Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39480-39500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38884παρερμηνευτήςπα-ρερ-μη-νευ-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που παρερμηνεύει. [< μεσν. παρερμηνευτής]
38885παρερμηνεύωπα-ρερ-μη-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {παρερμήνευ-σα, παρερμηνεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, παρερμηνεύ-οντας}: ερμηνεύω με εσφαλμένο τρόπο, παρεξηγώ: ~σες τα λόγια/τις προθέσεις μου. Απόψεις/δηλώσεις που ~τηκαν. ΣΥΝ. παρανοώ [< μτγν. παρερμηνεύω]
38886παρέρχομαιπα-ρέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {παρήλθε, παρέλθει, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): (μτφ.) προσπερνώ: ~ τα ειρωνικά σου σχόλια και συνεχίζω την ομιλία μου. Πβ. αντι~.παρέρχεται: περνά, παύει να υπάρχει: Ο χρόνος ~. Παρήλθε (ανεπιστρεπτί) η εποχή/ο καιρός/η περίοδος που ... Ήδη παρήλθαν δύο χρόνια από τότε που ... Δυστυχώς οι παλιές καλές μέρες έχουν παρέλθει. Παρήλθε ο κίνδυνος (= έφυγε, εξέλιπε).|| (ΝΟΜ.) Η προθεσμία παρήλθε άπρακτη ... ● ΦΡ.: έρχεται και παρέρχεται: για να δηλωθεί το εφήμερο: Ο έρωτας/η μόδα ~ ~. Οι κυβερνήσεις ~ονται και ~ονται. [< αρχ. παρέρχομαι]
38887πάρεσηπά-ρε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ελαφρά μορφή παράλυσης που εκδηλώνεται συνήθ. με ελάττωση της μυϊκής δύναμης: εγκεφαλική ~. [< μτγν. πάρεσις, γαλλ. parésie, αγγλ. paresis]
38888παρέστηβλ. παρίσταμαι
38889παρεστιγμένος, η, ο πα-ρε-στιγ-μέ-νος επίθ.: ΜΟΥΣ. για φθόγγο αυξημένο κατά το ήμισυ της ρυθμικής του αξίας, που συμβολίζεται στο πεντάγραμμο με μία τελεία στα δεξιά του: ~η: νότα. ~ο: φθογγόσημο.|| (σπανιότ. ως ουσ.) Το ~ο. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. στίζω ‘σημαδεύω’]
38890παρετυμολογίαπα-ρε-τυ-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. εσφαλμένη ετυμολογική ερμηνεία, συνήθ. λέξης· συχνά λαϊκή ετυμολογία: ονομασία προερχόμενη κατά ~ από ... Η γραφή "κτίριο" οφείλεται σε ~ από το "κτίζω". Βλ. αγιόκλημα, εφτάζυμος. [< μεσν. παρετυμολογία 'υπαινιγμός για την προέλευση μιας λέξης', πβ. ιταλ. paretimologia, 1963]
38891παρετυμολογικός, ή, ό πα-ρε-τυ-μο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την παρετυμολογία: ~ή: επίδραση/σύνδεση. ● επίρρ.: παρετυμολογικά
38892παρετυμολογώ[παρετυμολογῶ] πα-ρε-τυ-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.): δίνω εσφαλμένη ετυμολογία λέξης. [< μτγν. παρετυμολογῶ 'εξετάζω την ετυμολογία λέξης']
38893παρευθύςπα-ρευ-θύς επίρρ. (λόγ.): αμέσως, χωρίς χρονοτριβή: ~ δόθηκε απάντηση. ΣΥΝ. αυτοστιγμεί, ευθύς αμέσως, πάραυτα [< μτγν. παρευθύς]
38894παρευξείνιος, ος/α, ο πα-ρευ-ξεί-νι-ος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται ή ζει κοντά στον Εύξεινο Πόντο: ~ος: Ελληνισμός. ~α: ζώνη/περιοχή. ~ες: χώρες. Η ~ος διασπορά.
