Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39460-39480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38864παρενθετικός, ή, ό πα-ρεν-θε-τι-κός επίθ.: που παρεμβάλλεται στον λόγο· ειδικότ. που περικλείεται σε παρενθέσεις: ~ή: αναφορά. ~ό: σχόλιο.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ές: προτάσεις (: για να διευκρινίσουν ή να συμπληρώσουν το νόημα ενός κειμένου). ● επίρρ.: παρενθετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ αναφέρω/σημειώνω ότι ... ΣΥΝ. παρεμπιπτόντως [< γερμ. parenthetisch, αγγλ. parenthetic]
38865παρένθετος, η, ο πα-ρέν-θε-τος επίθ.: εμβόλιμος. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: παρένθετο πρόσωπο: ΝΟΜ. που δρα ιδίω ονόματι, αλλά για λογαριασμό τρίτου, συνήθ. συγγενικού, προσώπου· κατ' επέκτ. μεσολαβητής., δανεική/παρένθετη/ανάδοχη μήτρα βλ. μήτρα, παρένθετη μητρότητα βλ. μητρότητα, παρένθετη/φέρουσα/υποκατάστατη μητέρα βλ. μητέρα [< μτγν. παρένθετος]
38866παρενόχλησηπα-ρε-νό-χλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ανεπιθύμητη συμπεριφορά που προσβάλλει κάποιον, θίγει την αξιοπρέπειά του, προκαλεί εκφοβισμό ή γενικότ. τον ενοχλεί: επιθετική ~.|| Διαδικτυακή/ηλεκτρονική/τηλεφωνική ~. ~ στο διαδίκτυο. 2. ΣΤΡΑΤ. αιφνιδιαστική επιθετική ενέργεια: ~ αεροσκάφους. ~ του εχθρού. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθική παρενόχληση & ψυχολογική παρενόχληση: (συνήθ. σε χώρο εργασίας) ανάρμοστη διαγωγή που εκδηλώνεται συστηματικά από πρόθεση, με μορφές συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις, και θίγει την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια και την ψυχολογική ακεραιότητα ενός προσώπου. [< αγγλ. moral harassment, γαλλ. harcèlement moral, 1998] , σεξουαλική παρενόχληση: (συνήθ. σε χώρο εργασίας) σεξουαλική συμπεριφορά, που μπορεί να εκδηλωθεί με λόγια, νεύματα, χειρονομίες ή πράξεις, μη επιθυμητή από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, που προσβάλλει την αξιοπρέπειά του ή/και δημιουργεί εκφοβιστικό, εχθρικό ή ενοχλητικό περιβάλλον: θύμα ~ής ~ης. [< αγγλ. sexual harassment, 1969] [< μτγν. παρενόχλησις ‘ενόχληση’, γαλλ. harcèlement]
38867παρενοχλητικός, ή, ό πα-ρε-νο-χλη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παρενόχληση: ~ή: συμπεριφορά. [< γαλλ. harcelant]
