Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [39600-39620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39000παρουσίαπα-ρου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. εμφάνιση, ύπαρξη προσώπου ή πράγματος σε δεδομένο χώρο και χρόνο: δημόσια/τηλεοπτική ~. Η αστυνομική/στρατιωτική ~ ήταν διακριτική/εμφανής. Mε την τιμητική ~ του πρωθυπουργού. Η ~ του ήταν καταλυτική/προκλητική/συμβολική. Η ανθρώπινη ~ στην περιοχή μαρτυρείται από το ... π.Χ. Μας απάλλαξε από την ενοχλητική του ~. Επέβαλε την ~ της.|| Η ~ σας στα μαθήματα κρίνεται απαραίτητη/υποχρεωτική. Για την έκδοση διαβατηρίου απαιτείται προσωπική/φυσική ~ του αιτούντος. Μαζική ~ εργατών στην πορεία διαμαρτυρίας. Πβ. προσέλευση.|| Διαδικτυακή/ηλεκτρονική ~ εταιρείας. Βλ. τηλε~.|| ~ αίματος στα ούρα/ξένων σωμάτων σε τρόφιμα. ΑΝΤ. απουσία.|| (μτφ., ενεργός ρόλος:) Η ~ μιας ξένης δύναμης στην περιοχή. Ενίσχυση της ~ας μιας χώρας στο εξωτερικό. Βουλευτής με έντονη πνευματική/πολιτική και κοινωνική ~. Όμιλος με διεθνή/δυναμική/πολυετή/συνεχή επιχειρηματική ~ στον χώρο. Έχει διαρκή/ενεργή/εξέχουσα/ισχυρή/σημαντική ~ στα κοινά (πβ. συμμετοχή). Εντυπωσιακή/καλή η ~ της ομάδας στον τελικό. 2. (συνεκδ.) πρόσωπο, συνήθ. εντυπωσιακή γυναίκα, που παρευρίσκεται κάπου: αιθέρια/επιβλητική ~. Γλυκιές/καυτές ~ες. Μία από τις πιο λαμπερές/όμορφες/στιλάτες ~ες της σοουμπίζ. Πβ. ύπαρξη. ● ΣΥΜΠΛ.: Δευτέρα Παρουσία: ΘΕΟΛ. ο δεύτερος ερχομός του Χριστού στον κόσμο για να κρίνει τους ανθρώπους. ΣΥΝ. η ημέρα/η ώρα της κρίσεως. Πβ. συντέλεια του κόσμου. Βλ. εσχατολογία.|| (μτφ.-ειρων.) Μας βλέπω να περιμένουμε μέχρι τη ~ ~/(λόγ.) μέχρι ~ας ~ας (= πάρα πολύ) για την άδεια., σημείο παρουσίας: ΠΛΗΡΟΦ. γεωγραφικό σημείο στο οποίο ένας πάροχος εγκαθιστά εξοπλισμό για την εξυπηρέτηση ορισμένης περιοχής και των χρηστών της. [< αγγλ. point of presence (pop)] ● ΦΡ.: κάνω αισθητή την παρουσία μου: κινώ την προσοχή, προκαλώ εντύπωση με την εμφάνισή μου κάπου: Έκανε ~ ~ της στη δεξίωση.|| Το νέο προϊόν έκανε ιδιαίτερα ~ ~ του.|| Ο χειμώνας μπήκε για τα καλά, κάνοντας ~ ~ του., παίρνω παρουσίες: σημειώνω τους παρόντες ή/και τους απόντες, συνήθ. διαβάζοντας δυνατά τα ονόματά τους από κατάλογο. Βλ. απουσιολόγος., παρουσία κάποιου [παρουσίᾳ] (λόγ.): ενώπιόν του, την ώρα που είναι παρών: ~ των διαδίκων. Το νέο κτίριο εγκαινιάστηκε ~ (= παρόντος) του Αρχιεπισκόπου., τιμώ κάποιον με την παρουσία μου: παρευρίσκομαι σε εκδήλωση, εκφράζοντας έτσι την εκτίμησή μου στο πρόσωπο των διοργανωτών: Ο υπουργός μας ~ησε με την ~ του.|| (ειρων.) Θα μας ~ήσεις με την ~ σου (= θα έρθεις) ή δεν μας καταδέχεσαι πια; [< 1: αρχ. παρουσία, γαλλ. présence 2: αγγλ. presence]
