| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38848 | παρέμβλητος | , η, ο πα-ρέμ-βλη-τος επίθ. (σπάν.-λόγ.): εμβόλιμος: ~ο: τμήμα/χωρίο (σε λόγο). [< γαλλ. intercalé] | |
| 38849 | παρεμβολέας | πα-ρεμ-βο-λέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό σύστημα ή συσκευή που αναστέλλει, σταματά ή αλλοιώνει τη μετάδοση σημάτων: ~ ραδιοσυχνοτήτων/ραντάρ. ~ κινητής τηλεφωνίας. 2. (σπάν.) πρόσωπο που προκαλεί παρεμβολή σε ηλεκτρονικό δίκτυο, π.χ. σε ραδιοφωνική συχνότητα, στο διαδίκτυo. [< αγγλ. jammer, 1947] | |
| 38850 | παρεμβολή | πα-ρεμ-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρεμβάλλω· συνεκδ. ό,τι παρεμβάλλεται: ~ (φυσικών) εμποδίων. ~ λέξεων/φράσεων (πβ. παρεισαγωγή). ~ές διαφημιστικών μηνυμάτων κατά τις κινηματογραφικές προβολές.|| Πολιτικές ~ές (= παρεμβάσεις). 2. ΜΑΘ. μέθοδος υπολογισμού της τιμής μιας συνάρτησης σε κάποιο σημείο, όταν υπάρχει ως δεδομένο ένα διακριτό σύνολο τιμών σε γειτονικά σημεία: αντίστροφη/γραμμική/πολυωνυμική ~. ~ κατά τμήματα/με τριγωνομετρικές συναρτήσεις. Μέγιστο σφάλμα ~ής. ● παρεμβολές (οι): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. εξωτερικά σήματα που παρεμβάλλονται τυχαία ή σκόπιμα στην εκπομπή ή λήψη τηλεοπτικού, ραδιοφωνικού ή τηλεφωνικού σήματος, διαταράσσοντάς την: ανεπιθύμητες/επιβλαβείς/συνεχείς ~. Προστασία συστήματος από ~. Συσκευή που δεν δημιουργεί/κάνει/προκαλεί ~.|| Ηλεκτρομαγνητική/ηλεκτρονική ~ή. ΣΥΝ. παράσιτα [< αγγλ. interference] [< αρχ. παρεμβολή, γαλλ. interférence] | |
| 38851 | παρέμβυσμα | πα-ρέμ-βυ-σμα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα από ελαστικό υλικό, συνήθ. σε σχήμα δακτυλίου, που χρησιμοποιείται σε αρμούς, ανάμεσα σε σωλήνες ή μηχανικά μέρη, για τη μόνωση και στεγανοποίησή τους. || Μεταλλικό ~. Βλ. σαλαμάστρα. ΣΥΝ. τσιμούχα (1), φλάντζα [< γαλλ. garniture] | |
| 38852 | παρεμπιπτόντως | πα-ρε-μπι-πτό-ντως επίρρ. & (καταχρ.-προφ.) παρεπιπτόντως (λόγ.): επ' ευκαιρία, ας σημειωθεί ότι: ~ αναφέρω ότι ... ~, πού θα πας διακοπές το καλοκαίρι; ΣΥΝ. ειρήσθω εν παρόδω, παρενθετικά [< γαλλ. incidemment] | |
| 38853 | παρεμπίπτω | πα-ρε-μπί-πτω ρ. (αμτβ.) (σπάν.-λόγ.): παρεμβάλλομαι. Κυρ. στη ● Μτχ.: παρεμπίπτων , ουσα, ον {παρεμπίπτ-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων} (λόγ.): δευτερεύων: ~ον: ζήτημα/θέμα.|| (ΝΟΜ.) ~ων: έλεγχος (της συνταγματικότητας των νόμων). ~ουσα: αγωγή/απόφαση.|| ~οντα: αλιεύματα (: μη εμπορεύσιμοι θαλάσσιοι οργανισμοί που αλιεύονται και μετά πετιούνται). ΑΝΤ. κύριος, πρωτεύων (1) [< αρχ. παρεμπίπτω] | |
| 38854 | παρεμποδίζω | πα-ρε-μπο-δί-ζω ρ. (μτβ.) {παρεμπόδι-σα, παρεμποδί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, παρεμποδιζ-όμενος, παρεμποδι-σμένος, παρεμποδίζ-οντας}: εμποδίζω: Παράγοντες που ~ουν την ανάπτυξη/το έργο (της αθλητικής δικαιοσύνης)/την κυκλοφορία των οχημάτων/τη λειτουργία επιχείρησης. Οι διαδηλωτές ~στηκαν από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. ~όμενη: δράση. ΣΥΝ. παρακωλύω ΑΝΤ. διευκολύνω [< μτγν. παρεμποδίζω] | |