38895παρευρίσκομαιπα-ρευ-ρί-σκο-μαι ρ. (αμτβ.) {παρευρέ-θηκα (λόγ. παρευρέ-θη, μτχ. παρευρε-θείς, -θείσα, -θέν), -θώ, παρευρισκ-όμενος} (λόγ.) & (προφ.) παραβρίσκομαι {παραβρέθ-ηκα}: βρίσκομαι σε έναν χώρο μαζί με άλλους, συμμετέχω σε εκδήλωση: ~ στην αίθουσα (του δικαστηρίου)/σε γιορτή/δείπνο/εκδήλωση/οικογενειακή συνάντηση. Στη δεξίωση ~εται ο υπουργός ... Ο βουλευτής ~θηκε (σπανιότ. παραβρέθηκε) στα εγκαίνια. Δεν μπόρεσε να ~θεί (σπανιότ. παραβρεθεί) στην τελετή. Παρακαλείσθε να ~θείτε (σπανιότ. παραβρεθείτε) στη συνεδρίαση ... Μεταξύ των ~θέντων ήταν και οι ... Πβ. παρίσταμαι. ΑΝΤ. απουσιάζω [< μτγν. παρευρίσκομαι ‘βρίσκομαι δίπλα ή μέσα’]
38896παρευρισκόμενος, η, ο πα-ρευ-ρι-σκό-με-νος επίθ. (λόγ.): που παρευρίσκεται κάπου: ~ο: πλήθος. ~α: μέλη.|| (ως ουσ.) Μοιράστηκαν δώρα σε όλους τους ~ους/(λογιότ.) ~ένους. Πβ. παρών. [< μτγν. παρευρισκόμενος]
38897παρέχωπα-ρέ-χω ρ. (μτβ.) {παρατ. παρείχα, γ' πρόσ. αορ. (λόγ.) παρέσχε, παράσχει, παρατ. (λόγ.) παρείχετο, αόρ. παρασχέ-θηκε (λόγ. παρεσχέ-θη, -θησαν, παρασχε-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, παρέχ-οντας, -ων, -όμενος} (λόγ.): δίνω, εξασφαλίζω, προσφέρω: (ως απολεξικοποιημένο ρήμα) ~ βοήθεια (= βοηθώ)/καθοδήγηση (= καθοδηγώ)/πληροφορίες (= πληροφορώ)/συμβουλές (= συμβουλεύω) σε κάποιον.|| ~ει τις υπηρεσίες του δωρεάν. Του παρείχαν ασφάλεια/προστασία. Η Βουλή παρέσχε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. ~εται εγγύηση/ελεύθερη πρόσβαση/τεχνική υποστήριξη. ~ονται βασικές γνώσεις/διευκολύνσεις/κίνητρα/όλα τα εχέγγυα. Τους ~ονται τα εφόδια, για να ... Του ~θηκαν οι πρώτες βοήθειες. Ζήτησε να του ~θεί άσυλο. Η ~όμενη ιατρική περίθαλψη/νομική κάλυψη. Πβ. εφοδιάζω, χορηγώ.|| Θέση που ~ει τη δυνατότητα/την ευκαιρία επαγγελματικής εξέλιξης. ΑΝΤ. στερώ [< αρχ. παρέχω]
38898παρηγορητής, παρηγορήτριαπα-ρη-γο-ρη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(λαϊκό) θηλ. παρηγορήτρα} 1. αυτός που παρηγορεί, ανακουφίζει. 2. ΕΚΚΛΗΣ. {στο θηλ.} προσωνυμία της Παναγίας. [< μεσν. παρηγορητής]
38899παρηγορητικός, ή, ό πα-ρη-γο-ρη-τι-κός επίθ.: που παρηγορεί, ανακουφίζει, ενθαρρύνει: ~ό: μήνυμα. ~ά: λόγια. Είναι ~ό να διαπιστώνεις ότι ... ΣΥΝ. παραμυθητικός, παρήγορος.|| (ΙΑΤΡ., για ανίατες ασθένειες) ~ή: αγωγή/φροντίδα (: μη θεραπευτική). Πβ. ανακουφιστ-, παρηγορ-ικός. ● επίρρ.: παρηγορητικά ● ΣΥΜΠΛ.: παρηγορητική ιατρική βλ. ιατρική [< μτγν. παρηγορητικός, αγγλ. palliative, γαλλ. palliatif]
