| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38904 | παρηκμασμένος | , η, ο βλ. παρακμάζω | |
| 38905 | παρήλικος | , η, ο πα-ρή-λι-κος επίθ./ουσ. (σπάν.-λόγ.): υπερήλικος, ηλικιωμένος. [< μτγν. παρῆλιξ] | |
| 38906 | παρήχηση | πα-ρή-χη-ση ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο επαναλαμβάνονται όμοιοι ή ομόηχοι φθόγγοι, συλλαβές ή λέξεις μέσα στην ίδια φράση ή στον ίδιο στίχο. Βλ. συνήχηση. [< μτγν. παρήχησις ‘ηχητική ομοιότητα’, γαλλ. assonance] | |
| 38907 | παρηχητικός | , ή, ό πα-ρη-χη-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που δημιουργεί παρήχηση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: στίχος/τίτλος. ~ό: λογοπαίγνιο. ● επίρρ.: παρηχητικά [< μεσν. παρηχητικός] | |
| 38908 | παρθένα | παρ-θέ-να ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) παρθένος 1. γυναίκα που δεν έχει έρθει σε σεξουαλική επαφή με άνδρα: (στην αρχαιότητα) χορός ~ων. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Π) προσωνυμία της Παναγίας: η ~ος Μαρία. Πβ. αειπάρθενος. ● ΣΥΜΠΛ.: μωρές παρθένες βλ. μωρός [< μεσν. παρθένα < αρχ. παρθένος] | |
| 38909 | παρθεναγωγείο | [παρθεναγωγεῖο] παρ-θε-να-γω-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): σχολείο θηλέων. Βλ. αρρεναγωγείο. [< γερμ. Mädchenschule] | |
| 38910 | παρθενιά | παρ-θε-νιά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) παρθενία 1. η κατάσταση της παρθένας (σπάν. του παρθένου)· συνεκδ. παρθενικός υμένας: Έχασε την ~ της. Πβ. τιμή. 2. {μόνο στον τ. παρθενία} (μτφ.) αγνότητα, καθαρότητα: Η ~ της ψυχής. ● ΦΡ.: παίρνω την παρθενιά 1. έρχομαι σε σεξουαλική επαφή με παρθένα ή παρθένο άνδρα. 2. (σπάν.-μτφ.) απολαμβάνω, γεύομαι κάτι πρώτος. [< 1: αρχ. παρθενία] | |
| 38911 | παρθενικός | , ή, ό παρ-θε-νι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που γίνεται για πρώτη φορά, πρώτος: ~ός: αγώνας. ~ή: επίσκεψη/νίκη (ομάδας)/ομορφιά (του τοπίου/της φύσης)/πτήση (αεροπλάνου)/συμμετοχή. ~ό: γκολ/έργο/ταξίδι (πλοίου). Ο παίκτης έκανε την ~ή του εμφάνιση στο παγκόσμιο πρωτάθλημα (βλ. ντεμπούτο). 2. (μτφ.) αγνός, αθώος: ~ή: ψυχή. Πβ. αμόλυντος. ● ΣΥΜΠΛ.: παρθενικός υμένας: ΑΝΑΤ. λεπτή βλεννώδης μεμβράνη που καλύπτει το άνοιγμα του γυναικείου κόλπου και διαρρηγνύεται στην πρώτη σεξουαλική επαφή. Πβ. παρθενιά. Βλ. παρθενορραφή. [< μτγν. παρθενικός 1,2: γαλλ. virginal, αγγλ. virgin] | |
| 38912 | παρθενικότητα | παρ-θε-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του παρθενικού· αγνότητα, αθωότητα: Η ~ της Θεοτόκου.|| (μτφ.) Η ~ του τοπίου. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. virginité] | |
| 38913 | παρθενογένεση | παρ-θε-νο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. αναπαραγωγή ορισμένων ζωικών ή φυτικών οργανισμών χωρίς γονιμοποίηση από το αρσενικό. Βλ. -γένεση. 2. (μτφ.) δημιουργία έργου, εμφάνιση ιδέας από μηδενική βάση, από το τίποτα: Στην ιστορία/στην τέχνη δεν υπάρχει ~. [< γαλλ. parthénogenèse, αγγλ. parthenogenesis] | |
