| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39049 | παρωνυχίδα | πα-ρω-νυ-χί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (προφ.) παρανυχίδα 1. μικρό, λεπτό και σκληρό κομμάτι δέρματος στο πλάι ή στη βάση νυχιού, που συνήθ. προκαλεί ενόχληση: Λάδι που μαλακώνει τις ~ες. 2. (μτφ.) επουσιώδες, αμελητέο ζήτημα, πρόβλημα: Το σκάνδαλο αυτό αποτελεί ~ μπροστά στα άλλα. [< μτγν. παρωνυχίς] | |
| 39050 | παρωπίδες | πα-ρω-πί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. παρωπίδα} 1. (μτφ.) περιορισμός στη σκέψη, στενότητα αντίληψης, εξαιτίας προκαταλήψεων: ιδεολογικές/κομματικές ~. Έχει/φοράει ~ (: είναι στενόμυαλος, δογματικός). Ο φανατισμός μάς βάζει ~ες. Βγάλε τις ~ και σκέψου τα πράγματα αντικειμενικά (: γίνε πιο ανοιχτόμυαλος, διεύρυνε τους ορίζοντές σου). Πρέπει να δούμε το θέμα με νηφαλιότητα, χωρίς ταμπού και ~. 2. τετράγωνα δερμάτινα εξαρτήματα χαλιναριού που τοποθετούνται στα πλάγια των ματιών ζεμένων ζώων, για να περιορίζουν το οπτικό τους πεδίο. [< μτγν. παρωπίς ‘γυναικείο προσωπείο’] | |
| 39051 | παρωπιδικός | , ή, ό πα-ρω-πι-δι-κός επίθ.: δογματικός, μονολιθικός: ~ή: οπτική. Πβ. μονοδιάστατος, μονομερής, μυωπικός, στενόμυαλος. ● επίρρ.: παρωπιδικά | |
| 39052 | παρωπιδισμός | πα-ρω-πι-δι-σμός ουσ. (αρσ.): στενότητα πνεύματος, κυρ. λόγω προκαταλήψεων. Πβ. απολυτότητα, στενομυαλιά. Βλ. -ισμός. | |
| 39053 | πάρωρα | πά-ρω-ρα επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): αργά, αργοπορημένα ή πρόωρα. [< μτγν. πάρωρα] | |
| 39054 | παρωτίδα | πα-ρω-τί-δα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. ο μεγαλύτερος σιελογόνος αδένας που εντοπίζεται πίσω και κάτω από την κάτω γνάθο και μπροστά από το αυτί, ένας σε κάθε πλευρά του προσώπου. Βλ. υπογνάθιος. [< μτγν. παρωτίς, γαλλ. parotide, αγγλ. parotid] | |
| 39055 | παρωτίτιδα | πα-ρω-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της παρωτίδας. Βλ. -ίτιδα. ΣΥΝ. μαγουλάδες [< γαλλ. parotidite, αγγλ. parotitis] | |
| 10306 | Παρωχή | , η, ο γε-ρα-σμέ-νος επίθ. & (λόγ.) γηρασμένος 1. που έχει γεράσει, που εμφανίζει έντονα σημάδια γήρατος: ~ και κουρασμένος/ταλαιπωρημένος. Aισθάνεται/δείχνει/φαίνεται (δέκα χρόνια/πρόωρα) ~ (= γέρος· ΑΝΤ. νέος) από τα βάσανα.|| ~ο: δέντρο.|| ~ο: δέρμα/πρόσωπο. Πβ. γέρικος, σπασμένος. ΑΝΤ. αγέραστος, νεανικός (2) 2. (μτφ.) παλιός, ξεπερασμένος: ~ος: στόλος (ΑΝΤ. καινούργιος). ~α: κτίρια/μηχανήματα/πλοία.|| ~ο: πολιτικό σύστημα (ΑΝΤ. μοντέρνο, σύγχρονο). ~α: μυαλά. Πβ. αναχρονιστικός, απαρχαιω-, παρωχη-, σκουριασ-μένος. ● βλ. γερνώ | |
| 39056 | παρωχημένος | , η, ο [παρῳχημένος] πα-ρω-χη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει παρέλθει, ξεπερασμένος, παλιός: ~ος: θεσμός/(πολιτικός) λόγος. ~η: εποχή/μέθοδος/νοοτροπία/τεχνολογία. ~ο: σύστημα. ~ες: αντιλήψεις/ιδέες/πρακτικές. ~α: στερεότυπα. Πβ. αναχρονιστικός, απαρχαιωμένος, παλιομοδίτικος.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ες: εκφράσεις/λέξεις/σημασίες (: που δεν χρησιμοποιούνται πια, όπως, π.χ., καπλάνι, λαιμοδέτης).|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ος: χρόνος. [< μτγν. παρῳχημένος, μτχ. παρακ. του ρ. παροίχομαι ‘έχω περάσει’] | |
