχές/καταστάσεις. Πβ. παρελθών.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~οί: χρόνοι (: παρατατικός, αόριστος, υπερσυντέλικος). Βλ. μελλοντ-, παροντ-ικός.
38831παρελθοντολαγνείαπα-ρελ-θο-ντο-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υπερβολική προσκόλληση στο παρελθόν. Βλ. θεσμο-, πατριδο-λαγνεία.
38832παρελθοντολογίαπα-ρελ-θο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): συχνή αναφορά σε γεγονότα, καταστάσεις του παρελθόντος. Βλ. -λογία, μελλοντολογία.
38833παρελθοντολογικός, ή, ό πα-ρελ-θο-ντο-λο-γι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με την παρελθοντολογία. Βλ. μελλοντολογικός. ● επίρρ.: παρελθοντολογικά
38834παρελθοντολογώ[παρελθοντολογῶ] πα-ρελ-θο-ντο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {παρελθοντολογ-είς ..., κυρ. στον ενεστ.} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): κάνω αναφορά σε κάτι που ανήκει στο παρελθόν, μιλώ νοσταλγικά για τα περασμένα. Βλ. -λογώ, μελλοντολογώ.
38835παρελθών, ούσα, όν πα-ρελ-θών επίθ. {παρελθ-όντος (θηλ. -ούσας (λόγ.) -ούσης), -όντα | -όντες (ουδ. -όντα), -όντων} (λόγ.) 1. περασμένος: ~ούσα: εμπειρία/ημερομηνία/κατάσταση/περίοδος/χρήση. ~όντα: γεγονότα/τεύχη (περιοδικού). Σε ~όντα χρόνο (= στο παρελθόν· βλ. σε ενεστώτα χρόνο). Θέματα εξετάσεων ~όντων ετών. Πβ. παλιός, παρελθοντικός. Βλ. παρών, μέλλων. 2. προηγούμενος: ~ούσα: εβδομάδα. Κατά την ~ούσα δεκαετία. ● βλ. παρελθόν [< μτχ. αορ. β’ του ρ. παρέρχομαι]
38836παρέλκειπα-ρέλ-κει ρ. {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): δεν χρειάζεται, περιττεύει: Αναφορά/εξέταση/σχολιασμός που ~. ~ να απαντήσω στο ερώτημά σας. [< αρχ. παρέλκω]
38837παρελκόμεναπα-ρελ-κό-με-να ουσ. (ουδ.) (τα) {παρελκομένων | σπανιότ. στον εν. παρελκόμενο}: συνοδευτικά εξαρτήματα, τα σχετικά συμπληρώματα προϊόντος, πράγματος∙ (κυρ. ειδικότ.) μικρά πιάτα, συνήθ. ξηροί καρποί, φρούτα, που συνοδεύουν φιάλη αλκοολούχου ποτού στα κέντρα διασκέδασης: Αγόρασα το μηχάνημα με τα μοτέρ, τις μπαταρίες και άλλα ~/και όλα τα ~. Πβ. αξεσουάρ, παραφερνάλια, συμπαρομαρτούντα.|| Το μπουκάλι στοιχίζει ... ευρώ (μαζί) με/χωρίς τα ~. Πβ. σνακ. [< μτγν. τά παρελκόμενα, γαλλ. accessoires]
38838παρελκόμενος, η, ο πα-ρελ-κό-με-νος επίθ. (λόγ.): συνοδευτικός, συμπληρωματικός: ~ος: εξοπλισμός. ~ες: εγκαταστάσεις/υπηρεσίες. ~α: εξαρτήματα.|| (μτφ.) Κατάσταση ~η της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Πβ. παρεπόμενος. [< μτγν. παρελκόμενος]
38839παρέλκυσηπα-ρέλ-κυ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): σκόπιμη κυρ. καθυστέρηση: ~ διαδικασίας/της δίκης. ~ εκτέλεσης υπηρεσίας. Φέρει ευθύνη για τις ~ύσεις και τις παλινωδίες. Πβ. τρενάρισμα. ΑΝΤ. επίσπευση [< μτγν. παρέλκυσις ‘παράταση, αναβολή’]
