Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3940-3960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3006αναθυμάμαι & αναθυμούμαι[ἀναθυμᾶμαι] α-να-θυ-μά-μαι ρ. (μτβ.) {αναθυμ-άσαι ... | -ήθηκα, -ούμενος} (λαϊκό-λογοτ.): φέρνω στον νου, ανακαλώ στη μνήμη, συνήθ. νοσταλγικά: ~ αγαπημένα πρόσωπα/όμορφες στιγμές/τα περασμένα. ΣΥΝ. αναλογίζομαι (2), αναπολώ, ανατρέχω (2) [< μεσν. αναθυμάμαι]
3007αναθύμηση[ἀναθύμηση] α-να-θύ-μη-ση ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναθυμάμαι: ~ των νεανικών χρόνων/του παρελθόντος. Πβ. νοσταλγία. ΣΥΝ. αναπόληση, ενθύμηση (1) [< μεσν. αναθύμηση]
3008αναθυμιάσεις[ἀναθυμιάσεις] α-να-θυ-μι-ά-σεις ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. αναθυμίαση}: διάχυση δύσοσμων αερίων, συνήθ. δηλητηριωδών: επικίνδυνες/τοξικές ~. ~ βενζίνης/καπνού. Οι ~ των υπονόμων. Πέθανε από ~. Δημιουργούνται/εκλύονται/εκπέμπονται ~ από τις βιομηχανίες/χημικές ουσίες.|| (μτφ.) Πολιτικές ~ (βλ. διαφθορά, σκάνδαλο). [< αρχ. ἀναθυμίασις ‘εξάτμηση’]
3009αναθυμούμαιβλ. αναθυμάμαι
3010αναίδεια[ἀναίδεια] α-ναί-δει-α ουσ. (θηλ.): ανάγωγος λόγος ή συμπεριφορά: περισσή/προκλητική/πρωτοφανής ~. Το αποκορύφωμα της ~ας. Απαντά/κοιτά/συμπεριφέρεται με ~ (= αναιδώς). Πβ. αδιαντροπιά, αυθάδεια, ιταμότητα. ΣΥΝ. θράσος, θρασύτητα ΑΝΤ. σεμνότητα [< αρχ. ἀναίδεια]
3011αναιδής, ής, ές [ἀναιδής] α-ναι-δής επίθ. {αναιδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ αναιδέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που παρουσιάζει έλλειψη σεβασμού, ντροπής, σεμνότητας: ~είς: οδηγοί/υπάλληλοι. Μη γίνεσαι/μην είσαι ~! ~ατε! (: για έκφραση οργής).|| ~ής: ισχυρισμός/τρόπος. ~ής: απάντηση/γλώσσα/συμπεριφορά. ~ές: ύφος. Πβ. αδιάντροπος, αναίσχυντος. ΣΥΝ. αυθάδης, θρασύς ΑΝΤ. ντροπαλός, σεμνός (1) ● επίρρ.: αναιδώς [-ῶς]: Ισχυρίζεται ~ ότι ... Με διέκοψε απότομα και ~ατα. [< αρχ. ἀναιδής]
3012αναίμακτος, η, ο [ἀναίμακτος] α-ναί-μα-κτος επίθ. (λόγ.): που πραγματοποιείται χωρίς αιματοχυσία ή χωρίς αιμορραγία: ~η: εξέγερση/συμπλοκή. ~ο: πραξικόπημα/τροχαίο. ~η απελευθέρωση των ομήρων. ΑΝΤ. αιματηρός, πολυαίμακτος.|| ~η: εγχείρηση/επέμβαση (π.χ. με λέιζερ). ● επίρρ.: αναίμακτα ● ΣΥΜΠΛ.: αναίμακτη θυσία 1. ΕΚΚΛΗΣ. το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. 2. ΑΡΧ. & αναίμακτη προσφορά: προσφορά καρπών ή σπονδών σε θεότητα, σε αντιδιαστολή με τη θυσία ζώων. [< αρχ. ἀναίμακτος]
