| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39041 | παρωδώ | [παρῳδῶ] πα-ρω-δώ ρ. (μτβ.) {παρωδ-εί ..., -ώντας | παρώδ-ησε, -είται, -ήθηκε}: μιμούμαι έργο, κατάσταση ή πρόσωπο με κωμικό τρόπο∙ γενικότ. διακωμωδώ, σατιρίζω: Το θεατρικό έργο/η ταινία ~εί με καυστικό τρόπο την πολιτική εξουσία (πβ. καυτηριάζω). ~ τον εαυτό μου (= αυτοσαρκάζομαι). ~ώντας τον κομφορμισμό της αστικής τάξης/τους συγχρόνους του. Πβ. γελοιοποιώ. [< μτγν. παρῳδῶ, γαλλ. parodier, αγγλ. parody] | |
| 39042 | παρώθηση | πα-ρώ-θη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παρακίνηση, προτροπή. Πβ. παρότρυνση. Βλ. κίνητρο. [< μτγν. παρώθησις, γαλλ. incitation] | |
| 39043 | παρωθητικός | , ή, ό πα-ρω-θη-τι-κός επίθ. (επιστ.): που παρακινεί, προτρέπει: ~ός: ρόλος (π.χ. του δασκάλου). ~ή: δύναμη. Πβ. παροτρυντ-, προτρεπτ-ικός. | |
| 39044 | παρωθώ | [παρωθῶ] πα-ρω-θώ ρ. (μτβ.) {παρωθ-είς ... | παρώθ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ώντας} (λόγ.): παρακινώ, προτρέπω: Μαθητές που ~ούνται να συμμετέχουν ενεργά στη σχολική ζωή. Πβ. παροτρύνω. [< αρχ. παρωθῶ, γαλλ. inciter] | |
| 39045 | παρών | , ούσα, όν πα-ρών επίθ. {παρ-όντος (θηλ. -ούσης), -όντα | -όντες (θηλ. -ούσες, ουδ. -όντα), -όντων} (λόγ.) 1. που βρίσκεται, υπάρχει κάπου: Ήταν ~ και ο πρόεδρος της ομάδας. Θα είμαστε όλοι ~όντες/~ούσες στην εκδήλωση. (στο ίντερνετ) ~όντες: χρήστες. ~όντος (= παρουσία) του δημάρχου ...|| (ως ουσ.) Εξαιρούνται οι ~όντες (: συνήθ. όταν κατηγορείται ένα σύνολο ανθρώπων από το οποίο όμως εξαιρούνται ευγενικά όσοι παρευρίσκονται εκείνη τη στιγμή). Πβ. παρευρισκόμενος.|| (κυρ. σε ψηφοφορία, ως απάντηση, όταν εκφωνείται το ονοματεπώνυμό μας:) ~/~ούσα. Φωνάζω ~. ΑΝΤ. απών 2. που ανήκει στο παρόν, που υπάρχει τώρα ή για τον οποίο γίνεται λόγος αυτή τη στιγμή: Ο ~ καιρός/χρόνος. Η ~ούσα κατάσταση/νομοθεσία/συμφωνία/τιμή. Το ~όν καθεστώς. Οι ~ούσες διατάξεις/οδηγίες/τροποποιήσεις. Ο ~ κανονισμός ισχύει για όλους τους αγώνες. Σκοπός του ~όντος Προεδρικού Διατάγματος είναι ... Η ~ούσα (= αυτή εδώ η) εργασία/μελέτη αναφέρεται ... Οι ~όντες όροι χρήσης ενδέχεται να τροποποιηθούν. Υπό τις ~ούσες συνθήκες δεν μπορεί να γίνει διάλογος.