| 39057 | πας, πάσα, παν | [πᾶς, πᾶσα, πᾶν] πά-σα αόρ. αντων. {γεν. παντός (θηλ. πάσης), αρχ. δοτ. παντί (θηλ. πάση), αιτ. πάντα (θηλ. πάσα(ν), ουδ. παν) | πάντ-ες (θηλ. πάσαι, ουδ. πάντα), -ων (θηλ. πασών), αρχ. δοτ. πάσι (θηλ. πάσαις), αιτ. πάντας (θηλ. πάσας, ουδ. πάντα) (λόγ.) 1. κάθε, καθένας, οποιοσδήποτε: εργαλεία/κατασκευές παντός τύπου. Μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση. (προφ.) Πάσα βοήθεια/προσφορά δεκτή. ΑΝΤ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα (1), ουδείς, ουδεμία, ουδέν 2. ολόκληρος: Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος. Πατριάρχης Πασών των Ρωσιών. Για να πω την πάσα αλήθεια, ... Πβ. άπας, σύμπας. ● Ουσ.: πάντες (οι): όλοι οι άνθρωποι, όλα τα μέλη ενός συνόλου: βολές/σφοδρή επίθεση κατά πάντων. Οι ~ γνωρίζουν ότι ... Αυτό το ξέρουν οι ~! Εντυπωσίασε τους ~ με την ερμηνεία της.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η γιορτή/Κυριακή των Αγίων Πάντων. ● ΣΥΜΠΛ.: παντός εδάφους βλ. έδαφος, παντός καιρού βλ. καιρός ● ΦΡ.: εν παντί και πάντοτε: σε κάθε περίπτωση και πάντα., πάσης φύσεως/φύσης: κάθε είδους: υλικά για κατασκευές ~ ~. Αναλαμβάνουμε ~ ~ μεταφορές., τοις πάσι: σε όλους: Είναι γνωστό ~ ~ ότι ..., ανά πάσα στιγμή βλ. στιγμή, ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος βλ. τάφος, από κάθε άποψη βλ. άποψη, αργία μήτηρ πάσης κακίας βλ. αργία, για κάθε/για παν ενδεχόμενο βλ. ενδεχόμενος, εν πάση περιπτώσει βλ. περίπτωση, επί παντός (του) επιστητού βλ. επιστητό, θεραπεύει πάσα(ν) νόσο(ν) και πάσα(ν) μαλακία(ν) βλ. θεραπεύω, κάθε/παντός είδους βλ. είδος, καιρός παντί πράγματι βλ. καιρός, κατά παντός κινδύνου βλ. κίνδυνος, κατά παντός υπευθύνου βλ. υπεύθυνος, κατά πάσα πιθανότητα βλ. πιθανότητα, με (την) επιφύλαξη παντός (νομίμου) δικαιώματος βλ. επιφύλαξη, με κάθε τρόπο βλ. τρόπος, νυν υπέρ πάντων ο αγών βλ. αγώνας, παρά (πάσαν) προσδοκία(ν) βλ. προσδοκία, πάση δυνάμει βλ. δύναμη, πάση θυσία βλ. θυσία, πόλεμος πατήρ πάντων βλ. πόλεμος, τα πάντα εν σοφία εποίησε βλ. σοφία, τα πάντα ρει βλ. ρέει, τέλος πάντων βλ. τέλος, υπεράνω πάσης υποψίας βλ. υποψία, χάνω πάσα ιδέα βλ. ιδέα ● βλ. παν [< αρχ. πᾶς, πᾶσα, πᾶν] | |
| 39058 | πάσα | πά-σα ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. μεταβίβαση της μπάλας από παίκτη σε συμπαίκτη του: διαγώνια/έξυπνη/κακή/κοντινή/λάθος (: σε αντίπαλο)/μακρινή/σκαστή/τελική (= ασίστ)/τυφλή/χαμηλή ~. Γρήγορες ~ες. ~ ακριβείας/στήθους. ~ με άλμα/με ένα χέρι. Κάθετη (ενν. στο τέρμα)/παράλληλη (ενν. προς το τέρμα) ~. ~ πάνω από τον ώμο/πίσω από την πλάτη. ~ες στο κέντρο του γηπέδου. Δίνω ~ σε κάποιον. Βγάζω ~ για κάποιον. Του έκλεψε/πήρε την ~. Αλλάζω/παίζω ~ες με κάποιον. Βλ. σουτ1, πλασέ, τρίπλα.|| Μου έδωσε ~ (: αφορμή να μιλήσω). ● Υποκ.: πασούλα & (σπάν.) πασίτσα (η) ● ΦΡ.: κάνω πάσα (προφ.): (κυριολ. κ. μτφ.) πασάρω. [< αγγλ. pass] | |
| 39059 | πασαβιόλα | βλ. μπασαβιόλα | |
