Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [39620-39640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39020παρτάλιπαρ-τά-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κουρέλι, παλιόρουχο· (μτφ.-μειωτ.) περιθωριακό άτομο. [< τουρκ. partal]
39021παρτενέρπαρ-τε-νέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} 1. καθένα από τα δύο πρόσωπα που αποτελούν μαζί ζευγάρι: η ~ του στο καλλιτεχνικό πατινάζ (= συγχορεύτρια)/στην ταινία (= συμπρωταγωνίστρια). Άλλαξε ~ στο μπριτζ/στο τένις (= συμπαίκτη). Ψάχνει ~ για λάτιν χορούς (πβ. συνοδός· βλ. καβαλιέρος, ντάμα). 2. ερωτικός σύντροφος. [< γαλλ. partenaire]
39022παρτέριπαρ-τέ-ρι ουσ. (ουδ.): μικρό τμήμα έκτασης, κυρ. πάρκου, κήπου ή πλατείας, φυτεμένο με λουλούδια. Πβ. αλτάνα. [< γαλλ. parterre]
39023πάρτηπάρ-τη ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ατομικό συμφέρον, εαυτός: Σταμάτα να κοιτάς/σκέφτεσαι μόνο την ~ σου (= τον εαυτούλη σου). Νοιάζεσαι μόνο για την ~ του (πβ. σαρκίο). Μίλα για ~ σου και όχι για μένα. Τα παράτησα όλα για ~ σου (= για σένα). [< ιταλ. parte (πληθ. parti)]
39024πάρτι

πάρ-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: συνάντηση φίλων και γνωστών για διασκέδαση, κοινωνική συναναστροφή και συχνά χορό σε σπίτι ή άλλο χώρο με μουσική, ποτά ή/και φαγητό: ανοιχτό/αποκριάτικο/αποχαιρετιστήριο/γαμήλιο/ιδιωτικό/κλειστό/κοκτέιλ/ξέφρενο/παιδικό/πριβέ/πρωτοχρονιάτικο/ρέιβ/φοιτητικό/υπαίθριο/χριστουγεννιάτικο ~. Εντυπωσιακό/επικό/καταπληκτικό/λαμπερό/υπέροχο ~ αποφοίτησης/γενεθλίων/γνωριμίας/εγκαινίων/μασκέ. ~-έκπληξη. ~ υποδοχής των πρωτοετών φοιτητών. Είμαι καλεσμένος/πηγαίνω σε ~. Πρόσκληση σε ~. Έκανε ~, για να γιορτάσει την επιτυχία του. Διοργανώνει ~. Του αρέσουν τα ~ (βλ. πάρτι άνιμαλ). Πβ. δεξίωση, γλέντι. Βλ. μπιτς ~, αστρο~.|| Είναι η ψυχή του ~ (βλ. η ψυχή της παρέας).|| (μτφ.) ~ αισχροκέρδειας. Όταν μπήκε το γκολ, έγινε ~ στις εξέδρες. ● Υποκ.: παρτάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: πιτζάμα πάρτι: στο οποίο όλοι οι παρευρισκόμενοι φορούν πιτζάμες αντί για κανονικά ρούχα. [< αγγλ. pyjama party, 1928] ● ΦΡ.: κάνω πάρτι (μτφ.-προφ.): χαίρομαι πολύ, ενθουσιάζομαι, πανηγυρίζω για κάτι: Μόλις μάθει τα νέα, θα ~ει ~ από τη χαρά του!|| (κατ' επέκτ.) Τα μικρόβια ~ουν ~ στο γραφείο/ψυγείο μας (: αναπτύσσονται ανεξέλεγκτα). Πβ. ξεφαντώνω, οργιάζω. [< αγγλ. party]

39025πάρτι άνιμαλ[πάρτι ἄνιμαλ] πάρ-τι ά-νι-μαλ ουσ. (ουδ.): κοινωνικό άτομο που του αρέσουν πολύ τα πάρτι. Βλ. η ψυχή της παρέας. [< αγγλ. party animal, 1982]
39026παρτίδαπαρ-τί-δα ουσ. (θηλ.) 1. γύρος κυρ. σε παιχνίδι επιτραπέζιο ή με χαρτιά: ~ σκάκι (= σκακιστική ~)/τάβλι. Κερδίζω/χάνω την ~. Ας παίξουμε μια τελευταία ~ πόκερ. Η δεύτερη ~ έληξε ισόπαλη.|| ~ μπιλιάρδο. 2. ποσότητα συνήθ. εμπορευμάτων που είναι όμοια ή έχουν κοινά χαρακτηριστικά: ελαττωματική/σκάρτη/χαλασμένη ~. ~ εμβολίων κατά της γρίπης. ~ αυτοκινήτων. Αριθμός ~ας του προϊόντος. Ανακλήθηκε/αποσύρθηκε προληπτικά ~ εμφιαλωμένου νερού.|| ~ εκκαθαριστικών (σημειωμάτων).παρτίδες (οι) (μτφ.-προφ.): σχέσεις: Ανοίγω/Δεν θέλω ~ με τον ... Κομμένες οι ~ μαζί του. Πβ. αλισβερίσι, νταραβέρι, πάρε-δώσε. ● ΦΡ.: έσωσε την παρτίδα/το παιχνίδι βλ. σώζω, έχω παρτίδες/πάρε-δώσε/νταραβέρια βλ. έχω, φόρα παρτίδα βλ. φόρα2 [< μεσν. παρτίδα < βεν. partida]
39027παρτιζάνικος, η, ο παρ-τι-ζά-νι-κος επίθ. (παλαιότ.): που αναφέρεται στους παρτιζάνους, αντάρτικος: ~ος: πόλεμος. ~η: δράση. ~ο: κίνημα.
