| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38924 | Παριζιάνος, Παριζιάνα | Πα-ρι-ζιά-νος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Παρίσι. [< γαλλ. Parisien] | |
| 38925 | πάριος | , α, ο πά-ρι-ος επίθ./ουσ. (λόγ.): παριανός. [< αρχ. Πάριος] | |
| 38926 | παρισινός | , ή, ό πα-ρι-σι-νός επίθ.: που σχετίζεται με το Παρίσι ή/και τους Παριζιάνους. Πβ. παριζιάνικος. | |
| 38927 | παρίσταμαι | πα-ρί-στα-μαι ρ. (αμτβ.) {παρίστα-σαι, -ται, -μεθα, -σθε, -νται | παρατ. παρίστα-το, -ντο, αόρ. παρέστ-η, παραστ-εί, παριστά-μενος} (επίσ.): είμαι παρών κάπου με συγκεκριμένη ιδιότητα, παρευρίσκομαι: ~ αυτοπροσώπως. (σε λόγο:) ~μεθα εδώ, για να τιμήσουμε τη μνήμη του ... Στις συνομιλίες, ~ντο οι Υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών. ~η στη δεξίωση/στη συνάντηση/στη συνεδρίαση/στην τελετή (πβ. παρακάθομαι). ~η σε γεύμα. Στην εκδήλωση, ~ησαν μεταξύ άλλων οι ... Δεν μπόρεσε να ~εί στον γάμο. ΑΝΤ. απουσιάζω.|| ~μεθα (= είμαστε) μάρτυρες μιας πρωτοφανούς αδικίας.|| (ΝΟΜ.) Το δικαίωμα του δικηγόρου να ~ται (ενν. ως συνήγορος) ενώπιον των δικαστηρίων.|| Οι ~μενοι μέτοχοι αποφάσισαν ομόφωνα ... (ως ουσ.) Οι ~μενοι χειροκρότησαν. Ευχαρίστησε όλους τους ~μένους. Βλ. παραστέκομαι, συμ~. ● παρίσταται: παρουσιάζεται, προκύπτει: Θα επέμβουν, αν/όποτε παραστεί ανάγκη. [< αρχ. παρίστημι, παρίσταμαι] | |
| 38928 | παριστάνω | πα-ρι-στά-νω ρ. (μτβ.) {παρέστησα, παρα-στήσω, -στάθηκε, -σταθεί, παριστάν-οντας} & παρασταίνω & (λόγ.) παριστώ 1. (μτφ.) προσπαθώ να δείχνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι, προσποιούμαι: ~ει τον αθώο/ειδικό/έξυπνο/μάγκα/σπουδαίο/τρελό. ~ει ότι/πως δεν τον ενδιαφέρει το θέμα. Έλα τώρα, μην ~εις την ανήξερη! Ζητιάνευε, ~οντας τον κωφάλαλο. Πβ. υποκρίνομαι, το παίζω. ΣΥΝ. κάνω (9) 2. απεικονίζω, συμβολίζω: Το γράφημα/το διάγραμμα/η καμπύλη/ο πίνακας ~ει τα επίπεδα τιμών. Η φορά του διανύσματος ~εται με ένα βέλος. Να ~σταθούν γραφικά οι συναρτήσεις.|| (για έργα τέχνης) Ο πίνακας ~ει τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Τα ειδώλια ~ουν μυθολογικά πρόσωπα, ήρωες και θεούς. ΣΥΝ. αναπαριστάνω 3. (για ηθοποιό) υποδύομαι, ενσαρκώνω έναν ρόλο. Πβ. παίζω. 4. εκφράζω, παρουσιάζω κάτι περιγραφικά: Τα πράγματα δεν είναι τόσο σοβαρά όσο τα ~ει. Πβ. εκθέτω. ● ΦΡ.: κάνει/παριστάνει τον καμπόσο βλ. κάμποσος, κάνει/παριστάνει τον παλικαρά βλ. παλικαράς, κάνω/παριστάνω την οσία (Μαρία) βλ. όσιος, κάνω/παριστάνω τον τροχονόμο βλ. τροχονόμος, κάνω/παριστάνω τον ψόφιο κοριό βλ. κοριός [< μτγν. παριστάνω, παριστῶ, γαλλ. représenter] | |