| 38855 | παρεμπόδιση | πα-ρε-μπό-δι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρεμποδίζω: ~ της δράσης (του ενζύμου)/του έργου μας/της κυκλοφορίας/της λειτουργίας (μιας υπηρεσίας). Μπάρες ~ης στάθμευσης. Πβ. δυσχέρανση, παρακώλυση. ΑΝΤ. διευκόλυνση (1) [< μεσν. παρεμπόδισις 'εμπόδιο'] | |
| 14052 | Παρεμπόδιση | δυ-σχέ-ραν-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παρεμπόδιση: ~ του έργου της επιτροπής/των ερευνών. Πβ. παρακώλυση. ΑΝΤ. διευκόλυνση (1) [< μτγν. δυσχέρανσις] | |
| 38856 | παρεμποδιστής | πα-ρε-μπο-δι-στής ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. στοιχείο ή ένωση που χρησιμοποιείται σε αντίδραση με σκοπό να μειώσει τη δράση ενός καταλύτη: ~ βιοσύνθεσης λιπιδίων. Πβ. αναστολέας. [< γαλλ. inhibiteur, αγγλ. inhibitor, 1914] | |
| 38857 | παρεμποδιστικός | , ή, ό πα-ρε-μπο-δι-στι-κός επίθ.: που δημιουργεί εμπόδια, δυσχέρειες, δυσκολίες: ~ή: δράση. ~ές: ουσίες. Πβ. κωλυσιεργός, παρακωλυτικός. ΑΝΤ. διευκολυντικός ● επίρρ.: παρεμποδιστικά [< μεσν. παρεμποδιστικός] | |
| 38858 | παρεμπόριο | βλ. παραεμπόριο | |
| 38859 | παρεμφερής | , ής, ές πα-ρεμ-φε-ρής επίθ. {παρεμφερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): παρόμοιος, παραπλήσιος: ~ής: σκοπός. ~ής: ειδικότητα/περίπτωση. ~ές: αντικείμενο (σπουδών)/θέμα/περιεχόμενο/πρόβλημα. ~είς: απόψεις/δραστηριότητες. ~ή: προϊόντα. Πβ. συναφής. [< μτγν. παρεμφερής] | |
| 38860 | παρενδυσία | πα-ρεν-δυ-σί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. σεξουαλική παρέκκλιση, κυρ. ανδρών, οι οποίοι έχουν την τάση να φορούν ρούχα του αντίθετου φύλου. ΣΥΝ. τραβεστισμός [< γαλλ. transvestisme, περ. 1950, travestisme, 1964] | |
| 38861 | παρενδυτικός | , ή, ό πα-ρεν-δυ-τι-κός επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παρενδυσία: ~ές: τάσεις. ● Ουσ.: παρενδυτικός (ο): τραβεστί: διαφοροποίηση των ~ών από τους τρανσέξουαλ. | |
| 38862 | παρενέργεια | πα-ρε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ανεπιθύμητη ή επιβλαβής επίδραση φαρμάκου: πιθανές ~ες εμβολίων σε όργανα του σώματος. Η θεραπεία προχωρά ομαλά χωρίς ~ες. Βλ. αντένδειξη. 2. (μτφ.) απροσδόκητη επίπτωση γεγονότος, πράξης, κατάστασης: κοινωνικές/οικονομικές/πολιτικές ~ες. Πβ. αντίκτυπος. [< γερμ. Nebenwirkung] | |