39028παρτιζάνοςπαρ-τι-ζά-νος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): εθελοντής στρατιώτης άτακτων ομάδων που επιδίδονταν σε ανταρτοπόλεμο, κυρ. στην Ευρώπη κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Πβ. αντάρτης. [< γαλλ. partisan, ιταλ. partigiano]
39029παρτίταπαρ-τί-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. σύνθεση για ένα ή περισσότερα μουσικά όργανα που αποτελείται από μία σειρά παραλλαγών∙ κάθε μία από αυτές τις παραλλαγές: ~ για (σόλο) βιολί. [< ιταλ. partita]
39030παρτιτούραπαρ-τι-τού-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. φύλλο χαρτιού πάνω στο οποίο καταγράφεται με νότες, συνήθ. σε παράλληλα πεντάγραμμα, μια μουσική σύνθεση: χειρόγραφη ~. Ανάγνωση ~ας. Ο μαέστρος διηύθυνε όλο το έργο χωρίς ~. Βλ. πάρτα, ταμπλατούρα. [< ιταλ. partitura]
39031παρτός, ή, ό παρ-τός επίθ.: (για ρούχο) που έχει τέτοιο κόψιμο, ώστε να αφήνει ακάλυπτο κάποιο σημείο του σώματος ή να εφαρμόζει καλύτερα σε αυτό: ~ό: εσώρουχο/μαγιό. Μπλούζα με ~ούς ώμους.
39032παρτούζαπαρ-τού-ζα ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού): ομαδικό σεξ. Βλ. όργιο. [< γαλλ. partouse, 1919]
39033παρτσακλός, ή, ό παρ-τσα-κλός επίθ. (μειωτ.): κυρ. στο ● Ουσ.: παρτσακλό (το): πρόσωπο νεαρής ηλικίας με ανάρμοστη συμπεριφορά ή/και εκκεντρική εμφάνιση: Τρέχει/χορεύει σαν ~. [< ίσως τουρκ. parçak]
39035παρυδάτιος, α, ο πα-ρυ-δά-τι-ος επίθ. (επιστ.): που βρίσκεται ή ζει δίπλα σε νερό, κυρ. θάλασσα, λίμνη, έλος ή ποταμό: ~α: βλάστηση. ~ο: δάσος. ~ες: περιοχές. ~α: πουλιά (βλ. αβοκέτα). Βλ. παραθαλάσσιος, υδρόβιος. [< μτγν. παρυδάτιος]
39036παρυφήπα-ρυ-φή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. το άκρο κάποιας έκτασης: Στις ~ές του βουνού (πβ. πρόποδες)/του δάσους/του λόφου/του οικισμού/του οροπεδίου/της πόλης/του χωριού (πβ. περίχωρα).|| (μτφ.) Στις ~ές του πολιτικού συστήματος. Στις ~ές του δημόσιου τομέα/της κοινωνίας. Πβ. περιθώριο. 2. (σπάν.) (για ύφασμα ή ένδυμα) άκρη, τελείωμα. Πβ. μπορντούρα, ούγια. [< μτγν. παρυφή, γαλλ. bordure]
39037παρφέπαρ-φέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. είδος παγωτού που περιέχει φρέσκια κρέμα γάλακτος και άρωμα: ~ καραμέλα/κρέμα(ς)/σοκολάτα(ς)/φράουλα. [< γαλλ. parfait]
39038παρφουμάρωπαρ-φου-μά-ρω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στη μεσοπαθ. φωνή κ. στη μτχ. παρφουμαρ-ισμένος} & (σπάν.) παρφουμαρίζω: βάζω κολόνια, αρωματίζω: Ντύνεται στην τρίχα και ~εται. Βγήκε έξω βαμμένη και ~ισμένη. [< ιταλ. perfumare ή γαλλ. parfumer]
39039παρωδία[παρῳδία] πα-ρω-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΛΟΓΟΤ. -ΘΕΑΤΡ. χιουμοριστική ή σατιρική μίμηση, παρουσίαση καλλιτεχνικού έργου ή κατάστασης με σκοπό τη γελοιοποίησή τους· το αντίστοιχο λογοτεχνικό ή δραματικό είδος: ~ μυθιστορήματος/μύθου/ταινίας τρόμου/τραγουδιού. ~ ηθών και εθίμων. Πβ. σάτιρα. Βλ. κωμωδία, μπουρλέσκ, φάρσα. 2. (μτφ.) ανεπιτυχής ενέργεια, διαδικασία ή κατάσταση που φαίνεται γελοία: (ως παραθετικό σύνθ.) Δίκη-~.|| Η εκδήλωση για τον εορτασμό της επετείου ήταν πραγματική/σκέτη ~. Η συνεδρίαση εξελίχθηκε σε ~. Πβ. φιάσκο. [< 1: αρχ. παρῳδία, γαλλ. parodie, αγγλ. parody]
39040παρωδιακός, ή, ό [παρῳδιακός] πα-ρω-δι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παρωδία∙ σατιρικός, σκωπτικός. [< μτγν. παρῳδικός, γαλλ. parodique, αγγλ. parodic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.