| 39060 | πασαδόρος | πα-σα-δό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. (συνήθ. στο βόλεϊ) παίκτης που τροφοδοτεί τους συμπαίκτες του, για να καρφώσουν την μπάλα στο τερέν του αντιπάλου.|| ~ σε εστιατόριο. Βλ. -αδόρος. | |
| 39061 | πασαεις | πα-σα-έ-νας αόρ. αντων. (λαϊκό): ο καθένας, ο πρώτος τυχών: Δεν πιστεύουμε ό,τι λέει ο ~. [< μεσν. πασαένας] | |
| 39062 | πασαλείβω & πασαλείφω | πα-σα-λεί-βω ρ. (μτβ.) {πασάλει-ψα, πασαλεί-φτηκα, -μμένος, πασαλείβ-οντας} 1. απλώνω βαφή ή άλλη συνήθ. παχύρρευστη ουσία κατά τρόπο αδέξιο, πρόχειρο∙ κατ' επέκτ. λερώνω: ~φτηκα ολόκληρη με αντιηλιακό, για να μην καώ. ~μμένος με μπογιές.|| ~ψε τα ρούχα του με παγωτό. ~μμένη με σάλτσα. 2. (μτφ.) μαθαίνω κάτι πρόχειρα και επιπόλαια: Δεν διάβασαν καλά, απλώς τα ~ψαν. Πβ. μπουρδουκλώνω. [< μτγν. πισσαλοιφῶ 'αλείφω με πίσσα'] | |
| 39063 | πασάλειμμα | πα-σά-λειμ-μα ουσ. (ουδ.) {πασαλείμμ-ατα} 1. άπλωμα χρώματος ή άλλης συνήθ. παχύρρευστης ουσίας με άτεχνο ή πρόχειρο τρόπο∙ κατ' επέκτ. λέρωμα. 2. (μτφ.) πρόχειρη, επιπόλαιη ενέργεια που συνήθ. γίνεται για να καλύψει ή να ολοκληρώσει κάποιος γρήγορα κάτι: Δεν πρόλαβα να διαβάσω για το διαγώνισμα, ίσα που έχω κάνει ένα ~. Προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα με ~ατα. Πβ. μπουρδούκλωμα, προχειροδουλειά. ● Υποκ.: πασαλειμματάκι (το) | |
| 39064 | πασαλίκι | πα-σα-λί-κι ουσ. (ουδ.): ΙΣΤ. διοικητική περιφέρεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας· το αξίωμα του πασά. Βλ. -λίκι. [< τουρκ. paşalιk] | |
| 39065 | πασαπόρτι | πα-σα-πόρ-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): διαβατήριο. ● ΦΡ.: δίνω/παίρνω/τρώω πόδι βλ. πόδι [< μεσν. πασαπόρτον < ιταλ. passaporto] | |
| 39066 | πασαρέλα | πα-σα-ρέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. στενόμακρος και συνήθ. υπερυψωμένος διάδρομος (εξέδρα), όπου περπατούν τα μοντέλα κατά τις επιδείξεις μόδας· κατ' επέκτ. επίδειξη μόδας, το μόντελινγκ ή η μόδα: Διασχίζω την ~.|| Μακιγιάζ/χτενίσματα ~ας. (για μοντέλο:) Έχω/κάνω ~. Οι δημιουργίες του ... παρουσιάστηκαν στην ~. Τα χρώματα που κυριαρχούν φέτος στις ~ες.|| Τα μεγάλα ονόματα της ~ας. Ανεβαίνω/βγαίνω στην ~ (: αρχίζω να εργάζομαι ως μοντέλο). Έκανε δυναμική επιστροφή στην ~.|| Η διεθνής/ελληνική ~. 2. (μτφ.-ειρων.) μέρος, χώρος από όπου περνούν πολλά πρόσωπα με σκοπό την επίδειξη του ντυσίματός τους ή την προβολή τους: Το σχολείο δεν είναι ~!|| Τηλεοπτική ~. ~ υποψηφίων. [< γαλλ. passerelle, ιταλ. passerella] | |
| 39067 | πασάρω | πα-σά-ρω ρ. (μτβ.) {πάσαρ-α (σπάν.) πασάρισα, πασάρ-οντας} ΣΥΝ. κάνω πάσα 1. ΑΘΛ. δίνω πάσα σε συμπαίκτη. Βλ. ντριμπλάρω. 2. (μτφ.-λαϊκό) μεταβιβάζω κάτι σε κάποιον, συχνά χαμηλής ποιότητας, χωρίς να το αντιληφθεί ή με ύπουλο ή επιδέξιο τρόπο: Το κινητό που του ~αν, αποδείχθηκε ελαττωματικό. Της ~α στα κρυφά ένα χαρτί με το τηλέφωνό μου.|| (κατ' επέκτ.) Μου ~ε (= είπε) μια δικαιολογία. Μου έκλεψε την ιδέα και την ~ε για δική του. Πβ. περνώ, πλασάρω.|| (για πρόσ. ενοχλητικό ή ανεπιθύμητο:) Ήθελε να μου τον ~ει για γαμπρό. [< ιταλ. passare] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