Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39580-39600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38983παροξυσμικός, ή, ό πα-ρο-ξυ-σμι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον παροξυσμό: ~ός: ίλιγγος. ~ή: δύσπνοια/ταχυκαρδία/υπερφαγία. ~ά: επεισόδια. ΣΥΝ. παροξυντικός (1) ΑΝΤ. μόνιμος (1), χρόνιος (1) ● επίρρ.: παροξυσμικά ● ΣΥΜΠΛ.: παροξυσμικός βήχας: επίμονος ξηρός βήχας που μπορεί να συνοδεύεται από αναπνευστικό συριγμό. Βλ. κοκίτης. [< γαλλ. paroxysmique , paroxystique, αγγλ. paroxysmal, paroxysmic]
38984παροξυσμόςπα-ρο-ξυ-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) έξαψη, ξέσπασμα: εθνικιστικός/θρησκευτικός/προεκλογικός ~. ~ βίας/χαράς. Πλήθος που βρίσκεται σε κατάσταση ~ού. Επικράτησε ~.|| Ερωτικός ~. Πβ. αμόκ, ντελίριο, παραλήρημα, υστερία, φρενίτιδα. 2. ΙΑΤΡ. έξαρση των συμπτωμάτων μιας νόσου· ειδικότ. νευρική κρίση σύντομης διάρκειας: ασθματικός ~. ~ βήχα (= παροξυσμικός βήχας).|| Βρίσκεται σε/έπαθε ~ό. [< αρχ. παροξυσμός, γαλλ. paroxysme , αγγλ. paroxysm]
38985παροξύτονος, η, ο πα-ρο-ξύ-το-νος επίθ.: που τονίζεται στην παραλήγουσα: (ΓΡΑΜΜ.) ~α: ουσιαστικά. Βλ. οξύτονος, προ~.|| (ΜΕΤΡ.) ~ος: στίχος. [< μτγν. παροξύτονος]
38986παροπλίζωπα-ρο-πλί-ζω ρ. (μτβ.) {παρόπλι-σε, παροπλί-στηκε, -σμένος, παροπλίζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) παραγκωνίζω, περιθωριοποιώ κάποιον, περιορίζοντας τις αρμοδιότητές του: Πολλά ανώτερα στελέχη της εταιρείας ~στηκαν. 2. αποσύρω πλοίο, συνήθ. λόγω παλαιότητας, αφαιρώντας τον εξοπλισμό του: Καράβι/υποβρύχιο που ~στηκε.|| (κατ' επέκτ.) ~σμένο: αυτοκίνητο. ~σμένα: άρματα μάχης/περιπολικά. [< μτγν. παροπλίζω, γαλλ. désarmer]
38987παροπλισμόςπα-ρο-πλι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) παραγκωνισμός, περιθωριοποίηση κάποιου ύστερα από περιορισμό των δικαιοδοσιών του: ~ έμπειρων και ικανών στελεχών. Βλ. αντικατάσταση. 2. απόσυρση πλοίου· κατ' επέκτ. διακοπή λειτουργίας: ~ σκαφών.|| ~ πυρηνικών εγκαταστάσεων (πβ. αχρήστευση). Βλ. -ισμός. [< μτγν. παροπλισμός, γαλλ. désarmement]
38988παρόραμαπα-ρό-ρα-μα ουσ. (ουδ.): λάθος, συνήθ. τυπογραφικό, που γίνεται εκ παραδρομής· (στον πληθ.) πίνακας τυπογραφικών σφαλμάτων και διορθώσεων που συνήθ. παρατίθεται σε παράρτημα στο τέλος βιβλίου. Πβ. αβλέπτημα. [< μτγν. παρόραμα, γαλλ. erratum]
38989παροργίζωπα-ρορ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {παρόργισε} (σπάν.-λόγ., σε εκκλησιαστικά κείμενα): εξοργίζω. [< αρχ. παροργίζω]
38990παρόρμησηπα-ρόρ-μη-ση ουσ. (θηλ.): έντονη, ξαφνική και συνήθ. υποσυνείδητη τάση ή ώθηση για την εκτέλεση πράξης: ερωτική/εσωτερική/ισχυρή ~. ~ για δράση. ~ της στιγμής. Ελέγχει τις ~ήσεις του. Βλ. ένστικτο. [< αρχ. παρόρμησις 'παρακίνηση', γαλλ. impulsion]
38991παρορμητικός, ή, ό πα-ρορ-μη-τι-κός επίθ.: που είναι αποτέλεσμα παρόρμησης: ~ή: αντίδραση/απόφαση/πράξη/συμπεριφορά. ~ές: κινήσεις.|| (για πρόσ., που δεν ελέγχει τις παρορμήσεις του:) ~ός: τύπος/χαρακτήρας. Πβ. αυθόρμητος, εκδηλωτικός, ενθουσιώδης. ● επίρρ.: παρορμητικά [< μτγν. παρορμητικός, γαλλ. impulsif]
38992παρορμητικότηταπα-ρορ-μη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του παρορμητικού. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. impulsivité, 1907, αγγλ. impulsivity]
38993παρορμητισμόςπα-ρορ-μη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): η τάση να ενεργεί κάποιος ενστικτωδώς, αυθόρμητα ή επιπόλαια: νεανικός ~. Οδηγείται συχνά σε λάθος επιλογές λόγω του ~ού του. Προσπάθησε να ελέγξεις τον ~ό σου! Πβ. αυθορμητισμός, παρορμητικότητα. Βλ. -ισμός.