39001παρουσιάζωπα-ρου-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {παρουσία-σα, παρουσιά-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, παρουσιάζ-οντας, -όμενος, παρουσια-σμένος} 1. γνωστοποιώ ή/και δείχνω, συνήθ. για πρώτη φορά, κάτι στο ευρύ κοινό ή σε άτομα συγκεντρωμένα ειδικά γι' αυτόν τον σκοπό: Μας ~σε (= ανέπτυξε) τις απόψεις/το σχέδιό του (πβ. καταθέτω). ~στηκαν (= ανακοινώθηκαν, κοινοποιήθηκαν) τα αποτελέσματα της έρευνας. Τα ~όμενα στοιχεία. Οι προτάσεις θα πρέπει να είναι ~σμένες με σαφήνεια.|| ~ει (= εκθέτει) τους πίνακές του στην γκαλερί ... Σας ~ουμε το νέο μας απόκτημα/προϊόν. Η εταιρεία θα ~σει στους δημοσιογράφους το καινούργιο της μοντέλο. ~σε το τελευταίο του βιβλίο/την καλοκαιρινή του κολεξιόν. Σε ειδική εκδήλωση ~σαν μοντέρνους χορούς/παραδοσιακά τραγούδια. Στο προηγούμενο τεύχος, ~σαμε τον διακεκριμένο ποιητή ... (: το έργο του).|| ~ει εκπομπή στο ραδιόφωνο/στην τηλεόραση (= είναι παρουσιαστής). ~ει τις ειδήσεις (βλ. άνκορμαν). Πβ. εκφωνώ. Βλ. συμ~.|| (στο θέατρο:) Ετοιμάζονται να ~σουν (= ανεβάσουν) το έργο/την παράσταση ...|| Δεν ~σε (= προσκόμισε) τα απαραίτητα δικαιολογητικά.|| Τα πράγματα δεν είναι τόσο τραγικά όσο τα ~εις (= περιγράφεις). Επιχείρηση που ~εται (= προβάλλεται) ως πρότυπο. 2. εμφανίζω, εκδηλώνω, έχω συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: ~σε συμπτώματα κόπωσης/τάσεις λιποθυμίας. ~στηκε εμφανώς καταβεβλημένος.|| Το θέμα ~ει δυσκολίες. Η επιχείρηση ~ει (= σημειώνει) ανοδική πορεία. Τα εισιτήρια για τη συναυλία ~ουν μεγάλη ζήτηση. Τα ευρήματα ~ουν αρχαιολογικό ενδιαφέρον. 3. συστήνω ένα πρόσωπο σε κάποιον: (Έχω την τιμή) να σας ~σω (= γνωρίσω) τον ... ~σε τον εαυτό του (= αυτοσυστήθηκε). Μας ~στηκε σαν/ως γιατρός (πβ. παριστάνω). ● Παθ.: παρουσιάζομαι 1. προσέρχομαι· (ειδικότ., για στρατεύσιμο) κατατάσσομαι: ~στηκε στο δικαστήριο/στο συμβούλιο πλημμελειοδικών. ~στηκε μόνος του στο αστυνομικό τμήμα. Δεν ~στηκε στις εξετάσεις. Καλείται να ~στεί στη δικαιοσύνη/ενώπιον της δικαιοσύνης. Οι διοριζόμενοι οφείλουν να ~στούν για ανάληψη υπηρεσίας στις αρμόδιες διευθύνσεις.|| ~ στην αεροπορία/στο πυροβολικό. Του ήρθε το χαρτί να ~στεί. 2. εμφανίζομαι: Θα σου ~στούν νέες ευκαιρίες. ~στηκε μήνυμα λάθους στην οθόνη του υπολογιστή/νέο κρούσμα γρίπης. Έχουν ~στεί (= ανακύψει) προβλήματα. Αν ~στεί (= προκύψει) ανάγκη, θα σε φωνάξω. ● ΦΡ.: παρουσιάζω όπλα 1. ΣΤΡΑΤ. (για οπλίτη) αποδίδω τιμή σε στάση προσοχής, κρατώντας το όπλο μπροστά στο πρόσωπο και κάθετα στο έδαφος: Το άγημα/η μονάδα/η φρουρά ~σε ~. (ως παράγγελμα) Παρουσιάσ(α)τε, αρμ! 2. (μτφ.-ειρων.) συμπεριφέρομαι με σεβασμό και δουλοπρέπεια σε κάποιον: Του αρέσει να του ~ουν ~. Πβ. στέκομαι προσοχή., παρουσίασε δύο πρόσωπα: (κυρ. για ομάδα) είχε ασταθή απόδοση: Η Εθνική ~ ~, αφήνοντας ανάμεικτες εντυπώσεις. [< μτγν. παρουσιάζω 'είμαι παρών', γαλλ. (se) présenter]
