Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39540-39560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38944πάρλαπάρ-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): πολυλογία, φλυαρία: Άρχισε/έπιασε πάλι την ~ και δεν λέει να σταματήσει (: μιλάει συνέχεια)! Πβ. μπλαμπλά.
38945παρλαπίπαπαρ-λα-πί-πα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): ανούσια, φλύαρα λόγια: άσε τις/λέει ~ες. Πβ. μπούρδα, παρόλα, χαζομάρα. [< γερμ. Papperlapapp]
38946παρλαπίπαςπαρ-λα-πί-πας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): φλύαρος, φαφλατάς.
38947παρλάρωπαρ-λά-ρω ρ. (αμτβ.) {κυρ. σε ενεστ.} (προφ.): φλυαρώ, πολυλογώ. [< ιταλ. parlare]
38948παρλάταπαρ-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΘΕΑΤΡ. είδος θεατρικού, συνήθ. επιθεωρησιακού, μονολόγου που συνοδεύεται συχνά από μουσική. Βλ. πρόζα. [< ιταλ. parlata]
38949παρλιακός, ή, ό παρ-λια-κός επίθ. (προφ.-μειωτ.): ανόητος, παλαβός. Βλ. -ιακός.
38950παρμεζάναπαρ-με-ζά-να ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ωχρό κίτρινο σκληρό ιταλικό τυρί από αποβουτυρωμένο αγελαδινό γάλα: σαλάτα ρόκα-~. Βλ. γκούντα, ένταμ, ρεγκάτο. [< γαλλ. parmesan < ιταλ. parmigiano, από την ιταλ. πόλη Parma]
38951παρμένοςβλ. παίρνω
2277παρμένος

α' συνθετικό που δηλώνει 1. ότι κάποιος είναι διαφορετικός ή κατάγεται, έρχεται από άλλο μέρος: αλλο-εθνής. Αλλό-γλωσσος/~θρησκος. ΑΝΤ. ομο-.|| Αλλο-δαπός (ΑΝΤ. ημεδαπός). Πβ. ξενο-.|| (μτφ.) Αλλο-παρμένος. 2. (επιστ.) παραλλαγή ή διαφορά: (ΓΛΩΣΣ.) αλλό-μορφο/~φωνο.|| (ΙΑΤΡ.) Αλλο-παθητική (ΑΝΤ. ομοιο-). Βλ. αυτο-.

38952παρμπρίζπαρ-μπρίζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (καταχρ.) μπαρμπρίζ: μεγάλη γυάλινη επιφάνεια στο μπροστινό και το πίσω μέρος οχήματος ή σκάφους που προστατεύει κυρ. από τον άνεμο, τα καιρικά φαινόμενα και τη σκόνη: θερμαινόμενο ~. Το κρύσταλλο του ~. Πβ. αλεξήνεμο, ανεμοθώρακας. Βλ. πιτσιλιστήρια. [< γαλλ. pare-brise, 1907]
38953παρνασσισμόςπαρ-νασ-σι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ. ποιητικό ρεύμα που αναπτύχθηκε στη Γαλλία στα μέσα του 19ου αιώνα με έμπνευση από την κλασική αρχαιότητα και με κύρια χαρακτηριστικά την τελειότητα της μορφής των ποιημάτων, την αυστηρή τήρηση των στιχουργικών κανόνων, τη ρεαλιστική αναπαράσταση και τον έλεγχο των συναισθημάτων: γαλλικός/ελληνικός ~. Βλ. κλασικ-, ρομαντ-, συμβολ-ισμός. [< γαλλ. parnassisme]
38954παρνασσιστήςπαρ-νασ-σι-στής ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ. δημιουργός που ακολουθεί το ρεύμα του παρνασσισμού: (ως επίθ.) ~ ποιητής. Βλ. κλασικ-, συμβολ-ιστής. [< γαλλ. parnassien]
38955παρντόνπαρ-ντόν επιφών. {άκλ.} & μπαρδόν & μπαρντόν (λαϊκό-παλαιότ.): συγγνώμη: Εντάξει, έκανα λάθος, ~. (κ. ως ουσ.) Με το ~, πού πηγαίνετε, δεσποινίς; Πβ. σόρι. [< γαλλ. pardon]
38956παροδηγητικός, ή, ό πα-ρο-δη-γη-τι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): παραπλανητικός: ~ές: πληροφορίες. ΣΥΝ. παραπειστικός
38957παροδικός, ή, ό πα-ρο-δι-κός επίθ.: που έχει μικρή διάρκεια: ~ός: πόνος. ~ή: αλλαγή/αμνησία/βλάβη/διαταραχή/κατάσταση/κρίση. ~ό: πρόβλημα/φαινόμενο. ~ές: βροχές/καταιγίδες. Ο καιρός θα παραμείνει αίθριος με ~ές νεφώσεις. Πβ. πρόσκαιρος, προσωρινός. ΑΝΤ. μόνιμος (1) ● επίρρ.: παροδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Νεφώσεις ~ αυξημένες. ● ΣΥΜΠΛ.: παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο βλ. ισχαιμικός [< μτγν. παροδικός ‘περαστικός, σύντομος’]
38958παροδικότηταπα-ρο-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του παροδικού: η ~ της ζωής. Πβ. προσωρινότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. μονιμότητα
38959παρόδιος, α, ο πα-ρό-δι-ος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται κοντά ή δίπλα σε δρόμο: ~ος: χώρος. ~α: βλάστηση/δόµηση/ζώνη (κτισμάτων)/στάθμευση/στοά. ~ες: χρήσεις γης.|| (κατ' επέκτ., για τον κάτοχο αντίστοιχης ιδιοκτησίας) ~ος: ιδιοκτήτης. [< μτγν. παρόδιος]
38960πάροδος1πά-ρο-δος ουσ. (θηλ.) {παρόδ-ου | -ων, -ους} 1. δευτερεύων και συνήθ. στενός δρόμος, που οδηγεί σε άλλον μεγαλύτερο: ~ (της) λεωφόρου/οδού ... Πβ. παράδρομος. 2. ΦΙΛΟΛ. καθεμία από τις δύο πλαϊνές εισόδους της ορχήστρας αρχαίου θεάτρου∙ (συνεκδ., στο αρχαίο δράμα) το πρώτο χορικό άσμα που ψάλλεται κατά την είσοδο του χορού στην ορχήστρα. Βλ. στάσιμο. [< 2: αρχ. πάροδος]
38961πάροδος2πά-ρο-δος ουσ. (θηλ.) {παρόδ-ου} (επίσ.): πέρασμα, παρέλευση: Με την ~ο του χρόνου (= με τον καιρό). Μετά την ~ο πενταετίας. Τα συμπτώματα επιδεινώνονται με την ~ο της ηλικίας. Ανάκληση λόγω ~ου της προθεσμίας. ● ΦΡ.: ειρήσθω εν παρόδω βλ. ειρήσθω [< γαλλ. passage]
38962παροικίαπα-ροι-κί-α ουσ. (θηλ.): κοινότητα ομοεθνών που είναι μόνιμοι κάτοικοι ξένης χώρας ή πόλης∙ σπανιότ. η περιοχή όπου διαμένουν: ελληνική ~ της Αμερικής/του Λονδίνου. Μέλη της ~ας. Εμπορικές ~ες. Οι ~ες της διασποράς. Βλ. ομογένεια.|| Ζούσαν στις ~ες της Δύσης. [< μτγν. παροικία ‘διαμονή ή εγκατάσταση σε ξένη χώρα’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.