38994παρορώ[παρορῶ] πα-ρο-ρώ ρ. (μτβ.) {παρορ-ά ..., μόνο σε ενεστ.} (σπάν.-αρχαιοπρ.): παραβλέπω, αντιπαρέρχομαι κάτι: Δεν πρέπει να ~άται (το γεγονός) ότι ... [< αρχ. παρορῶ]
38995παρότιπα-ρό-τι σύνδ. & παρ' ότι (λόγ.): παρά το γεγονός ότι: Σεβαστή η γνώμη σου, ~ (= παρόλο που) διαφωνώ. Παίκτης που αγωνίστηκε ~ τραυματίας. ΣΥΝ. αν/εάν και, μολονότι
38996παρότρυνσηπα-ρό-τρυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ώθηση, ενθάρρυνση κάποιου, για να κάνει κάτι: ~ για δράση/συμμετοχή (π.χ. σε έναν διαγωνισμό). Συνέχισε τις σπουδές της με την ~ των καθηγητών της. Κατόπιν δικής μου ~ης/ύστερα από δική μου ~ γράφτηκε στο σεμινάριο. ΣΥΝ. παρακίνηση, προτροπή ΑΝΤ. αποθάρρυνση (2), αποτροπή [< μεσν. παρότρυνσις]
38997παροτρυντικός, ή, ό πα-ρο-τρυ-ντι-κός επίθ. (λόγ.): παρακινητικός: ~ό, εμψυχωτικό περιβάλλον μάθησης. Πβ. παρωθητ-, προτρεπτ-ικός. ΑΝΤ. αποθαρρυντικός, αποτρεπτικός ● επίρρ.: παροτρυντικά [< μεσν. παροτρυντικός]
38998παροτρύνωπα-ρο-τρύ-νω ρ. (μτβ.) {παρότρυν-α, παροτρύν-θηκε, -οντας} (λόγ.): δίνω ώθηση σε κάποιον με τα λόγια ή τις πράξεις μου, για να κάνει κάτι: Οι δάσκαλοι ~ουν τα παιδιά σε ομαδικές δραστηριότητες. Οι γονείς μου με ~αν να κάνω μεταπτυχιακές σπουδές. ~ονται να λάβουν μέτρα για την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Πβ. ενθαρρύνω. ΣΥΝ. παρακινώ, προτρέπω ΑΝΤ. αποθαρρύνω (1), αποτρέπω (1) [< αρχ. παροτρύνω]
38999παρούσαβλ. παρών
39000παρουσίαπα-ρου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. εμφάνιση, ύπαρξη προσώπου ή πράγματος σε δεδομένο χώρο και χρόνο: δημόσια/τηλεοπτική ~. Η αστυνομική/στρατιωτική ~ ήταν διακριτική/εμφανής. Mε την τιμητική ~ του πρωθυπουργού. Η ~ του ήταν καταλυτική/προκλητική/συμβολική. Η ανθρώπινη ~ στην περιοχή μαρτυρείται από το ... π.Χ. Μας απάλλαξε από την ενοχλητική του ~. Επέβαλε την ~ της.|| Η ~ σας στα μαθήματα κρίνεται απαραίτητη/υποχρεωτική. Για την έκδοση διαβατηρίου απαιτείται προσωπική/φυσική ~ του αιτούντος. Μαζική ~ εργατών στην πορεία διαμαρτυρίας. Πβ. προσέλευση.|| Διαδικτυακή/ηλεκτρονική ~ εταιρείας. Βλ. τηλε~.|| ~ αίματος στα ούρα/ξένων σωμάτων σε τρόφιμα. ΑΝΤ. απουσία.|| (μτφ., ενεργός ρόλος:) Η ~ μιας ξένης δύναμης στην περιοχή. Ενίσχυση της ~ας μιας χώρας στο εξωτερικό. Βουλευτής με έντονη πνευματική/πολιτική και κοινωνική ~. Όμιλος με διεθνή/δυναμική/πολυετή/συνεχή επιχειρηματική ~ στον χώρο. Έχει διαρκή/ενεργή/εξέχουσα/ισχυρή/σημαντική ~ στα κοινά (πβ. συμμετοχή). Εντυπωσιακή/καλή η ~ της ομάδας στον τελικό. 