38868παρενοχλώ[παρενοχλῶ] πα-ρε-νο-χλώ ρ. {παρενοχλ-είς ..., -ώντας | παρενόχλ-ησε, -ήθηκε} 1. συμπεριφέρομαι προσβλητικά σε κάποιον, θίγοντας την αξιοπρέπειά του ή εκφοβίζοντάς τον: Καταδικάστηκε, επειδή ~ησε σεξουαλικά υπάλληλό του. 2. (σπάν.) ενοχλώ, αποσπώ την προσοχή κάποιου από κάτι: Οι επιβάτες δεν πρέπει να ~ούν τον οδηγό. 3. ΣΤΡΑΤ. επιδίδομαι σε μικρές, αιφνιδιαστικές επιθετικές ενέργειες: Πολεμικά αεροσκάφη ~ησαν το ξένο μαχητικό. [< 1,2: αρχ. παρενοχλῶ 3: γαλλ. harceler]
38869παρεντερικός, ή, ό πα-ρε-ντε-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. (για τροφή ή φάρμακο) που δεν διέρχεται από τον γαστρεντερικό σωλήνα, αλλά χορηγείται μέσω άλλης οδού, συνήθ. με ενδομυϊκές ή ενδοφλέβιες ενέσεις: ~ή: διατροφή. ~ά: διαλύματα. [< γαλλ. parentéral, 1909, αγγλ. parenteral, 1906]
38870πάρεξπά-ρεξ επίρρ. (λογοτ.): εκτός (από). Πβ. εξόν, παρεκτός. [< αρχ. πάρεξ]
38871παρεξηγημένος, η, ο πα-ρε-ξη-γη-μέ-νος επίθ. 1. που τον έχουν ερμηνεύσει, κατανοήσει λανθασμένα· παραγνωρισμένος, υποτιμημένος: ~ος: όρος/ρόλος. ~η: γενιά/έννοια/θεωρία/ταινία/τέχνη. ~ο: βιβλίο/επάγγελμα/μουσικό είδος. ~ες: απόψεις/δηλώσεις.|| Ένας ~ συγγραφέας/μια ~η προσωπικότητα του καιρού του/της (πβ. αδικημένος). 2. θιγμένος, προσβεβλημένος: Έφυγε ~. Είναι ~οι (: δεν μιλιούνται, έχουν ψυχρανθεί οι σχέσεις τους). ● βλ. παρεξηγώ [< γαλλ. méconnu]
38872παρεξήγησηπα-ρε-ξή-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. λανθασμένη κατανόηση, εξήγηση ή σύγχυση ως προς τη σημασία κειμένου, λόγων, γεγονότων ή την πρόθεση κάποιου: Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα, πρόκειται για ~. Με συγχωρείτε, ~! Για να μην υπάρξει καμία ~, να επισημάνω ότι ... Το όλο θέμα ξεκίνησε από μία απλή ~ (πβ. μικρο~). Προς αποφυγή/άρση κάθε/οποιασδήποτε ~ης ... Απέδωσε σε ~ την εμπλοκή του ονόματός του. ΣΥΝ. παρανόηση, παρερμηνεία 2. αρνητική εντύπωση για πρόσωπα ή καταστάσεις που οδηγεί σε διαφωνία, διένεξη: Λύθηκε η ~ ανάμεσά/μεταξύ τους. Χωρίς ~, δεν φέρθηκες σωστά. Χάλασαν τη φιλία τους, εξαιτίας μιας ~ης. Είμαι αυστηρός μέχρι ~ήσεως/σε σημείο ~ης. [< 1: μτγν. παρεξήγησις 2: γαλλ. malentendu]
38873παρεξηγησιάρης, α, ικο πα-ρε-ξη-γη-σιά-ρης επίθ./ουσ. & παρεξηγιάρης (λαϊκό): που εύκολα παρεξηγείται, θίγεται. Πβ. εύθικτος. Βλ. -ιάρης.
38874παρεξηγήσιμος, η, ο πα-ρε-ξη-γή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να παρεξηγηθεί: ~η: συμπεριφορά. Πβ. παρερμηνεύσιμος. Βλ. -ιμος.
