| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38963 | παροικιακός | , ή, ό πα-ροι-κι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παροικία: ~ός: ελληνισμός/Τύπος. ~ή: εκπαίδευση. ~ό: σχολείο. | |
| 38964 | πάροικος | πά-ροι-κος ουσ. (αρσ.): κάτοικος ξένης χώρας, ο οποίος δεν έχει πολιτικά δικαιώματα: Βλ. δουλο~, άπ-, έπ-, μέτ-οικος.|| (εμφατ.) Ξένος και ~. Βλ. ανέστιος, παρίας. [< μτγν. πάροικος] | |
| 38965 | παροικώ | [παροικῶ] πα-ροι-κώ ρ. (αμτβ.) {παροικ-είς ..., μτχ. -ούντες}: συνήθ. στη ● ΦΡ.: οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ (μτφ.): άτομα τα οποία γνωρίζουν άμεσα πρόσωπα και καταστάσεις που συνήθ. δεν κοινοποιούνται: Οι ~ ~ ξέρουν πολύ καλά τι συμβαίνει. [< μτγν. παροικῶ] | |
| 38966 | παροιμία | πα-ροι-μί-α ουσ. (θηλ.) {παροιμιών}: σύντομη λαϊκή ρήση κυρ. με διδακτικό, παραδειγματικό χαρακτήρα, μέσα από την οποία διατυπώνονται αλήθειες για τη ζωή, συνήθ. με αλληγορικό ή μεταφορικό τρόπο: Μια ~ λέει: "η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει". Σύμφωνα με την ~, "κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει". Βλ. απόφθεγμα, γνωμικό, ρητό. ● Παροιμίαι (οι): βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. [< αρχ. παροιμία] | |
| 38967 | παροιμιακός | , ή, ό πα-ροι-μι-α-κός επίθ.: που αποτελεί παροιμία ή σχετίζεται με αυτήν: ~ός: λόγος. ~ή: έκφραση/ρήση/φράση. Πβ. παροιμιώδης. ● επίρρ.: παροιμιακά [< μτγν. παροιμιακός] | |
| 38968 | παροιμιώδης | , ης, ες πα-ροι-μι-ώ-δης επίθ. {παροιμιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. που λειτουργεί ως παροιμία: ~ης: έκφραση. Φράση που έμεινε ~. Πβ. παροιμιακός. Βλ. -ώδης. 2. πολύ γνωστός, πασίγνωστος: ~ης: υπομονή/ψυχραιμία. Πβ. ξακουστός, περιώνυμος.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ης: αδιαφορία. [< μτγν. παροιμιώδης] | |
| 38969 | παρόλα | πα-ρό-λα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): ανούσια, επιπόλαια λόγια. Πβ. λόγια του αέρα, παρλαπίπα. [< μεσν. παρόλα < ιταλ. parola] | |
| 38970 | παρόλο | πα-ρό-λο σύνδ. & (λόγ.) παρ' όλο(ν): μολονότι· παρά το (γεγονός) ότι· αν και: ~ που θέλω, δεν μπορώ να έρθω. ~ ότι προσπάθησα, δεν τα κατάφερα. Πβ. παρότι. ● ΦΡ.: παρ' όλα/παρόλα αυτά & (λόγ.) παρά ταύτα & παραταύτα: για να δηλωθεί αντίθεση προς τα προηγούμενα: Γνώριζαν το πρόβλημα. ~ ~, δεν περίμεναν τέτοια εξέλιξη. Πβ. εντούτοις, μολαταύτα. [< γαλλ. malgré tout] | |
| 38971 | παρόλο(ν) | , η, ο βλ. τη ΦΡ. παρ' όλο(ν), η, ο στο λ. όλος. | |
| 38972 | παρόμοια | πα-ρό-μοι-α επίρρ. & (λόγ.) παρομοίως 1. με παρόμοιο τρόπο: Οι κυψέλες καυσίμων λειτουργούν ~ με μια μπαταρία. Εκφράζονται ~.|| Θα διαδραματίσει έναν ~ (= εξίσου, το ίδιο) σημαντικό ρόλο. 2. επίσης: (ως απάντηση) -Σας εύχομαι ό,τι καλύτερο! -~ως! [< αρχ. παρομοίως] | |
| 38973 | παρομοιάζω | πα-ρο-μοι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {παρομοία-σα, παρομοιά-στηκε, παρομοιάζ-οντας}: παραλληλίζω, συγκρίνω κάποιον ή κάτι που παρουσιάζει παρεμφερείς ιδιότητες με κάποιον ή κάτι άλλο: ~σε τον νεαρό κολυμβητή με τον διάσημο πρωταθλητή. ~ουν το επίτευγμά τους με θαύμα. Πβ. παραβάλλω. [< μτγν. παρομοιάζω] | |