2. (συνεκδ.) πρόσωπο, συνήθ. εντυπωσιακή γυναίκα, που παρευρίσκεται κάπου: αιθέρια/επιβλητική ~. Γλυκιές/καυτές ~ες. Μία από τις πιο λαμπερές/όμορφες/στιλάτες ~ες της σοουμπίζ. Πβ. ύπαρξη. ● ΣΥΜΠΛ.: Δευτέρα Παρουσία: ΘΕΟΛ. ο δεύτερος ερχομός του Χριστού στον κόσμο για να κρίνει τους ανθρώπους. ΣΥΝ. η ημέρα/η ώρα της κρίσεως. Πβ. συντέλεια του κόσμου. Βλ. εσχατολογία.|| (μτφ.-ειρων.) Μας βλέπω να περιμένουμε μέχρι τη ~ ~/(λόγ.) μέχρι ~ας ~ας (= πάρα πολύ) για την άδεια., σημείο παρουσίας: ΠΛΗΡΟΦ. γεωγραφικό σημείο στο οποίο ένας πάροχος εγκαθιστά εξοπλισμό για την εξυπηρέτηση ορισμένης περιοχής και των χρηστών της. [< αγγλ. point of presence (pop)] ● ΦΡ.: κάνω αισθητή την παρουσία μου: κινώ την προσοχή, προκαλώ εντύπωση με την εμφάνισή μου κάπου: Έκανε ~ ~ της στη δεξίωση.|| Το νέο προϊόν έκανε ιδιαίτερα ~ ~ του.|| Ο χειμώνας μπήκε για τα καλά, κάνοντας ~ ~ του., παίρνω παρουσίες: σημειώνω τους παρόντες ή/και τους απόντες, συνήθ. διαβάζοντας δυνατά τα ονόματά τους από κατάλογο. Βλ. απουσιολόγος., παρουσία κάποιου [παρουσίᾳ] (λόγ.): ενώπιόν του, την ώρα που είναι παρών: ~ των διαδίκων. Το νέο κτίριο εγκαινιάστηκε ~ (= παρόντος) του Αρχιεπισκόπου., τιμώ κάποιον με την παρουσία μου: παρευρίσκομαι σε εκδήλωση, εκφράζοντας έτσι την εκτίμησή μου στο πρόσωπο των διοργανωτών: Ο υπουργός μας ~ησε με την ~ του.|| (ειρων.) Θα μας ~ήσεις με την ~ σου (= θα έρθεις) ή δεν μας καταδέχεσαι πια; [< 1: αρχ. παρουσία, γαλλ. présence 2: αγγλ. presence]
39001παρουσιάζωπα-ρου-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {παρουσία-σα, παρουσιά-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, παρουσιάζ-οντας, -όμενος, παρουσια-σμένος} 1. γνωστοποιώ ή/και δείχνω, συνήθ. για πρώτη φορά, κάτι στο ευρύ κοινό ή σε άτομα συγκεντρωμένα ειδικά γι' αυτόν τον σκοπό: Μας ~σε (= ανέπτυξε) τις απόψεις/το σχέδιό του (πβ. καταθέτω). ~στηκαν (= ανακοινώθηκαν, κοινοποιήθηκαν) τα αποτελέσματα της έρευνας. Τα ~όμενα στοιχεία. Οι προτάσεις θα πρέπει να είναι ~σμένες με σαφήνεια.|| ~ει (= εκθέτει) τους πίνακές του στην γκαλερί ... Σας ~ουμε το νέο μας απόκτημα/προϊόν. Η εταιρεία θα ~σει στους δημοσιογράφους το καινούργιο της μοντέλο. ~σε το τελευταίο του βιβλίο/την καλοκαιρινή του κολεξιόν. Σε ειδική εκδήλωση ~σαν μοντέρνους χορούς/παραδοσιακά τραγούδια. Στο προηγούμενο τεύχος, ~σαμε τον διακεκριμένο ποιητή ... (: το έργο του).|| ~ει εκπομπή στο ραδιόφωνο/στην τηλεόραση (= είναι παρουσιαστής). ~ει τις ειδήσεις (βλ. άνκορμαν). Πβ. εκφωνώ. Βλ. συμ~.|| (στο θέατρο:) Ετοιμάζονται να ~σουν (= ανεβάσουν) το έργο/την παράσταση ...|| Δεν ~σε (= προσκόμισε) τα απαραίτητα δικαιολογητικά.|| Τα πράγματα δεν είναι τόσο τραγικά όσο τα ~εις (= περιγράφεις). Επιχείρηση που ~εται (= προβάλλεται) ως πρότυπο. 2. εμφανίζω, εκδηλώνω, έχω συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: ~σε συμπτώματα κόπωσης/τάσεις λιποθυμίας. ~στηκε εμφανώς καταβεβλημένος.