|| (στο ίντερνετ:) Η ~ούσα ιστοσελίδα βρίσκεται υπό κατασκευή. Πβ. νυν, τωρινός. ● ΦΡ.: δίνω το παρών/δηλώνω παρών: παρουσιάζομαι, παρευρίσκομαι κάπου ή και συμμετέχω: Οι μαθητές έδωσαν βροντερό/δυναμικό/ηχηρό «παρών»/παρόν στη διαδήλωση. Ο βουλευτής δήλωσε ~ στη μάχη των εκλογών., με το παρόν/με την παρούσα & (λόγ.) διά του παρόντος/διά της παρούσης: με την επίδειξη ενός εγγράφου ή σύμφωνα με αυτό: ~ ~ σάς χορηγείται ... ~ ~ βεβαιώνω/πιστοποιείται ότι ... Ο υπογεγραμμένος ζητεί ~ ~ τη μεταβίβαση ... Σας ανακοινώνουμε διά της παρούσης ότι ...., ψηφίζω παρών {κυρ. στον αόρ.}: δηλώνω την παρουσία μου σε ψηφοφορία, χωρίς να ψηφίσω υπέρ ή κατά., αρχηγού παρόντος (πάσα αρχή παυσάτω) βλ. αρχηγός, δεν είναι του παρόντος/της παρούσης/της στιγμής/της ώρας βλ. στιγμή, πανταχού παρών βλ. πανταχού, ωσεί παρών βλ. ωσεί [< αρχ. παρών] | |
| 39046 | παρωνύμιο | πα-ρω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.): παρατσούκλι· (ΠΛΗΡΟΦ.) όνομα χρήστη. Πβ. γιούζερ νέιμ, ψευδώνυμο. Βλ. -ωνύμιο. [< μτγν. παρωνύμιον] | |
| 39047 | παρώνυμος | , η, ο πα-ρώ-νυ-μος επίθ.: κυρ. στο ● Ουσ.: παρώνυμα (τα): ΓΛΩΣΣ. λέξεις με παρόμοια προφορά αλλά με διαφορετική σημασία: αμαρτωλός-αρματολός. Τονικά ~ (π.χ. μόνος-μονός). Βλ. ομόηχος, ομώνυμος, -ώνυμος. [< αρχ. παρώνυμος ‘που σχηματίζεται ή παράγεται από άλλο όνομα’, γαλλ. paronyme, αγγλ. paronymous] | |
| 39048 | παρωνυχία | πα-ρω-νυ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του δέρματος που περιβάλλει το νύχι. Βλ. ονυχομυκητίαση. [< αρχ. παρωνυχία, διεθν. paronychia] | |
| 39049 | παρωνυχίδα | πα-ρω-νυ-χί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (προφ.) παρανυχίδα 1. μικρό, λεπτό και σκληρό κομμάτι δέρματος στο πλάι ή στη βάση νυχιού, που συνήθ. προκαλεί ενόχληση: Λάδι που μαλακώνει τις ~ες. 2. (μτφ.) επουσιώδες, αμελητέο ζήτημα, πρόβλημα: Το σκάνδαλο αυτό αποτελεί ~ μπροστά στα άλλα. [< μτγν. παρωνυχίς] | |
| 39050 | παρωπίδες | πα-ρω-πί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. παρωπίδα} 1. (μτφ.) περιορισμός στη σκέψη, στενότητα αντίληψης, εξαιτίας προκαταλήψεων: ιδεολογικές/κομματικές ~. Έχει/φοράει ~ (: είναι στενόμυαλος, δογματικός). Ο φανατισμός μάς βάζει ~ες. Βγάλε τις ~ και σκέψου τα πράγματα αντικειμενικά (: γίνε πιο ανοιχτόμυαλος, διεύρυνε τους ορίζοντές σου). Πρέπει να δούμε το θέμα με νηφαλιότητα, χωρίς ταμπού και ~. 2. τετράγωνα δερμάτινα εξαρτήματα χαλιναριού που τοποθετούνται στα πλάγια των ματιών ζεμένων ζώων, για να περιορίζουν το οπτικό τους πεδίο. [< μτγν. παρωπίς ‘γυναικείο προσωπείο’] | |
| 39051 | παρωπιδικός | , ή, ό πα-ρω-πι-δι-κός επίθ.: δογματικός, μονολιθικός: ~ή: οπτική. Πβ. μονοδιάστατος, μονομερής, μυωπικός, στενόμυαλος. ● επίρρ.: παρωπιδικά | |