3013αναιμία[ἀναιμία] α-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πτώση της τιμής της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη κάτω από τα φυσιολογικά όρια: αιμολυτική (: πρόωρη καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων)/κακοήθης/μικροκυτταρική/υποπλαστική ~ (: τύποι ~ας). Έχει/πάσχει από ~ (: αναιμικός). Συμπτώματα ~ας (: ωχρότητα του δέρματος, καταβολή). Βλ. -αιμία. ● ΣΥΜΠΛ.: απλαστική αναιμία βλ. απλαστικός, δρεπανοκυτταρική αναιμία βλ. δρεπανοκυτταρικός, μεγαλοβλαστική αναιμία βλ. μεγαλοβλαστικός, μεσογειακή αναιμία βλ. μεσογειακός, σιδηροπενική αναιμία βλ. σιδηροπενικός [< αρχ. ἀναιμία 'έλλειψη αίματος', αγγλ. an(a)emi , γαλλ. anémie, γερμ. Anämie]
3014αναιμικός, ή, ό [ἀναιμικός] α-ναι-μι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που πάσχει από αναιμία ή σχετίζεται με αυτή: ~ό: παιδί.|| ~ή: υποξία. Βλ. αντι~. 2. (μτφ.) χλομός, καχεκτικός, αδύναμος· χωρίς δύναμη, ζωντάνια: ~ή: κράση/όψη. ~ό: πρόσωπο. Πβ. ωχρός.|| ~ός: διάλογος (: χωρίς παλμό, νεύρο). ~ή: ανάπτυξη/αντίδραση/οικονομία. Πβ. ασθεν-, υποτον-ικός, άτονος. ΑΝΤ. εύρωστος (2) ● Ουσ.: αναιμικός, αναιμική (ο/η): πρόσωπο που πάσχει από αναιμία: Οι ~οί δεν μπορούν να γίνουν αιμοδότες. ● επίρρ.: αναιμικά (μτφ.): Το νόμισμα συνεχίζει να κινείται ~ στις διεθνείς χρηματαγορές. [< γαλλ. anémique, γερμ. anämisch]
3015αναιρεσείων, ουσα, ον [ἀναιρεσείων] α-ναι-ρε-σεί-ων επίθ./ουσ. {αναιρεσεί-οντος, (θηλ. -ουσας (λόγ.) -ούσης) | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών), συνήθ. ως ουσ.}: ΝΟΜ. αυτός που κάνει αίτηση αναίρεσης. Βλ. ενάγων. ΑΝΤ. αναιρεσίβλητος [< γαλλ. demandeur en cassation]
3016αναίρεση[ἀναίρεση] α-ναί-ρε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. έκτακτο ένδικο μέσο προσβολής τελεσίδικης δικαστικής απόφασης: εισαγγελική ~. Αίτηση/κατάθεση/πρόταση ~ης. Κατ' ~ δίκη. Ο Άρειος Πάγος/το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε/έκανε δεκτή την ~. Άσκησε ~ κατά του βουλεύματος. Η απόφαση υπόκειται σε ~. Βλ. ανακοπή ερημοδικίας, έφεση. 2. ακύρωση, κατάργηση: ~ δήλωσης (= ανάκληση)/υπόσχεσης (ΣΥΝ. αθέτηση, καταπάτηση. ΑΝΤ. τήρηση). Βλ. αυτο~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ διαγραφής (μηνύματος)/εντολής. Επιλογή ~ης. 3. αντίκρουση μιας άποψης ως λανθασμένης: μερική/ολική/πλήρης ~. ~ των επιχειρημάτων/θέσεων/ισχυρισμών (του αντιπάλου). ΣΥΝ. ανασκευή 4. ΜΟΥΣ. σύμβολο που δηλώνει την άρση της αλλοίωσης ενός φθόγγου και την επαναφορά στη φυσική του θέση: σι ~, σι ύφεση. ● ΦΡ.: αναίρεση υπέρ του νόμου: ΝΟΜ. ιδιότυπο ένδικο μέσο που ασκείται από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου οποτεδήποτε και κατά οποιασδήποτε απόφασης για παράβαση ουσιαστικού ή δικονομικού κανόνα: ~ ~ και διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος. [< 1: γαλλ. cassation 2: μτγν. ἀναίρεσις 3: αρχ. ἀναίρεσις 4: ιταλ. bequadro]
3017αναιρεσιβαλλόμενη[ἀναιρεσιβαλλόμενη] α-ναι-ρε-σι-βαλ-λό-με-νη επίθ./ουσ. & αναιρεσιβαλλομένη: ΝΟΜ. (για δικαστική απόφαση) που μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση.