|| Το θέμα ~ει δυσκολίες. Η επιχείρηση ~ει (= σημειώνει) ανοδική πορεία. Τα εισιτήρια για τη συναυλία ~ουν μεγάλη ζήτηση. Τα ευρήματα ~ουν αρχαιολογικό ενδιαφέρον. 3. συστήνω ένα πρόσωπο σε κάποιον: (Έχω την τιμή) να σας ~σω (= γνωρίσω) τον ... ~σε τον εαυτό του (= αυτοσυστήθηκε). Μας ~στηκε σαν/ως γιατρός (πβ. παριστάνω). ● Παθ.: παρουσιάζομαι 1. προσέρχομαι· (ειδικότ., για στρατεύσιμο) κατατάσσομαι: ~στηκε στο δικαστήριο/στο συμβούλιο πλημμελειοδικών. ~στηκε μόνος του στο αστυνομικό τμήμα. Δεν ~στηκε στις εξετάσεις. Καλείται να ~στεί στη δικαιοσύνη/ενώπιον της δικαιοσύνης. Οι διοριζόμενοι οφείλουν να ~στούν για ανάληψη υπηρεσίας στις αρμόδιες διευθύνσεις.|| ~ στην αεροπορία/στο πυροβολικό. Του ήρθε το χαρτί να ~στεί. 2. εμφανίζομαι: Θα σου ~στούν νέες ευκαιρίες. ~στηκε μήνυμα λάθους στην οθόνη του υπολογιστή/νέο κρούσμα γρίπης. Έχουν ~στεί (= ανακύψει) προβλήματα. Αν ~στεί (= προκύψει) ανάγκη, θα σε φωνάξω. ● ΦΡ.: παρουσιάζω όπλα 1. ΣΤΡΑΤ. (για οπλίτη) αποδίδω τιμή σε στάση προσοχής, κρατώντας το όπλο μπροστά στο πρόσωπο και κάθετα στο έδαφος: Το άγημα/η μονάδα/η φρουρά ~σε ~. (ως παράγγελμα) Παρουσιάσ(α)τε, αρμ! 2. (μτφ.-ειρων.) συμπεριφέρομαι με σεβασμό και δουλοπρέπεια σε κάποιον: Του αρέσει να του ~ουν ~. Πβ. στέκομαι προσοχή., παρουσίασε δύο πρόσωπα: (κυρ. για ομάδα) είχε ασταθή απόδοση: Η Εθνική ~ ~, αφήνοντας ανάμεικτες εντυπώσεις. [< μτγν. παρουσιάζω 'είμαι παρών', γαλλ. (se) présenter]
39002παρουσίαση

πα-ρου-σί-α-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρουσιάζω: αναλυτική/εκτενής/επίσημη/κατατοπιστική/ολόπλευρη/συγκριτική/συνοπτική/σύντομη/τεκμηριωμένη ~ των αποτελεσμάτων. Ομαδική ~ εργασίας. ~ των κεντρικών θέσεων του κόμματος στο ... Διαφάνειες (βλ. σλάιντ)/λογισμικό ~ης. Αίθουσα ~άσεων. Πβ. ανακοίνωση, γνωστο-, κοινο-ποίηση.|| Παγκόσμια/πρώτη ~ ενός νέου μοντέλου αυτοκινήτου/μιας ταινίας (= α' προβολή). Εκδήλωση ~ης του βιβλίου ... (= βιβλιο~). Το κείμενο της ~ης. Έκανε την ~ (= παρουσίασε) του τελευταίου του σιντί. Μετά την ~ του επετειακού τόμου ακολούθησε συζήτηση.|| Εισαγωγική/κριτική ~ (και αποτίμηση) του συγγραφικού έργου του ... Πβ. έκθεση.|| Οπτικοακουστική ~ ποιημάτων. Ηλεκτρονική ~ μιας εταιρείας (= εταιρική ~). Φωτογραφική/ψηφιακή ~ αρχαιοτήτων/προϊόντων.|| Έχει την επιμέλεια και ~ της εκπομπής (πβ. εκφώνηση, τηλε~). ~άσεις αθλητικών αγώνων (πβ. μετάδοση).|| ~ δικαιολογητικών/στοιχείων στο δικαστήριο. Πβ. προσκόμιση.|| ~ ευκαιριών/προβλημάτων/συμπτωμάτων. Πβ. εμφάνιση.|| ~ (στους υπαλλήλους) του νέου συνεργάτη. Πβ. συστάσεις. Βλ. αυτο~. [< γαλλ. présentation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.