| 38863 | παρένθεση | πα-ρέν-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. σημείο στίξης "σύμβ. (...)" που χρησιμοποιείται για να περικλείσει στοιχεία επεξηγηματικού ή συμπληρωματικού χαρακτήρα· συνεκδ. το περιεχόμενό της: (ΓΡΑΜΜ.) αριστερή/δεξιά ~. Ανοίγω ~/κλείνω την ~. Κείμενο/σχόλια εντός ~έσεων. Η τελεία μπαίνει μετά την ~. ΣΥΝ. καμπύλη αγκύλη. Βλ. άγκιστρο.|| (ΜΑΘ.) Απαλοιφή ~έσεων. Πρώτα εκτελούνται οι πράξεις στις αγκύλες και μετά στις ~έσεις.|| (στον προγραμματισμό:) Τα ορίσματα μιας συνάρτησης γράφονται μέσα σε ~έσεις. 2. (μτφ.) σύντομη διακοπή μιας σταθερής κατάστασης: Το ταξίδι ήταν μια ευχάριστη/μικρή ~ στη ρουτίνα της καθημερινότητας. Πβ. διάλειμμα, ιντερλούδιο.|| Θλιβερή/τραγική ~. 3. (μτφ.-προφ.) παρέκβαση: Θα ήθελα να κάνω μια ~ και να πω ότι ... Ανοίγω μια (μικρή) ~, για να τονίσω ότι ... Επιτρέψτε μου μια ~ σ' αυτό το σημείο. 4. (σπάν.-λόγ.) τοποθέτηση ανάμεσα: ~ μετάλλων σε ημιαγωγούς. [< 1: μτγν. παρένθεσις, γαλλ. parenthèse, αγγλ. parenthesis, γερμ. Parenthese 2,3: γαλλ. ~ 4: μτγν. ~] | |
| 38864 | παρενθετικός | , ή, ό πα-ρεν-θε-τι-κός επίθ.: που παρεμβάλλεται στον λόγο· ειδικότ. που περικλείεται σε παρενθέσεις: ~ή: αναφορά. ~ό: σχόλιο.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ές: προτάσεις (: για να διευκρινίσουν ή να συμπληρώσουν το νόημα ενός κειμένου). ● επίρρ.: παρενθετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ αναφέρω/σημειώνω ότι ... ΣΥΝ. παρεμπιπτόντως [< γερμ. parenthetisch, αγγλ. parenthetic] | |
| 38865 | παρένθετος | , η, ο πα-ρέν-θε-τος επίθ.: εμβόλιμος. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: παρένθετο πρόσωπο: ΝΟΜ. που δρα ιδίω ονόματι, αλλά για λογαριασμό τρίτου, συνήθ. συγγενικού, προσώπου· κατ' επέκτ. μεσολαβητής., δανεική/παρένθετη/ανάδοχη μήτρα βλ. μήτρα, παρένθετη μητρότητα βλ. μητρότητα, παρένθετη/φέρουσα/υποκατάστατη μητέρα βλ. μητέρα [< μτγν. παρένθετος] | |
| 38866 | παρενόχληση | πα-ρε-νό-χλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ανεπιθύμητη συμπεριφορά που προσβάλλει κάποιον, θίγει την αξιοπρέπειά του, προκαλεί εκφοβισμό ή γενικότ. τον ενοχλεί: επιθετική ~.|| Διαδικτυακή/ηλεκτρονική/τηλεφωνική ~. ~ στο διαδίκτυο. 2. ΣΤΡΑΤ. αιφνιδιαστική επιθετική ενέργεια: ~ αεροσκάφους. ~ του εχθρού. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθική παρενόχληση & ψυχολογική παρενόχληση: (συνήθ. σε χώρο εργασίας) ανάρμοστη διαγωγή που εκδηλώνεται συστηματικά από πρόθεση, με μορφές συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις, και θίγει την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια και την ψυχολογική ακεραιότητα ενός προσώπου. [< αγγλ. moral harassment, γαλλ. harcèlement moral, 1998] , σεξουαλική παρενόχληση: (συνήθ. σε χώρο εργασίας) σεξουαλική συμπεριφορά, που μπορεί να εκδηλωθεί με λόγια, νεύματα, χειρονομίες ή πράξεις, μη επιθυμητή από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, που προσβάλλει την αξιοπρέπειά του ή/και δημιουργεί εκφοβιστικό, εχθρικό ή ενοχλητικό περιβάλλον: θύμα ~ής ~ης. [< αγγλ. sexual harassment, 1969] [< μτγν. παρενόχλησις ‘ενόχληση’, γαλλ. harcèlement] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