3018αναιρεσίβλητος, ος/η, ο [ἀναιρεσίβλητος] α-ναι-ρε-σί-βλη-τος επίθ./ουσ.: ΝΟΜ. ο διάδικος εναντίον του οποίου υποβάλλεται στον Άρειο Πάγο αίτηση αναίρεσης. Βλ. εναγόμενος. ΑΝΤ. αναιρεσείων
3019αναιρέσιμος, η, ο [ἀναιρέσιμος] α-ναι-ρέ-σι-μος επίθ.: που μπορεί να αναιρεθεί: (NOM.) ~η: απόφαση/ποινή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: λειτουργία/συλλογιστική (: οικογένεια λογικών μεθόδων αναπαράστασης γνώσης, των οποίων οι συλλογισμοί βασίζονται σε γενικούς κανόνες που μπορούν να αναιρεθούν).|| (επίσ.) ~η: επιλογή. ~ο: επιχείρημα. ΣΥΝ. ακυρώσιμος [< μεσν. αναιρέσιμος 'που σχετίζεται με δολοφονία', γαλλ. révocable]
3020αναιρεσιμότητα[ἀναιρεσιμότητα] α-ναι-ρε-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. δυνατότητα ακύρωσης δικαστικής απόφασης (από τον Άρειο Πάγο). Βλ. -ότητα. [< γαλλ. révocabilité]
3021αναιρετικός, ή, ό [ἀναιρετικός] α-ναι-ρε-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που αναιρεί ή προσβλέπει σε αναίρεση: ~ός: λόγος. ~ή: αίτηση/δίκη/εισήγηση. ~ό: δικαστήριο. Αθωώθηκε με ~ή απόφαση του Αρείου Πάγου.|| (γενικότ.) ~ό: επιχείρημα. Το βιβλίο είναι ~ό πολλών διαδεδομένων ιδεών. Πβ. ανατρεπτικός. ΣΥΝ. ακυρωτικός (1), ανασκευαστικός [< αρχ. ἀναιρετικός 'καταστροφικός']
3022αναιρώ[ἀναιρῶ] α-ναι-ρώ ρ. (μτβ.) {αναιρ-είς ... | αναίρ-εσα, -είται, -έθηκε, -ούμενος, -ώντας} 1. ανατρέπω κάτι, αποδεικνύοντας ότι είναι ψευδές, εσφαλμένο ή ανυπόστατο: ~ούνται οι αιτιάσεις/ισχυρισμοί/παλιότερες θεωρίες. Η συμβολή του στον αγώνα ήταν καθοριστική, αλλά αυτό δεν ~εί το γεγονός ότι ... ΣΥΝ. αίρω (1), ανασκευάζω (2), αντικρούω 2. αρνούμαι, ανακαλώ, αποσύρω κάτι: ~ εντολή/κατάθεση. Δεν ~εί (= παίρνει πίσω) τίποτε από όσα έχει πει. Με τις δηλώσεις του δεν ~είται η ουσία της τοποθέτησής του. Πβ. ανασκευάζω. Βλ. αυτοαναιρούμαι. 3. αθετώ, παραβαίνω ή καταργώ κάτι· ειδικότ. (ΝΟΜ.) ακυρώνω απόφαση κατώτερου δικαστηρίου: ~εσε τις δεσμεύσεις του/τους όρους/τις υποσχέσεις του.|| Ο Άρειος Πάγος ~εσε απόφαση του Εφετείου ως εσφαλμένη. ~έθηκε το βούλευμα/η ποινή. [< αρχ. ἀναιρῶ, γαλλ. réfuter, rétracter, révoquer]
3023αναισθησία[ἀναισθησία] α-ναι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. απώλεια των αισθήσεων, κυρ. της αίσθησης του πόνου, που γίνεται, συνήθ. με χορήγηση αναισθητικού, με σκοπό την εγχείρηση ή την εκτέλεση άλλης επώδυνης διαδικασίας: επισκληρίδιος/επιφανειακή/μερική (: κατά την οποία διατηρείται κάποιος βαθμός αισθητικότητας)/οδοντιατρική/περιοχική/ραχιαία ~. Επέμβαση με γενική/ολική/τοπική ~. ~ με εισπνοή/ψύξη. Κάνω/προκαλώ ~. Πβ. αναισθητοποίηση, νάρκωση. Βλ. ύπνωση.|| (συνεκδ.) Χορηγώ (ελαφριά) ~ (= αναισθητικό). 2. (μτφ.) έλλεψη ανθρωπιάς, συμπόνιας· αδιαφορία, απάθεια: Τι ~ είναι αυτή! Δείχνει/επιδεικνύει/έχει (πλήρη) ~. Τον διακρίνει μεγάλη ~. Πβ. αναλγησία, απονιά. Βλ. ευσπλαχνία, φιλανθρωπία. ΑΝΤ. ευαισθησία (1) 3. ΦΥΣΙΟΛ. (σπανιότ.) μερική ή ολική απουσία της αισθητικότητας και η σχετική παθολογική κατάσταση: ακουστική ~. Βλ. δυσ-, παρ-, υπ-, υπερ-αισθησία. [< αρχ. ἀναισθησία, γαλλ. anesthésie, αγγλ. an(a)esthesia]
3024αναισθησιογόνος, α, ο [ἀναισθησιογόνος] α-ναι-σθη-σι-ο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που προξενεί αναισθησία: ~ο: αέριο/σπρέι. ~α: φάρμακα. Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: αναισθησιογόνο (το): αναισθητικό.
3025αναισθησιολογία[ἀναισθησιολογία] α-ναι-σθη-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τις μεθόδους αναισθησίας και την εφαρμογή των αναισθητικών και η σχετική ειδικότητα: κλινική/κτηνιατρική/οδοντιατρική ~. [< μτγν. ἀναισθησιολογία ‘θεωρία περί αναισθησίας’, αγγλ. anesthesiology, 1911, γαλλ. anesthésiologie, 1950]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.