| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2997 | αναθεωρητής | [ἀναθεωρητής] α-να-θε-ω-ρη-τής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που προβαίνει σε αναθεώρηση: ~ της ιστορίας/του Συντάγματος. ~ μετάφρασης (βλ. διορθωτής, επιμελητής). 2. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικός δικαστής, αρμόδιος για την αναθεώρηση αποφάσεων στρατιωτικών δικαστηρίων. 3. ΠΟΛΙΤ. ρεβιζιονιστής: ~ του λενινισμού/μαρξισμού. Πβ. ρεφορμιστής. [< 1: γαλλ. réviseur, révisionniste 3: γαλλ. révisionniste, 1955] | |
| 2998 | αναθεωρητικός | , ή, ό [ἀναθεωρητικός] α-να-θε-ω-ρη-τι-κός επίθ. 1. που προβαίνει σε αναθεώρηση: ~ή: απόφαση/επιτροπή. ~ό: δικαστήριο (: αναθεωρεί αποφάσεις στρατιωτικών δικαστηρίων)/έργο/σώμα. 2. ΠΟΛΙΤ. ρεβιζιονιστικός: ~ή: ιδεολογία. ~ές: αντιλήψεις/απόψεις/θέσεις. Πβ. ρεφορμιστικός.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (= αναθεωρητές, ρεβιζιονιστές). ● ΣΥΜΠΛ.: Αναθεωρητική Βουλή: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. που έχει εξουσιοδοτηθεί από την αμέσως προηγούμενη να προχωρήσει σε αναθεώρηση συγκεκριμένων διατάξεων του Συντάγματος. Βλ. Συνταγματική/Συντακτική Βουλή. | |
| 2999 | αναθεωρητισμός | [ἀναθεωρητισμός] α-να-θε-ω-ρη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. ρεβιζιονισμός. | |
| 3000 | αναθεωρώ | [ἀναθεωρῶ] α-να-θε-ω-ρώ ρ. (μτβ.) {αναθεωρ-είς ... | αναθεώρ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος}: επανεξετάζω και μεταβάλλω: ~ τις απόψεις/τις εκτιμήσεις/τη στάση/τα σχέδιά μου (μερικώς/πλήρως/ριζικά). Οι εκλογικοί κατάλογοι (: για εγγραφή και διαγραφή εκλογέων)/οι όροι της σύμβασης/οι συνταγματικές διατάξεις (: για συμπλήρωση, τροποποίηση ή κατάργηση) θα ~ηθούν. ΣΥΝ. αλλάζω (1), τροποποιώ ● βλ. αναθεωρημένος [< μτγν. ἀναθεωρῶ, γαλλ. réviser] | |
| 3001 | ανάθημα | [ἀνάθημα] α-νά-θη-μα ουσ. (ουδ.) {αναθήμ-ατος | -ατα} ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΕΚΚΛΗΣ.: προσφορά, αφιέρωμα πιστού σε ναό ή σε ιερό πρόσωπο, κυρ. σε ένδειξη ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης: γλυπτά/χάλκινα ~ατα. Πβ. τάμα. [< αρχ. ἀνάθημα] | |
| 3002 | αναθηματικός | , ή, ό [ἀναθηματικός] α-να-θη-μα-τι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που αποτελεί ανάθημα ή αναφέρεται σε αυτό: ~ός: τρίποδας. ~ή: επιγραφή/στήλη. ~ό: γλυπτό/ειδώλιο. [< μτγν. ἀναθηματικός, γαλλ. dédicatoire] | |
| 3003 | ανάθρεμμα | [ἀνάθρεμμα] α-νά-θρεμ-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): παιδί· κατ' επέκτ. ανατροφή, μεγάλωμα. [< μτγν. ἀνάθρεμμα] | |