38875παρεξηγώ[παρεξηγῶ] πα-ρε-ξη-γώ ρ. (μτβ.) {παρεξηγ-είς ..., -ώντας | παρεξήγ-ησα, -ήσει, -ούμαι (προφ.) -ιέμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος} 1. παρερμηνεύω, παρανοώ κάτι που έκανε ή είπε κάποιος: ~ησες άδικα τα λόγια/τις προθέσεις/τη στάση μου. Συγγνώμη, κακώς ~ησα το μήνυμά σου. Ο αυθορμητισμός του συχνά ~είται. ~ήθηκε η συμπεριφορά του. 2. σχηματίζω λανθασμένα αρνητική εντύπωση για κάποιον: Δεν σε ~ (βλ. κακολογώ, κατηγορώ), γιατί είσαι μικρός ακόμα. Αν θέλεις να πας, πήγαινε, δεν θα σε ~ήσω. Τελικά είναι πολύ καλός· και τον είχαμε ~ήσει. Μη με ~είς, στ' αστεία το είπα. Εξηγούμαι, για να μην ~ηθώ! Ας μη μιλήσω καλύτερα, γιατί κινδυνεύω να/φοβάμαι μην ~ηθώ. ● Παθ.: παρεξηγούμαι: θίγομαι, προσβάλλομαι: ~είται εύκολα. Έχει ~ηθεί με τους πάντες. ~ήθηκε, επειδή δεν του δώσαμε τον λόγο. Δεν πιστεύω να ~ήθηκες (από/με το σχόλιό μου). Ελπίζω να μην ~ήθηκε (= πειράχτηκε) που δεν τον καλέσαμε. Πβ. δυσαρεστούμαι, μυγιάζομαι. Βλ. χολώνω. ● βλ. παρεξηγημένος [< μτγν. παρεξηγοῦμαι ‘εξηγώ σσφαλμένα’]
38876παρεόπα-ρε-ό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κομμάτι υφάσματος που συνήθ. τυλίγεται γύρω από το σώμα ή τη μέση και φοριέται από γυναίκες πάνω από το μαγιό: ~ για την παραλία. [< γαλλ. paréo]
38877παρεπιδημώ[παρεπιδημῶ] πα-ρε-πι-δη-μώ ρ. (αμτβ.) {παρεπιδημ-εί ..., μτχ. -ών, -ούσα, -ούν} (λόγ.): διαμένω προσωρινά σε ξένο μέρος: Φυλές από όλο τον κόσμο ~ούν στη χώρα. ~ών στο νησί. Τέλος (= φόρος) ~ούντων. [< μτγν. παρεπιδημῶ]
38878παρεπιπτόντωςβλ. παρεμπιπτόντως
38879παρεπόμενος, η, ο πα-ρε-πό-με-νος επίθ. (επίσ.): επακόλουθος: ~η: ποινή. ~ο: σύμφωνο. ~α: έξοδα. ● Ουσ.: παρεπόμενα (τα) 1. επακόλουθα, συνέπειες: τα ~ μιας απόφασης/της κρίσης. Πβ. απότοκο, μεθεόρτια, παραφερνάλια, συμπαρομαρτούντα. 2. ΓΡΑΜΜ. γνωρίσματα των ονομάτων (γένος, αριθμός, πτώση) και των ρημάτων (αριθμός, διάθεση, έγκλιση, πρόσωπο, συζυγία, φωνή, χρόνος) που προσδιορίζουν τη σημασία τους. [< μτγν. τά παρεπόμενα]
38880πάρεργοπά-ρερ-γο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έργου}: δευτερεύουσα ενασχόληση, δραστηριότητα· κατ' επέκτ. κάθε ασήμαντη και συνήθ. βαρετή ασχολία: Αγαπάει το επάγγελμά του και δεν το ασκεί ως ~. [< αρχ. πάρεργον]
38881παρερμηνείαπα-ρερ-μη-νεί-α ουσ. (θηλ.): παρανόηση, παρεξήγηση: ~ των γεγονότων/δεδομένων/διατάξεων. Σκόπιμη ~ των απόψεων/δηλώσεων/λόγων/προθέσεων κάποιου. Το κείμενο ήταν σαφές, δεν άφηνε κανένα περιθώριο ~ας. ΣΥΝ. παρερμήνευση [< μεσν. παρερμηνεία]
38882παρερμήνευσηπα-ρερ-μή-νευ-ση ουσ. (θηλ.): παρερμηνεία. [< μεσν. παρερμήνευσις]
38883παρερμηνεύσιμος, η, ο πα-ρερ-μη-νεύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να παρερμηνευτεί: ~η: δήλωση/εντολή. Ευκόλως ~ο χωρίο. Πβ. παρεξηγήσιμος. ΑΝΤ. ξεκάθαρος (1), σαφής (1)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.