| 38914 | παρθενογενετικός | , ή, ό παρ-θε-νο-γε-νε-τι-κός επίθ. (σπάν.): ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με την παρθενογένεση: ~ή: αναπαραγωγή. [< γαλλ. parthénogénétique , αγγλ. parthenogenetic] | |
| 38915 | παρθενορραφή | παρ-θε-νορ-ρα-φή ουσ. (θηλ.) & παρθενοραφή: ΙΑΤΡ. χειρουργική αποκατάσταση του παρθενικού υμένα που έχει υποστεί ρήξη. ΣΥΝ. υμενοπλαστική | |
| 38916 | παρθένος | , α/ος, ο παρ-θέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) που βρίσκεται στη φυσική του κατάσταση, που δεν τον έχουν επεξεργαστεί ή εκμεταλλευτεί· αγνός, άθικτος, άφθαρτος: ~ος: τόπος. ~α: βλάστηση/γη/παραλία/περιοχή/ύπαιθρος/φύση. ~ο: μαλλί (: που προέρχεται κατευθείαν από το κούρεμα του ζώου, χωρίς προσμείξεις με άλλα υλικά)/μέλι (πβ. ανόθευτος, γνήσιος)/νησί/περιβάλλον/χιόνι (= απάτητο).|| Εξάπλωση λοίμωξης σε ~α κύτταρα. 2. (για γυναίκα ή άνδρα) που δεν έχει έρθει σε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή. ● ΣΥΜΠΛ.: παρθένο δάσος βλ. δάσος, παρθένο έδαφος βλ. έδαφος, παρθένο ελαιόλαδο βλ. ελαιόλαδο [< αρχ. παρθένος, γαλλ. vierge, αγγλ. virgin] | |
| 38917 | παρθένος | παρ-θέ-νος ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. {κ. αρσ.} (συνήθ. με κεφαλ. Π) αστερισμός του Βόρειου Ημισφαιρίου· το έκτο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (23 Αυγούστου-22 Σεπτεμβρίου) μεταξύ Λέοντα και Ζυγού· συνεκδ. ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο. 2. ΑΡΧ. (με κεφαλ. Π) προσωνυμία της θεάς Αθηνάς: η Αθηνά ~. Βλ. παρθένα. [< 1: μτγν. παρθένος 2: αρχ. ~] | |
| 38918 | πάρθιος | , α, ο πάρ-θι-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: πάρθιο(ν) βέλος {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.-λόγ.): απροσδόκητο, αιφνιδιαστικό, ύπουλο χτύπημα, συνήθ. της τελευταίας στιγμής. [< μτγν. Πάρθιοι, αγγλ. Parthian] | |
| 38919 | παριανός | , ή, ό πα-ρια-νός επίθ.: που σχετίζεται με την Πάρο ή/και τους Παριανούς: ~ό: μάρμαρο (βλ. λυχνίτης). Πβ. πάριος. Βλ. -ιανός. [< μεσν. παριανός] | |
| 38920 | Παριανός, Παριανή | Πα-ρια-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Πάρο. [< μεσν. Παριανός] | |
| 38921 | παρίας | πα-ρί-ας ουσ. (αρσ.): απόκληρος, περιθωριοποιημένος: Αντιμετωπίζονται ως ~ες από την κοινωνία. Πβ. περιθωριακός.|| Κράτος-~. [< γαλλ. paria] | |
| 38922 | πάριζα | πά-ρι-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλλαντικό με κομμάτια χοιρινού κρέατος: ~ ψιλοκομμένη. Φέτες ~/~ας. ● Υποκ.: παριζάκι (το) [< γερμ. Pariser Schinken] | |
| 38923 | παριζιάνικος | , η, ο πα-ρι-ζιά-νι-κος επίθ. (προφ.): παρισινός. [< γαλλ. parisien] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