39002παρουσίαση

πα-ρου-σί-α-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρουσιάζω: αναλυτική/εκτενής/επίσημη/κατατοπιστική/ολόπλευρη/συγκριτική/συνοπτική/σύντομη/τεκμηριωμένη ~ των αποτελεσμάτων. Ομαδική ~ εργασίας. ~ των κεντρικών θέσεων του κόμματος στο ... Διαφάνειες (βλ. σλάιντ)/λογισμικό ~ης. Αίθουσα ~άσεων. Πβ. ανακοίνωση, γνωστο-, κοινο-ποίηση.|| Παγκόσμια/πρώτη ~ ενός νέου μοντέλου αυτοκινήτου/μιας ταινίας (= α' προβολή). Εκδήλωση ~ης του βιβλίου ... (= βιβλιο~). Το κείμενο της ~ης. Έκανε την ~ (= παρουσίασε) του τελευταίου του σιντί. Μετά την ~ του επετειακού τόμου ακολούθησε συζήτηση.|| Εισαγωγική/κριτική ~ (και αποτίμηση) του συγγραφικού έργου του ... Πβ. έκθεση.|| Οπτικοακουστική ~ ποιημάτων. Ηλεκτρονική ~ μιας εταιρείας (= εταιρική ~). Φωτογραφική/ψηφιακή ~ αρχαιοτήτων/προϊόντων.|| Έχει την επιμέλεια και ~ της εκπομπής (πβ. εκφώνηση, τηλε~). ~άσεις αθλητικών αγώνων (πβ. μετάδοση).|| ~ δικαιολογητικών/στοιχείων στο δικαστήριο. Πβ. προσκόμιση.|| ~ ευκαιριών/προβλημάτων/συμπτωμάτων. Πβ. εμφάνιση.|| ~ (στους υπαλλήλους) του νέου συνεργάτη. Πβ. συστάσεις. Βλ. αυτο~. [< γαλλ. présentation]

39003παρουσιάσιμος, η, ο πα-ρου-σι-ά-σι-μος επίθ. (λόγ.): εμφανίσιμος, ευπαρουσίαστος. [< γαλλ. présentable]
39004παρουσιαστής, παρουσιάστριαπα-ρου-σι-α-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που παρουσιάζει εκπομπή, εκδήλωση ή ψυχαγωγικό πρόγραμμα: δημοφιλής/ραδιοφωνικός/τηλεοπτικός (= τηλε~) ~. ~ σόου. Κεντρικός ~ δελτίου ειδήσεων (= άνκορμαν). Βλ. συμ~. [< πβ. μεσν. παρουσιαστής 'που είναι παρών', γαλλ. présentateur, présentatrice]
39005παρουσιαστικόπα-ρου-σι-α-στι-κό ουσ. (ουδ.): συνολική εικόνα, εμφάνιση ενός ανθρώπου· ειδικότ. όψη, φυσιογνωμία: αριστοκρατικό/δυναμικό/ελκυστικό/εντυπωσιακό/επιβλητικό/ευχάριστο ~. Το όλο ~ του. Ξεχώριζε για το ωραίο ~ του. Πβ. κοψιά, παράστημα, σουλούπι.|| Γλυκό/ευγενικό/ήρεμο/όμορφο ~.|| (κατ' επέκτ.) Το ~ του αυτοκινήτου. [< γαλλ. présence]
39006παρουσιολόγιοπα-ρου-σι-ο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): βιβλίο όπου καταγράφεται η παρουσία (κάποιου) σε έναν χώρο: ημερήσιο ~. ~ εργαζοµένων/μαθητών/προσωπικού. Υπογράφω στο ~. Τήρηση ~ίου. Βλ. -λόγιο. ΑΝΤ. απουσιολόγιο
39007παροχέαςβλ. πάροχος