| 3004 | αναθρέφω | βλ. ανατρέφω | |
| 3005 | αναθρώσκει | [ἀναθρώσκει] α-να-θρώ-σκει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.-λογοτ.): (κυρ. για καπνό) ανεβαίνει προς τα πάνω· (μτφ.) ξεπροβάλλει, ξεπηδά. [< αρχ. ἀναθρώσκω] | |
| 3006 | αναθυμάμαι & αναθυμούμαι | [ἀναθυμᾶμαι] α-να-θυ-μά-μαι ρ. (μτβ.) {αναθυμ-άσαι ... | -ήθηκα, -ούμενος} (λαϊκό-λογοτ.): φέρνω στον νου, ανακαλώ στη μνήμη, συνήθ. νοσταλγικά: ~ αγαπημένα πρόσωπα/όμορφες στιγμές/τα περασμένα. ΣΥΝ. αναλογίζομαι (2), αναπολώ, ανατρέχω (2) [< μεσν. αναθυμάμαι] | |
| 3007 | αναθύμηση | [ἀναθύμηση] α-να-θύ-μη-ση ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναθυμάμαι: ~ των νεανικών χρόνων/του παρελθόντος. Πβ. νοσταλγία. ΣΥΝ. αναπόληση, ενθύμηση (1) [< μεσν. αναθύμηση] | |
| 3008 | αναθυμιάσεις | [ἀναθυμιάσεις] α-να-θυ-μι-ά-σεις ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. αναθυμίαση}: διάχυση δύσοσμων αερίων, συνήθ. δηλητηριωδών: επικίνδυνες/τοξικές ~. ~ βενζίνης/καπνού. Οι ~ των υπονόμων. Πέθανε από ~. Δημιουργούνται/εκλύονται/εκπέμπονται ~ από τις βιομηχανίες/χημικές ουσίες.|| (μτφ.) Πολιτικές ~ (βλ. διαφθορά, σκάνδαλο). [< αρχ. ἀναθυμίασις ‘εξάτμηση’] | |
| 3009 | αναθυμούμαι | βλ. αναθυμάμαι | |
| 3010 | αναίδεια | [ἀναίδεια] α-ναί-δει-α ουσ. (θηλ.): ανάγωγος λόγος ή συμπεριφορά: περισσή/προκλητική/πρωτοφανής ~. Το αποκορύφωμα της ~ας. Απαντά/κοιτά/συμπεριφέρεται με ~ (= αναιδώς). Πβ. αδιαντροπιά, αυθάδεια, ιταμότητα. ΣΥΝ. θράσος, θρασύτητα ΑΝΤ. σεμνότητα [< αρχ. ἀναίδεια] | |
| 3011 | αναιδής | , ής, ές [ἀναιδής] α-ναι-δής επίθ. {αναιδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ αναιδέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που παρουσιάζει έλλειψη σεβασμού, ντροπής, σεμνότητας: ~είς: οδηγοί/υπάλληλοι. Μη γίνεσαι/μην είσαι ~! ~ατε! (: για έκφραση οργής).|| ~ής: ισχυρισμός/τρόπος. ~ής: απάντηση/γλώσσα/συμπεριφορά. ~ές: ύφος. Πβ. αδιάντροπος, αναίσχυντος. ΣΥΝ. αυθάδης, θρασύς ΑΝΤ. ντροπαλός, σεμνός (1) ● επίρρ.: αναιδώς [-ῶς]: Ισχυρίζεται ~ ότι ... Με διέκοψε απότομα και ~ατα. [< αρχ. ἀναιδής] | |
| 3012 | αναίμακτος | , η, ο [ἀναίμακτος] α-ναί-μα-κτος επίθ. (λόγ.): που πραγματοποιείται χωρίς αιματοχυσία ή χωρίς αιμορραγία: ~η: εξέγερση/συμπλοκή. ~ο: πραξικόπημα/τροχαίο. ~η απελευθέρωση των ομήρων. ΑΝΤ. αιματηρός, πολυαίμακτος.|| ~η: εγχείρηση/επέμβαση (π.χ. με λέιζερ). ● επίρρ.: αναίμακτα ● ΣΥΜΠΛ.: αναίμακτη θυσία 1. ΕΚΚΛΗΣ. το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. 2. ΑΡΧ. & αναίμακτη προσφορά: προσφορά καρπών ή σπονδών σε θεότητα, σε αντιδιαστολή με τη θυσία ζώων. [< αρχ. ἀναίμακτος] | |