38840παρελκυστικός, ή, ό πα-ρελ-κυ-στι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που καθυστερεί σκόπιμα κάτι, αναβλητικός: ~ή: πολιτική/στάση/τακτική. ● επίρρ.: παρελκυστικά
38841παρελκύωπα-ρελ-κύ-ω ρ. (μτβ.) {κυρ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): καθυστερώ, επιβραδύνω κάτι σκόπιμα: Ενέργειες/παράγοντες που ~ουν τη δίκη. Πβ. τρενάρω. ΑΝΤ. επισπεύδω [< μτγν. παρελκύω]
38842παρεμβαίνωπα-ρεμ-βαί-νω ρ. (αμτβ.) {παρενέβαιν-ε, (λόγ.) παρενέβ-η, -ησαν, παρέμβει, παρεμβαίν-οντας} 1. αναλαμβάνω πρωτοβουλία ή ενεργό ρόλο, για να επηρεάσω την εξέλιξη υπόθεσης ή για να αποτρέψω δυσάρεστες συνέπειες: (σε συζήτηση:) Συγγνώμη που ~ (= διακόπτω), αλλά θα ήθελα να επισημάνω ότι ...|| (σε διένεξη, σύρραξη:) ~η η Αστυνομία, για να τους σταματήσει. Ζήτησαν από τον ΟΗΕ να παρέμβει, για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Πβ. (δια)μεσολαβώ. Βλ. διαιτησία.|| (σε ταραχές:) ~ησαν τα ΜΑΤ με δακρυγόνα.|| (κυρ. σε περίπτωση αδικήματος ή αδικίας:) ~η αυτεπάγγελτα η Δικαιοσύνη/ο Εισαγγελέας. Θα παρέμβουν στρατιωτικά, αν χρειαστεί. Αποφάσισε να παρέμβει προσωπικά στην υπόθεση. ~ησαν άμεσα/αποφασιστικά/δραστικά/δυναμικά/ενεργά/ρυθμιστικά.|| (σε υπόθεση:) Στο θέμα ~η (πβ. πήρε θέση) και ο βουλευτής ... ~η για το ζήτημα της κακοδιαχείρισης του οργανισμού/υπέρ των συμφερόντων των εργαζομένων. Πβ. παρεμβάλλομαι.|| Ουσία που ~ει στον μηχανισμό δράσης των νευροδιαβιβαστών. Πβ. επεμβαίνω. 2. αναμειγνύομαι: Σταμάτα να ~εις (= ανακατεύεσαι) στη ζωή/στα προσωπικά μου. Ξένες δυνάμεις ~ησαν στα εσωτερικά του τόπου. [< μτγν. παρεμβαίνω, γαλλ. intervenir]
38843παρεμβάλλωπα-ρεμ-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {αόρ. παρενέβαλε, παρεμβάλει, παρεμβλή-θηκε (λόγ. παρενεβλή-θη, μτχ. παρεμβληθ-είς, -είσα, -έν), -θεί, παρεμβάλλ-οντας, -όμενος}: τοποθετώ κάτι μεταξύ δύο ή περισσοτέρων στοιχείων, διακόπτοντας τη μεταξύ τους συνέχεια ή/και ομοιομορφία: ~ει συχνά περιγραφές στην αφήγησή του. Τα νέα μέτρα ~ουν εμπόδια στο έργο των ... Πβ. παρεισάγω. ● Παθ.: παρεμβάλλομαι {κυρ. στο γ' πρόσ.}: μπαίνω στη μέση, μεσολαβώ: ~θη στη μεταξύ τους αντιπαράθεση (= παρενέβη).|| Ανάμεσα στα μπαλκόνια ~εται διαχωριστικό τζάμι. Μεταξύ των εκπομπών ~ονται διαφημίσεις. ~θηκε μουσικό διάλειμμα. ~όμενη: στρώση (πβ. εμβόλιμος).|| (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~όμενα: ρεύματα/σήματα (= παράσιτα, παρεμβολές). [< αρχ. παρεμβάλλω, αγγλ. interfere]
38844παρέμβαση