39008παροχέτευσηπα-ρο-χέ-τευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. απομάκρυνση υγρών και εκκρίσεων από τον οργανισμό· συνεκδ. ο σωλήνας μέσω του οποίου πραγματοποιείται: βρογχική/διαδερμική/κλειστή/φλεβική/χειρουργική ~. ~ θωρακικής κοιλότητας/τραύματος/χοληφόρων. Διάνοιξη και ~ του αποστήματος. Εξωτερική ~ εντερικού υγρού. Εσωτερική ~ παγκρεατικών ψευδοκύστεων.|| Αφαίρεση/τοποθέτηση ~ης. Βαλβίδα/καθετήρες ~ης. Βλ. στεντ.|| Λεμφική ~ (: διευκόλυνση της λεμφικής κυκλοφορίας με μασάζ). 2. μεταβολή της ροής υγρού προς την επιθυμητή κατεύθυνση με τεχνικό τρόπο: ελεγχόμενη ~. ~ νερού από λίμνη/προς υδροηλεκτρικό σταθμό. ~ λυμάτων. Έργα ~ης. Βλ. παροχή.|| (κατ' επέκτ.) Αποσυμφόρηση του κέντρου με την περιφερειακή ~ της κυκλοφορίας (των αυτοκινήτων). 3. (μτφ.) εκτόνωση, διοχέτευση: ~ της οργής. [< αρχ. παροχέτευσις 1: γαλλ. drainage]
39009παροχετευτικός, ή, ό πα-ρο-χε-τευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παροχέτευση: ~ός: σωλήνας. ~ή: ικανότητα (αγωγού/ποταμού). ~ό: δίκτυο/σύστημα. ● επίρρ.: παροχετευτικά [< μτγν. παροχετευτικός]
39010παροχετεύωπα-ρο-χε-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {παροχέτευ-σε, παροχετεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας}: κάνω παροχέτευση: (ΙΑΤΡ.) Ο καθετήρας ~ει τα ούρα του νεφρού.|| Βιομηχανίες που ~ουν τοξικά στο ποτάμι. Βελτίωση της ποιότητας του νερού που ~εται στα νοικοκυριά. [< αρχ. παροχετεύω, γαλλ. drainer]
39011παροχήπα-ρο-χή ουσ. (θηλ.) 1. προσφορά, χορήγηση αγαθού: δωρεάν/επείγουσα/εφάπαξ/ημερήσια/τηλεφωνική ~. ~ άδειας/ασύλου/ασφάλειας/βοήθειας/δανείου/διατροφής/διευκρινίσεων/εγγυήσεων/έκπτωσης/εξ αποστάσεως εκπαίδευσης/εξοπλισμού/επιδόματος/έργου/θεραπείας/κινήτρων/οδηγιών/ολοκληρωμένων λύσεων/(ιατροφαρμακευτικής) περίθαλψης/πίστωσης/πληροφοριών/στοιχείων/συμβουλών/σύνταξης/υποστήριξης/φαγητού. Πβ. δόσιμο. 2. (ειδικότ.) μεταφορά και διανομή ρευστού ή ενέργειας μέσω δικτύου αγωγών· συνεκδ. ο συγκεκριμένος αγωγός ή σωλήνωση· η σχετική ποσότητα που παροχετεύεται: αδιάλειπτη ~. Μονοφασική/τριφασική ~ ρεύματος (= ηλεκτρική ~). ~ θέρμανσης/ισχύος/πετρελαίου/ύδρευσης. (σε αεροσκάφος:) Σύστημα ~ής οξυγόνου. Αποκαταστάθηκε η ~ φυσικού αερίου.|| (ΙΑΤΡ., για το αίμα:) Καρδιακή ~.|| Κεντρική ~ νερού.|| Χαμηλή ~. Μέτρηση της ~ής. Βλ. στερεο~. 3. ΝΟΜ. (στο αστικό δίκαιο) το αντικείμενο της ενοχής, το οποίο μπορεί να είναι πράξη ή παράλειψη: (πλημμελής) εκπλήρωση της ~ής. Βλ. υπερημερία.παροχές (οι): επιδόματα ή υπηρεσίες, διευκολύνσεις που παρέχονται σε κατηγορίες πολιτών από το κράτος ή σε υπαλλήλους, πελάτες από επιχείρηση: ασφαλιστικές/ατομικές/κοινωνικές/οικογενειακές/οικονομικές/τηλεπικοινωνιακές/χρηματικές ~. ~ δωματίου/ξενοδοχείου. ~ ανεργίας/ασθενείας. ~ Ταμείων. ~ στους σπουδαστές. Συμπληρωματικές ~ μητρότητας. Μείωση/περικοπές ~ών. [< γαλλ. prestations, περ. 1930] ● ΣΥΜΠΛ.: γονική παροχή βλ. γονικός, δελτίο παροχής υπηρεσιών βλ. δελτίο [< 1: αρχ. παροχή 2: αγγλ. supply 3: γερμ. Leistung]