| 38929 | παρκαδόρος | παρ-κα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): επαγγελματίας που παρκάρει και ξεπαρκάρει κυρ. αυτοκίνητα σε ιδιωτικό πάρκινγκ: ~ σε νυχτερινό κέντρο. Βλ. -αδόρος. | |
| 38930 | παρκάρισμα | παρ-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {παρκαρίσμ-ατος | -ατα} 1. ενέργειες οδηγού για τη στάθμευση οχήματος σε ορισμένο χώρο· κυρ. στάθμευση: παράλληλο ~. Δυσκολεύεται στο ~. Αισθητήρες/θέση/κάμερες/ραντάρ ~ατος. Αυτόματο/βοηθητικό σύστημα ~ατος. Παράνομα ~ατα. Δεν επιτρέπεται το ~. Πβ. πάρκινγκ. Βλ. διπλο~, -ισμα. ΑΝΤ. ξεπαρκάρισμα 2. ΤΗΛΕΠ. υπηρεσία κατά την οποία μία κλήση μπαίνει σε αναμονή από μία συσκευή, ώστε να συνεχιστεί σε άλλη. | |
| 38931 | παρκάρω | παρ-κά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρκάρι-σα κ. πάρκαρα, -σμένος, παρκάρ-οντας} & (σπάν.-προφ.) παρκέρνω: τοποθετώ με κατάλληλους ελιγμούς όχημα σε μια θέση: ~ το αυτοκίνητο/το φορτηγό. Δεν βρίσκω να ~. Μην ~ετε πάνω στις διαβάσεις. Πάρκαρα στο πεζοδρόμιο και πήρα κλήση. Παράνομα ~σμένα μηχανάκια. Βλ. διπλο~. ΣΥΝ. σταθμεύω (1) ΑΝΤ. ξεπαρκάρω [< γαλλ. parquer, 1930] | |
| 38932 | παρκέ | παρ-κέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. πάτωμα από λεπτές σανίδες ξύλου υψηλής ποιότητας, τοποθετημένες σε ορισμένη διάταξη: δρύινο ~. Δωμάτιο με ~. ~ διαρκείας (: που είναι γυαλισμένο μόνιμα). Πβ. παρκέτο.|| (ως επίθ.) ~ δάπεδα. 2. αγωνιστικός χώρος γηπέδου μπάσκετ ή βόλεϊ: Η ομάδα μπήκε στο ~ αποφασισμένη να πάρει την πρόκριση. Πβ. τάραφλεξ, τερέν. Βλ. ταρτάν, τατάμι. ● ΦΡ.: κάνω παρκέ: καθαρίζω και γυαλίζω το ξύλινο πάτωμα με ειδική ουσία. Βλ. παρκετίνη. [< γαλλ. parquet] | |
| 38933 | παρκετέζα | παρ-κε-τέ-ζα ουσ. (θηλ.): ηλεκτρική συνήθ. συσκευή για το γυάλισμα δαπέδου. || ~ με κοντάρι/μικροΐνες. Βλ. στιλβωτής. | |
| 38934 | παρκετίνη | παρ-κε-τί-νη ουσ. (θηλ.): υγρή ή παχύρρευστη ουσία για το γυάλισμα του παρκέ. Βλ. -ίνη. | |
| 38935 | παρκέτο | παρ-κέ-το ουσ. (ουδ.): παρκέ· καθεμιά από τις ξύλινες σανίδες του. | |
| 38936 | πάρκινγκ | πάρ-κινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πάρκιγκ, πάρκιν: χώρος για τη στάθμευση οχημάτων· παρκάρισμα: δημοτικό/ιδιωτικό/κλειστό/στεγασμένο/υπαίθριο ~. (Υπόγειοι) σταθμοί ~. ~ μικρής/μακράς διαρκείας. ~ δυναμικότητας/χωρητικότητας ... αυτοκινήτων. Πβ. γκαράζ.|| ~ σκαφών.|| Θέσεις ~ για αναπήρους. Δυνατότητα δωρεάν/ελεύθερου ~. [< αγγλ. parking, γαλλ. ~, 1926, διαδόθηκε περ. το 1945] | |