| 3014 | αναιμικός | , ή, ό [ἀναιμικός] α-ναι-μι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που πάσχει από αναιμία ή σχετίζεται με αυτή: ~ό: παιδί.|| ~ή: υποξία. Βλ. αντι~. 2. (μτφ.) χλομός, καχεκτικός, αδύναμος· χωρίς δύναμη, ζωντάνια: ~ή: κράση/όψη. ~ό: πρόσωπο. Πβ. ωχρός.|| ~ός: διάλογος (: χωρίς παλμό, νεύρο). ~ή: ανάπτυξη/αντίδραση/οικονομία. Πβ. ασθεν-, υποτον-ικός, άτονος. ΑΝΤ. εύρωστος (2) ● Ουσ.: αναιμικός, αναιμική (ο/η): πρόσωπο που πάσχει από αναιμία: Οι ~οί δεν μπορούν να γίνουν αιμοδότες. ● επίρρ.: αναιμικά (μτφ.): Το νόμισμα συνεχίζει να κινείται ~ στις διεθνείς χρηματαγορές. [< γαλλ. anémique, γερμ. anämisch] | |
| 3015 | αναιρεσείων | , ουσα, ον [ἀναιρεσείων] α-ναι-ρε-σεί-ων επίθ./ουσ. {αναιρεσεί-οντος, (θηλ. -ουσας (λόγ.) -ούσης) | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών), συνήθ. ως ουσ.}: ΝΟΜ. αυτός που κάνει αίτηση αναίρεσης. Βλ. ενάγων. ΑΝΤ. αναιρεσίβλητος [< γαλλ. demandeur en cassation] | |
| 3016 | αναίρεση | [ἀναίρεση] α-ναί-ρε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. έκτακτο ένδικο μέσο προσβολής τελεσίδικης δικαστικής απόφασης: εισαγγελική ~. Αίτηση/κατάθεση/πρόταση ~ης. Κατ' ~ δίκη. Ο Άρειος Πάγος/το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε/έκανε δεκτή την ~. Άσκησε ~ κατά του βουλεύματος. Η απόφαση υπόκειται σε ~. Βλ. ανακοπή ερημοδικίας, έφεση. 2. ακύρωση, κατάργηση: ~ δήλωσης (= ανάκληση)/υπόσχεσης (ΣΥΝ. αθέτηση, καταπάτηση. ΑΝΤ. τήρηση). Βλ. αυτο~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ διαγραφής (μηνύματος)/εντολής. Επιλογή ~ης. 3. αντίκρουση μιας άποψης ως λανθασμένης: μερική/ολική/πλήρης ~. ~ των επιχειρημάτων/θέσεων/ισχυρισμών (του αντιπάλου). ΣΥΝ. ανασκευή 4. ΜΟΥΣ. σύμβολο που δηλώνει την άρση της αλλοίωσης ενός φθόγγου και την επαναφορά στη φυσική του θέση: σι ~, σι ύφεση. ● ΦΡ.: αναίρεση υπέρ του νόμου: ΝΟΜ. ιδιότυπο ένδικο μέσο που ασκείται από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου οποτεδήποτε και κατά οποιασδήποτε απόφασης για παράβαση ουσιαστικού ή δικονομικού κανόνα: ~ ~ και διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος. [< 1: γαλλ. cassation 2: μτγν. ἀναίρεσις 3: αρχ. ἀναίρεσις 4: ιταλ. bequadro] | |
| 3017 | αναιρεσιβαλλόμενη | [ἀναιρεσιβαλλόμενη] α-ναι-ρε-σι-βαλ-λό-με-νη επίθ./ουσ. & αναιρεσιβαλλομένη: ΝΟΜ. (για δικαστική απόφαση) που μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