39012παρόχθιος, α, ο πα-ρό-χθι-ος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται δίπλα ή κοντά σε όχθη ποταμού ή λίμνης: ~α: βλάστηση/ζώνη (: ζώνη ξηράς που καθορίζεται σε πλάτος μέχρι και πενήντα μέτρα από το όριο της όχθης). ~ες: εκτάσεις/περιοχές. ~α: δάση/οικοσυστήματα. Πβ. παραλίμνιος, παραποτάμιος. [< μεσν. παρόχθιος]
39013παροχολογίαπα-ρο-χο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): υπόσχεση παροχών με στόχο συνήθ. την απόσπαση της εύνοιας της κοινής γνώμης: άκρατη/προεκλογική ~. Κρεσέντο/ρεσιτάλ ~ας. Βλ. δημαγωγία, λαϊκισμός, υποσχεσιολογία, -λογία.
39014πάροχοςπά-ρο-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {πάροχοι} & παροχέας {παροχ-είς}: ΤΕΧΝΟΛ. -ΤΗΛΕΠ. εταιρεία ή σπανιότ. πρόσωπο που προσφέρει υπηρεσίες: εναλλακτικός/ψηφιακός ~. ~ δικτύου (π.χ. ψηφιακής τηλεόρασης)/(κινητής ή σταθερής) τηλεφωνίας. ~ διαδικτυακών/δορυφορικών/ευρυζωνικών (βλ. ADSL)/τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (= τηλεπικοινωνιακός ~). ~ ίντερνετ. Πβ. προμηθευτής.|| (κατ' επέκτ.) ~είς πληροφοριών. ● ΣΥΜΠΛ.: Έμπιστη Τρίτη Οντότητα/Πάροχος Υπηρεσιών Πιστοποίησης βλ. οντότητα [< μτγν. πάροχος, παροχεύς, αγγλ. provider]
39015παρρησίαπαρ-ρη-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θάρρος και τόλμη στην έκφραση άποψης, σκέψης: Απάντησε/μίλησε με ~. Ομολογώ (κάτι) με ~. Λέω με ~ (= ευθαρσώς) τη γνώμη μου. Βλ. ευθύτητα, ισηγορία. ΣΥΝ. ελευθεροστομία (2) [< αρχ. παρρησία, αγγλ. parrhesia]
39016παρσέκπαρ-σέκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΣΤΡΟΝ. αστρονομική μονάδα μέτρησης της απόστασης (σύμβ. pc), ίση με περ. 3,26 έτη φωτός. [< αγγλ. parsec, 1913, γαλλ. parsec, 1923]
39017πάρσιμοπάρ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. λήψη: (μτφ.) ~ αποφάσεων/μέτρων. ~ της εξουσίας (= κατάκτηση).|| ~ της μπάλας (: κυρ. στο ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ)/πιονιού (: στο σκάκι). 2. κόψιμο: ~ των μαλλιών. Το σακάκι θέλει λίγο ~ στα μανίκια. 3. (παλαιότ.) κυρίευση, εκπόρθηση: το ~ του κάστρου/της Πόλης. Πβ. άλωση, κατάληψη.
39018πάρταπάρ-τα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΟΥΣ. μέρος παρτιτούρας για όργανο ή φωνή: ~ κρουστών/χορωδίας. Βλ. ταμπλατούρα. [< ιταλ. parte]
39019παρτάκιαςπαρ-τά-κιας ουσ. (αρσ.) {-ηδες}(προφ.-μειωτ.): πρόσωπο που ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του και αδιαφορεί για τους άλλους. Πβ. μοναχοφάης. Βλ. -άκιας, βολεψάκιας, ζαμανφουτίστας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.