πα-ρέμ-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρεμβαίνω: άκαιρη/άστοχη/καταλυτική/ταχεία ~. Αδυναμία/δικαίωμα/σχέδιο ~ης. Πεδία/περιοχές/τομείς ~ης. Βιωματικές/σωστές ~άσεις. Ανθρωπιστικές/ήπιες/καινοτόμες/κοινωνικές/κυκλοφοριακές/νομοθετικές/οικολογικές/περιβαλλοντικές/πολεοδομικές/σαρωτικές/στοχευμένες/συμβουλευτικές/χρηματοδοτικές ~άσεις. Πολιτικές ~άσεις (= παρεμβολές). Διευθέτηση του ζητήματος με αποτελεσματική/δημόσια/δυναμική/έγκαιρη/επιτυχημένη/ουσιαστική/προσωπική ~ του υπουργού. Η φιλική ~ή του υπήρξε σωτήρια. Ζητούν (άμεση/επείγουσα) δικαστική/εισαγγελική/κρατική/κυβερνητική ~ για την υπόθεση του .../υπέρ των ... Βλ. πρωτοβουλία.|| Αισθητικές/εικαστικές ~άσεις στον χώρο. Αναπτυξιακές ~άσεις (: δράσεις, έργα). Καταστροφή του περιβάλλοντος από ανθρώπινες ~άσεις.|| (σε συζήτηση:) Τηλεοπτική ~. Διαφωτιστικές/καίριες ~άσεις.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Εκπαιδευτικές/παιδαγωγικές ~άσεις. Διδακτική ~ στο μάθημα της ...|| (ΙΑΤΡ.) Έγκαιρη διάγνωση και πρώιμη (θεραπευτική) ~.|| Στρατιωτική ~. Βλ. εισβολή, επίθεση.|| Με θεϊκή ~. Πβ. επέμβαση, μεσολάβηση. 2. ανάμειξη: Δεν θέλει (έξωθεν) ~άσεις στο έργο του/στην προσωπική του ζωή.|| Ξένη ~ στα εσωτερικά της χώρας (πβ. εμπλοκή). 3. ΝΟΜ. συμμετοχή τρίτου προσώπου σε δίκη, με πρωτοβουλία του ιδίου: αναγκαστική/κύρια (: το τρίτο πρόσωπο καθίσταται διάδικος· βλ. αγωγή)/πρόσθετη (: το τρίτο πρόσωπο παρεμβαίνει, για να υποστηρίξει έναν από τους διαδίκους) ~. Άσκηση ~ης (: με δικόγραφο). Βλ. προσεπίκληση. [< γαλλ. intervention]

38845παρεμβατικός, ή, ό πα-ρεμ-βα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε παρέμβαση ή παρεμβατισμό: ~ός: λόγος/ρόλος. ~ή: διαδικασία/μέθοδος/πολιτική/στάση/συμπεριφορά. ~ά: μέτρα/προγράμματα. Πβ. επεμβατ-, μεσολαβητ-ικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: θεραπεία/ιατρική. ● επίρρ.: παρεμβατικά ● ΣΥΜΠΛ.: παρεμβατικό επιτόκιο βλ. επιτόκιο [< γαλλ. interventionniste]
38846παρεμβατισμόςπα-ρεμ-βα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & παρεμβατικότητα (η): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. αρχή, πολιτική σύμφωνα με την οποία μια κυβέρνηση παρεμβαίνει ρυθμιστικά στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα του κράτους ή στις εξωτερικές και εσωτερικές υποθέσεις άλλης χώρας: κρατικός/πολιτικός ~. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. ουδετερότητα [< γαλλ. interventionnisme]
38847παρέμβλημαπα-ρέμ-βλη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): στοιχείο που παρεμβάλλεται συνήθ. ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πράγματα: συμπιεστό ~. Μονωτικό ~ σε τοίχους.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.