38900παρηγοριάπα-ρη-γο-ριά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) παρηγορία & (λαϊκό) παρηγόρια: ανακούφιση από τον ψυχικό πόνο, συμπαράσταση στη θλίψη· συνεκδ. οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε παρηγορεί: λόγια/μηνύματα ~ιάς (= παρηγορητικά). Αναζητώ/προσφέρω/ψάχνω ~. Μας έδωσε ~. Έχω κάποιον/κάτι για ~. Μετά τον θάνατο του άνδρα της, βρήκε ~ στα παιδιά της. Καταφεύγει στο φαγητό για ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Θεία/ουράνια ~. Πβ. απαντοχή, παραμυθία.|| (ειρων.) Βραβείο/νίκη (της) ~ιάς. Ο τελικός της ~ιάς (= ο μικρός τελικός).|| Είσαι μεγάλη ~ για μένα. Το διάβασμα είναι η μοναδική του ~. ● ΦΡ.: ο καφές της παρηγοριάς: που σερβίρεται ύστερα από μνημόσυνα και κηδείες και κατ'επέκτ. μετά από αποτυχία ή σοβαρό πλήγμα που υπέστη κάποιος: Ήπιαμε τον ~έ ~., παρηγοριά στον άρρωστο (μέχρι/ώσπου να βγει η ψυχή του) (παροιμ.): για κάτι που φαντάζει παρήγορο, αλλά στην ουσία είναι άσκοπο και ανώφελο: Εδώ που φτάσαμε, όλα μοιάζουν λύσεις ανάγκης, ~ ~. [< μεσν. παρηγοριά < αρχ. παρηγορία]
38901παρηγορικός, ή, ό πα-ρη-γο-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προσφέρει ανακούφιση στον ασθενή σε περίπτωση ανίατης ασθένειας: ~ή: θεραπεία. Πβ. ανακουφιστ-, παρηγορητ-ικός. ● επίρρ.: παρηγορικά [< μτγν. παρηγορικός]
38902παρήγορος, η, ο πα-ρή-γο-ρος επίθ.: παρηγορητικός: ~η: αγκαλιά/σκέψη/φωνή. Είναι ~ο (το γεγονός) ότι ... Το (μόνο) ~ο (στην υπόθεση) είναι η ... Πβ. ανακουφιστ-, καθησυχαστ-ικός. [< αρχ. παρήγορος]
38903παρηγορώ[παρηγορῶ] πα-ρη-γο-ρώ ρ. (μτβ.) {παρηγορ-είς ..., -ώντας | παρηγόρ-ησα, -ούμαι κ. -ιέμαι, -ήθηκα, -ούμενος, -ημένος}: μετριάζω τη θλίψη, τον πόνο κάποιου με τα λόγια, τις πράξεις ή γενικότ. τη συμπεριφορά μου∙ ανακουφίζω, καταπραϋνω: Με ~εί το γεγονός ότι ... Το μόνο που με ~εί είναι (η σκέψη) ότι ... Αν σε ~εί, πολλοί έχουν βρεθεί στην ίδια κατάσταση με σένα. Έσπευσε να την ~ήσει μετά τον χωρισμό της. Τον ~ούσε για τα βάσανά του. Βλ. συμπαραστέκομαι, συμπάσχω. [< αρχ. παρηγορῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.