| 38937 | πάρκινσον | πάρ-κιν-σον ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. χρόνια, αργά εξελισσόμενη, εκφυλιστική νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος, που εμφανίζεται συνήθ. σε μεγάλη ηλικία, προκαλεί διαταραχές στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος ελέγχει τις κινήσεις του σώματος και εκδηλώνεται κυρ. με τρέμουλο και μυϊκή δυσκαμψία. ΣΥΝ. νόσος/σύνδρομο (του) Πάρκινσον, τρομώδης παράλυση. Βλ. αλτσχάιμερ, ντοπαμίνη. [< αγγλ. Parkinson’s disease, 1877, αγγλ. ανθρ. J. Parkinson, γαλλ. maladie de Parkinson, 1876, parkinson, 1974] | |
| 38938 | παρκινσονικός | , ή, ό παρ-κιν-σο-νι-κός επίθ./ουσ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νόσο του Πάρκινσον ή πάσχει από αυτή: ~ό: σύνδρομο.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. ασθενείς). [< αγγλ. parkinsonian, γαλλ. parkinsonien] | |
| 38939 | παρκινσονισμός | παρ-κιν-σο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. σύνολο νευρολογικών διαταραχών που χαρακτηρίζονται από υποκινησία, τρόμο και μυϊκή δυσκαμψία· κυρ. πάρκινσον. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. parkinsonism, 1923, γαλλ. parkinsonisme, 1925] | |
| 38940 | πάρκο | πάρ-κο ουσ. (ουδ.) 1. (σε πόλη) ανοιχτός χώρος, περιφραγμένος και αρχιτεκτονικά διαμορφωμένος, με γρασίδι, δέντρα, καλλωπιστικά φυτά και διάφορες δομικές κατασκευές, που προορίζεται για ξεκούραση, περίπατο και ψυχαγωγικές δραστηριότητες: δημόσιο ή ιδιωτικό/δημοτικό/μητροπολιτικό ~. Αθλητικό/φυσικό ~. ~ αναψυχής/διασκέδασης (βλ. λούνα παρκ)/νερού (βλ. υδρο~)/πρασίνου/ψυχαγωγίας. ~ με γήπεδο/καθιστικούς χώρους/λίμνη/παιδική χαρά/πλατεία/σιντριβάνι(α). Βιοκλιματική αναβάθμιση/ανάπλαση/διαμόρφωση ~ου. Το αναψυκτήριο/το περίπτερο του ~ου. Βλ. κήπος. 2. (κατ' επέκτ.) υπαίθρια έκταση διαμορφωμένη για εκπαιδευτικούς ή/και ερευνητικούς σκοπούς: αστρονομικό/γεωλογικό (βλ. γεω~)/πολιτιστικό (βλ. πολυχώρος) ~. ~ κυκλοφοριακής αγωγής/περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης (= περιβαλλοντολογικό ~). Βλ. τεχνο~. 3. κατασκευή που αποτελεί περιφραγμένο χώρο, για να κοιμούνται, να παίζουν και να στέκονται τα βρέφη και τα πολύ μικρά παιδιά, χωρίς να διατρέχουν κίνδυνο. Πβ. παρκοκρέβατο. ● Υποκ.: παρκάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαιολογικό πάρκο: ΑΡΧΑΙΟΛ. μεγάλη ανοιχτή έκταση με αρχαιολογικά μνημεία και ευρήματα και διαμορφωμένο περιβάλλοντα χώρο., εθνικό πάρκο: ευρεία περιοχή με ιδιαίτερη φυσική, ιστορική ή επιστημονική σημασία που προστατεύεται από το κράτος και προσφέρεται για δημόσια χρήση και ψυχαγωγία: εθνικό δασικό/θαλάσσιο πάρκο., θεματικό πάρκο: ιδιωτικό συνήθ. πάρκο του οποίου οι εγκαταστάσεις και τα αξιοθέατα στοχεύουν στην ανάδειξη συγκεκριμένου θέματος και προορίζονται κυρ. για ψυχαγωγία του κοινού: ~ ~ Βιολογικών και Παραδοσιακών Προϊόντων. ~ ~ για παιδιά. Ιστορικά ~ά ~α. Τεράστιο ~ ~ με τρενάκια και παιχνίδια (πβ. λούνα παρκ). [< αγγλ. theme park, 1960] , οικολογικό πάρκο 1. χώρος όπου διοργανώνονται εκθέσεις και διεξάγονται δραστηριότητες στη φύση για την οικολογική ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των επισκεπτών και για αναψυχή. 