| 39052 | παρωπιδισμός | πα-ρω-πι-δι-σμός ουσ. (αρσ.): στενότητα πνεύματος, κυρ. λόγω προκαταλήψεων. Πβ. απολυτότητα, στενομυαλιά. Βλ. -ισμός. | |
| 39053 | πάρωρα | πά-ρω-ρα επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): αργά, αργοπορημένα ή πρόωρα. [< μτγν. πάρωρα] | |
| 39054 | παρωτίδα | πα-ρω-τί-δα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. ο μεγαλύτερος σιελογόνος αδένας που εντοπίζεται πίσω και κάτω από την κάτω γνάθο και μπροστά από το αυτί, ένας σε κάθε πλευρά του προσώπου. Βλ. υπογνάθιος. [< μτγν. παρωτίς, γαλλ. parotide, αγγλ. parotid] | |
| 39055 | παρωτίτιδα | πα-ρω-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της παρωτίδας. Βλ. -ίτιδα. ΣΥΝ. μαγουλάδες [< γαλλ. parotidite, αγγλ. parotitis] | |
| 10306 | Παρωχή | , η, ο γε-ρα-σμέ-νος επίθ. & (λόγ.) γηρασμένος 1. που έχει γεράσει, που εμφανίζει έντονα σημάδια γήρατος: ~ και κουρασμένος/ταλαιπωρημένος. Aισθάνεται/δείχνει/φαίνεται (δέκα χρόνια/πρόωρα) ~ (= γέρος· ΑΝΤ. νέος) από τα βάσανα.|| ~ο: δέντρο.|| ~ο: δέρμα/πρόσωπο. Πβ. γέρικος, σπασμένος. ΑΝΤ. αγέραστος, νεανικός (2) 2. (μτφ.) παλιός, ξεπερασμένος: ~ος: στόλος (ΑΝΤ. καινούργιος). ~α: κτίρια/μηχανήματα/πλοία.|| ~ο: πολιτικό σύστημα (ΑΝΤ. μοντέρνο, σύγχρονο). ~α: μυαλά. Πβ. αναχρονιστικός, απαρχαιω-, παρωχη-, σκουριασ-μένος. ● βλ. γερνώ | |
| 39056 | παρωχημένος | , η, ο [παρῳχημένος] πα-ρω-χη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει παρέλθει, ξεπερασμένος, παλιός: ~ος: θεσμός/(πολιτικός) λόγος. ~η: εποχή/μέθοδος/νοοτροπία/τεχνολογία. ~ο: σύστημα. ~ες: αντιλήψεις/ιδέες/πρακτικές. ~α: στερεότυπα. Πβ. αναχρονιστικός, απαρχαιωμένος, παλιομοδίτικος.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ες: εκφράσεις/λέξεις/σημασίες (: που δεν χρησιμοποιούνται πια, όπως, π.χ., καπλάνι, λαιμοδέτης).|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ος: χρόνος. [< μτγν. παρῳχημένος, μτχ. παρακ. του ρ. παροίχομαι ‘έχω περάσει’] | |
| 39057 | πας, πάσα, παν | [πᾶς, πᾶσα, πᾶν] πά-σα αόρ. αντων. {γεν. παντός (θηλ. πάσης), αρχ. δοτ. παντί (θηλ. πάση), αιτ. πάντα (θηλ. πάσα(ν), ουδ. παν) | πάντ-ες (θηλ. πάσαι, ουδ. πάντα), -ων (θηλ. πασών), αρχ. δοτ. πάσι (θηλ. πάσαις), αιτ. πάντας (θηλ. πάσας, ουδ. πάντα) (λόγ.) 1. κάθε, καθένας, οποιοσδήποτε: εργαλεία/κατασκευές παντός τύπου. Μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση. (προφ.) Πάσα βοήθεια/προσφορά δεκτή. ΑΝΤ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα (1), ουδείς, ουδεμία, ουδέν 2. ολόκληρος: Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος. Πατριάρχης Πασών των Ρωσιών. Για να πω την πάσα αλήθεια, ... Πβ. άπας, σύμπας. ● Ουσ.: πάντες (οι): όλοι οι άνθρωποι, όλα τα μέλη ενός συνόλου: βολές/σφοδρή επίθεση κατά πάντων. Οι ~ γνωρίζουν ότι ... Αυτό το ξέρουν οι ~! Εντυπωσίασε τους ~ με την ερμηνεία της.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η γιορτή/Κυριακή των Αγίων Πάντων. ● ΣΥΜΠΛ.: παντός εδάφους βλ. έδαφος, παντός καιρού βλ. καιρός ● ΦΡ.: εν παντί και πάντοτε: σε κάθε περίπτωση και πάντα., πάσης φύσεως/φύσης: κάθε είδους: υλικά για κατασκευές ~ ~. Αναλαμβάνουμε ~ ~ μεταφορές., τοις πάσι: σε όλους: Είναι γνωστό ~ ~ ότι ..., ανά πάσα στιγμή βλ. στιγμή, ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος βλ. τάφος, από κάθε άποψη βλ. άποψη, αργία μήτηρ πάσης κακίας βλ. αργία, για κάθε/για παν ενδεχόμενο βλ. ενδεχόμενος, εν πάση περιπτώσει βλ. περίπτωση, επί παντός (του) επιστητού βλ. επιστητό, θεραπεύει πάσα(ν) νόσο(ν) και πάσα(ν) μαλακία(ν) βλ. θεραπεύω, κάθε/παντός είδους βλ. είδος, καιρός παντί πράγματι βλ. καιρός, κατά παντός κινδύνου βλ. κίνδυνος, κατά παντός υπευθύνου βλ. υπεύθυνος, κατά πάσα πιθανότητα βλ. πιθανότητα, με (την) επιφύλαξη παντός (νομίμου) δικαιώματος βλ. επιφύλαξη, με κάθε τρόπο βλ. τρόπος, νυν υπέρ πάντων ο αγών βλ. αγώνας, παρά (πάσαν) προσδοκία(ν) βλ. προσδοκία, πάση δυνάμει βλ. δύναμη, πάση θυσία βλ. θυσία, πόλεμος πατήρ πάντων βλ. πόλεμος, τα πάντα εν σοφία εποίησε βλ. σοφία, τα πάντα ρει βλ. ρέει, τέλος πάντων βλ. τέλος, υπεράνω πάσης υποψίας βλ. υποψία, χάνω πάσα ιδέα βλ. ιδέα ● βλ. παν [< αρχ. πᾶς, πᾶσα, πᾶν] | |
| 39058 | πάσα | πά-σα ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. μεταβίβαση της μπάλας από παίκτη σε συμπαίκτη του: διαγώνια/έξυπνη/κακή/κοντινή/λάθος (: σε αντίπαλο)/μακρινή/σκαστή/τελική (= ασίστ)/τυφλή/χαμηλή ~. Γρήγορες ~ες. ~ ακριβείας/στήθους. ~ με άλμα/με ένα χέρι. Κάθετη (ενν. στο τέρμα)/παράλληλη (ενν. προς το τέρμα) ~. ~ πάνω από τον ώμο/πίσω από την πλάτη. ~ες στο κέντρο του γηπέδου. Δίνω ~ σε κάποιον. Βγάζω ~ για κάποιον. Του έκλεψε/πήρε την ~. Αλλάζω/παίζω ~ες με κάποιον. Βλ. σουτ1, πλασέ, τρίπλα.|| Μου έδωσε ~ (: αφορμή να μιλήσω). ● Υποκ.: πασούλα & (σπάν.) πασίτσα (η) ● ΦΡ.: κάνω πάσα (προφ.): (κυριολ. κ. μτφ.) πασάρω. [< αγγλ. pass] | |
| 39059 | πασαβιόλα | βλ. μπασαβιόλα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