| 38974 | παρόμοιος | , α, ο πα-ρό-μοι-ος επίθ.: που εμφανίζει πολλές ομοιότητες με κάτι ή κάποιον άλλο, σχεδόν όμοιος: ~ος: μηχανισμός. ~α: ιστορία/τακτική. ~ο: αποτέλεσμα/θέμα/περιεχόμενο/σχέδιο. ~ες: θέσεις/εμπειρίες. ~α: είδη/προβλήματα/προϊόντα/χαρακτηριστικά. Σε ~ες περιπτώσεις. Υπό ~ες συνθήκες. Ο τρόπος λειτουργίας των δύο μηχανημάτων είναι ~. Δεν μου έχει τύχει ποτέ κάτι ~ο. Έχω συναντήσει ~ες καταστάσεις. Σε αυτά και άλλα ~α ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει η έρευνα. Πβ. ομοειδής. ΣΥΝ. παραπλήσιος (1), παρεμφερής ● ΦΡ.: και τα παρόμοια/συναφή: και τα λοιπά: Βιβλία, χαρτικά ~ ~. Πβ. και τα ρέστα., και άλλα ηχηρά παρόμοια βλ. ηχηρός [< αρχ. παρόμοιος] | |
| 38975 | παρομοίωση | πα-ρο-μοί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου, κατά το οποίο πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις συγκρίνονται ως προς κάποια ιδιότητά τους με κάτι άλλο, που διαθέτει αυτή την ιδιότητα σε μεγάλο βαθμό∙ εκφέρεται κυρ. με το "σαν", "όπως", "καθώς", "λες και": πρωτότυπη/τολμηρή ~. Βλ. κυριολεξία, μεταφορά. [< αρχ. παρομοίωσις, γαλλ. comparaison] | |
| 38976 | παρόν | πα-ρόν ουσ. (ουδ.): στιγμή ή χρονική περίοδος που αντιλαμβάνεται κάποιος ως ενδιάμεση του παρελθόντος και του μέλλοντος, το τώρα: Ζει μόνο το ~ (= το σήμερα). ● ΦΡ.: επί του παρόντος/προς το παρόν: για τώρα, για την ώρα· προσωρινά: Δεν προτίθεται επί ~ να προχωρήσει σε δηλώσεις. Προς ~ (= προς στιγμήν) δεν υπάρχει κίνδυνος.|| Σταματούν προς ~ οι συζητήσεις., δεν είναι του παρόντος/της παρούσης/της στιγμής/της ώρας βλ. στιγμή [< αρχ. παρόν, γαλλ. présent] | |
| 38977 | παρονομάζω | πα-ρο-νο-μά-ζω ρ. (μτβ.) {παρονόμα-σα, παρονομά-στηκε, -σμένος} (σπάν.): βγάζω παρατσούκλι σε κάποιον. [< μτγν. παρονομάζω ‘αποκαλώ με ελαφρά παραλλαγμένο όνομα’] | |
| 38978 | παρονομαστής | πα-ρο-νο-μα-στής ουσ. (αρσ.) & (προφ.) παρανομαστής: ΜΑΘ. ο όρος του κλάσματος που βρίσκεται κάτω από την κλασματική γραμμή: κλάσματα με τον ίδιο (= ομώνυμα)/με διαφορετικό (= ετερώνυμα) ~ή. Απαλοιφή ~ών (: πολλαπλασιάζοντας τα κλάσματα με το ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο των ~ών τους). Ο ~ πρέπει να είναι είναι πάντα διάφορος του μηδενός. Βλ. αριθμητής, δεκαδικός (αριθμός), ρητός αριθμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινός παρονομαστής (μτφ.): κοινό σημείο: ~ ~ όλων των εισηγήσεων είναι η εξέλιξη της γλώσσας.|| Προσπάθειες να βρεθεί (ένας) ~ ~ (= σημείο συμφωνίας) ανάμεσα στην κυβέρνηση και τα συνδικάτα. [< γαλλ. dénominateur commun] ● ΦΡ.: στον ίδιο παρονομαστή (μτφ.): στο ίδιο σημείο ή επίπεδο: Μη βάζεις τα πάντα ~ ~ (= μην τα εξομοιώνεις)! [< γαλλ. dénominateur] | |
| 38979 | παροντικός | , ή, ό πα-ρο-ντι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το παρόν: ~ή: κατάσταση. Πβ. σημερινός, τρέχων, τωρινός. ΑΝΤ. αλλοτινός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~οί: χρόνοι ρημάτων (: ενεστώτας, παρακείμενος). Βλ. μελλοντ-, παρελθοντ-ικός. | |
| 38980 | παρόξυνση | πα-ρό-ξυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): περαιτέρω όξυνση, επιδείνωση: (ΙΑΤΡ.) οξεία ~ της χρόνιας βρογχίτιδας. ~ άσθματος. Επεισόδια ~ης της νόσου.|| ~ των αντιθέσεων. Πβ. έξαρση. | |
| 38981 | παροξυντικός | , ή, ό πα-ρο-ξυ-ντι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. παροξυσμικός: ~ός: βήχας/ίλιγγος. ~ή: ταχυκαρδία. 2. (σπάν.-λόγ.) που παροξύνει: ~ές: μορφές φαινομένου. Πβ. διεγερτικός. [< 2: αρχ. παροξυντικός] | |
| 38982 | παροξύνω | πα-ρο-ξύ-νω ρ. (μτβ.) {παρόξυν-ε, παροξύν-θηκε, -οντας} (λόγ.): οξύνω περαιτέρω, επιδεινώνω: Ζήτημα/κατάσταση/κρίση που ~θηκε. ΣΥΝ. εκτραχύνω (1), τραχύνω (2) [< αρχ. παροξύνω 'παρακινώ, προτρέπω'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