2. περιοχή προστατευόμενη για τη χλωρίδα και την πανίδα της. Βλ. εθνικός δρυμός. [< αγγλ. eco park] , πάρκο κεραιών: οριοθετημένο μέρος στο οποίο έχουν εγκατασταθεί οι κεραίες αδειοδοτημένων ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών: Κινητοποίηση κατοίκων ενάντια στο ~ ~. [< αγγλ. antenna park] , πάρκο τσέπης: μικρό πάρκο που δημιουργείται κυρ. σε πυκνοκατοικημένες περιοχές μεγαλουπόλεων με μεγάλη έλλειψη πρασίνου. αγγλ. pocket park, vest-pocket park, 1966] , τεχνολογικό πάρκο 1. κέντρο όπου παρουσιάζονται οι τεχνολογικές και ερευνητικές δραστηριότητες ενός ιδρύματος, π.χ. πανεπιστημιακού, και διοργανώνονται σχετικές εκθέσεις, συνέδρια, ημερίδες∙ συχνά εκεί διεξάγεται και πρωτογενής έρευνα στις σύγχρονες επιστήμες και τεχνολογίες. ΣΥΝ. τεχνοπάρκο. Βλ. τεχνόπολη. 2. χώρος όπου παρέχεται υλική και τεχνική υποδομή και διάφορες επί πληρωμή υπηρεσίες σε νέες συνήθ. επιχειρήσεις. Πβ. θερμοκοιτίδα. [< αγγλ. technology park] , αιολικό πάρκο βλ. αιολικός2, βιομηχανικό πάρκο βλ. βιομηχανικός, βιοτεχνικό πάρκο βλ. βιοτεχνικός, εμπορικό πάρκο βλ. εμπορικός, επιστημονικό πάρκο βλ. επιστημονικός, ζωολογικό πάρκο βλ. ζωολογικός, ηλιακό πάρκο βλ. ηλιακός, θαλάσσιο πάρκο βλ. θαλάσσιος, κτηνοτροφικό πάρκο βλ. κτηνοτροφικός, φωτοβολταϊκό πάρκο βλ. φωτοβολταϊκός [< 1: ιταλ. parco 2: αγγλ. park 3: γαλλ. parc] | |
| 38941 | παρκοκρέβατο | παρ-κο-κρέ-βα-το ουσ. (ουδ.): πάρκο για βρέφη ή μικρά παιδιά στο οποίο μπορούν και να κοιμηθούν: πτυσσόμενο ~. | |
| 38942 | παρκόμετρο | παρ-κό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ειδικό μηχάνημα βάσει του οποίου υπολογίζεται ο χρόνος στάθμευσης των αυτοκινήτων· τοποθετείται σε πεζοδρόμια δημόσιων δρόμων και λειτουργεί συνήθ. με κέρματα. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. parking meter, 1935, γαλλ. parc(o)mètre, περ. 1960] | |
| 38943 | παρκούρ | παρ-κούρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σπορ που συνδυάζει στίβο, ενόργανη γυμναστική, πολεμικές τέχνες και έχει ως σκοπό την ταχύτερη, αποτελεσματικότερη και συνήθ. χωρίς συγκεκριμένο προορισμό μετακίνηση του αθλητή στο αστικό κυρ. ή φυσικό περιβάλλον, ο οποίος εκμεταλλεύεται τις σωματικές του ικανότητες, για να ξεπεράσει τα εμπόδια, όπως κάγκελα, τοίχους, που συναντά στον δρόμο του. ΣΥΝ. η τέχνη της φυγής [< αγγλ. parkour 2002, ιταλ. ~, 2004 < γαλλ. parcours] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