| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39061 | πασαένας | πα-σα-έ-νας αόρ. αντων. (λαϊκό): ο καθένας, ο πρώτος τυχών: Δεν πιστεύουμε ό,τι λέει ο ~. [< μεσν. πασαένας] | |
| 39062 | πασαλείβω & πασαλείφω | πα-σα-λεί-βω ρ. (μτβ.) {πασάλει-ψα, πασαλεί-φτηκα, -μμένος, πασαλείβ-οντας} 1. απλώνω βαφή ή άλλη συνήθ. παχύρρευστη ουσία κατά τρόπο αδέξιο, πρόχειρο∙ κατ' επέκτ. λερώνω: ~φτηκα ολόκληρη με αντιηλιακό, για να μην καώ. ~μμένος με μπογιές.|| ~ψε τα ρούχα του με παγωτό. ~μμένη με σάλτσα. 2. (μτφ.) μαθαίνω κάτι πρόχειρα και επιπόλαια: Δεν διάβασαν καλά, απλώς τα ~ψαν. Πβ. μπουρδουκλώνω. [< μτγν. πισσαλοιφῶ 'αλείφω με πίσσα'] | |
| 39063 | πασάλειμμα | πα-σά-λειμ-μα ουσ. (ουδ.) {πασαλείμμ-ατα} 1. άπλωμα χρώματος ή άλλης συνήθ. παχύρρευστης ουσίας με άτεχνο ή πρόχειρο τρόπο∙ κατ' επέκτ. λέρωμα. 2. (μτφ.) πρόχειρη, επιπόλαιη ενέργεια που συνήθ. γίνεται για να καλύψει ή να ολοκληρώσει κάποιος γρήγορα κάτι: Δεν πρόλαβα να διαβάσω για το διαγώνισμα, ίσα που έχω κάνει ένα ~. Προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα με ~ατα. Πβ. μπουρδούκλωμα, προχειροδουλειά. ● Υποκ.: πασαλειμματάκι (το) | |
| 39064 | πασαλίκι | πα-σα-λί-κι ουσ. (ουδ.): ΙΣΤ. διοικητική περιφέρεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας· το αξίωμα του πασά. Βλ. -λίκι. [< τουρκ. paşalιk] | |
| 39065 | πασαπόρτι | πα-σα-πόρ-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): διαβατήριο. ● ΦΡ.: δίνω/παίρνω/τρώω πόδι βλ. πόδι [< μεσν. πασαπόρτον < ιταλ. passaporto] | |
| 39066 | πασαρέλα | πα-σα-ρέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. στενόμακρος και συνήθ. υπερυψωμένος διάδρομος (εξέδρα), όπου περπατούν τα μοντέλα κατά τις επιδείξεις μόδας· κατ' επέκτ. επίδειξη μόδας, το μόντελινγκ ή η μόδα: Διασχίζω την ~.|| Μακιγιάζ/χτενίσματα ~ας. (για μοντέλο:) Έχω/κάνω ~. Οι δημιουργίες του ... παρουσιάστηκαν στην ~. Τα χρώματα που κυριαρχούν φέτος στις ~ες.|| Τα μεγάλα ονόματα της ~ας. Ανεβαίνω/βγαίνω στην ~ (: αρχίζω να εργάζομαι ως μοντέλο). Έκανε δυναμική επιστροφή στην ~.|| Η διεθνής/ελληνική ~. 2. (μτφ.-ειρων.) μέρος, χώρος από όπου περνούν πολλά πρόσωπα με σκοπό την επίδειξη του ντυσίματός τους ή την προβολή τους: Το σχολείο δεν είναι ~!|| Τηλεοπτική ~. ~ υποψηφίων. [< γαλλ. passerelle, ιταλ. passerella] | |
| 39067 | πασάρω | πα-σά-ρω ρ. (μτβ.) {πάσαρ-α (σπάν.) πασάρισα, πασάρ-οντας} ΣΥΝ. κάνω πάσα 1. ΑΘΛ. δίνω πάσα σε συμπαίκτη. Βλ. ντριμπλάρω. 2. (μτφ.-λαϊκό) μεταβιβάζω κάτι σε κάποιον, συχνά χαμηλής ποιότητας, χωρίς να το αντιληφθεί ή με ύπουλο ή επιδέξιο τρόπο: Το κινητό που του ~αν, αποδείχθηκε ελαττωματικό. Της ~α στα κρυφά ένα χαρτί με το τηλέφωνό μου.|| (κατ' επέκτ.) Μου ~ε (= είπε) μια δικαιολογία. Μου έκλεψε την ιδέα και την ~ε για δική του. Πβ. περνώ, πλασάρω.|| (για πρόσ. ενοχλητικό ή ανεπιθύμητο:) Ήθελε να μου τον ~ει για γαμπρό. [< ιταλ. passare] | |
| 39068 | πασάς | πα-σάς ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. τίτλος ανώτατου αξιωματούχου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία: Αλή ~. Βλ. αγάς, μπέης, σουλτάνος. 2. (μτφ.) πρόσωπο που ζει με άνεση και πολυτέλεια. Πβ. άρχοντας, μαχαραγιάς.|| (ως προσφών., χαϊδευτ.) Έλα ~ά μου, μη στενοχωριέσαι. ● ΦΡ.: πασάς στα Γιάννενα: για άτομο που ζει πλουσιοπάροχα, με ανέσεις, χωρίς έγνοιες και προβλήματα. [< μεσν. πασάς < τουρκ. paşa] | |
| 39069 | πασατέμπος | πα-σα-τέ-μπος ουσ. (αρσ.) & πασατέμπο (το): ψημένα και αλατισμένα σπόρια συνήθ. από κολοκύθα. Πβ. κολοκυθόσπορος. Βλ. ξηροί καρποί. ● ΦΡ.: για πασατέμπο (μτφ.-προφ.) 1. για κάτι μηδαμινό: Τα λεφτά δεν αρκούν/δεν φτάνουν ούτε ~ ~. 2. για να περνά κάποιος την ώρα του: Τον είχε ~ ~. [< ιταλ. passatempo] | |
| 39070 | πάσγουορντ | πά-σγου-ορντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. προσωπικός και μυστικός κωδικός (π.χ. λέξη, φράση ή οποιαδήποτε ακολουθία χαρακτήρων), που συνοδεύει το όνομα χρήστη· κωδικός πρόσβασης ή ασφαλείας. Βλ. πιν. ΣΥΝ. συνθηματικό (1) [< αγγλ. password, 1965, ιταλ. ~, 1972] | |
| 39071 | πασέ | πα-σέ επίθ. {άκλ.} (προφ.): ξεπερασμένος, παλιομοδίτικος. Πβ. ντεμοντέ. [< γαλλ. passé (de mode)] | |
| 39073 | πασίγνωστος | , η, ο πα-σί-γνω-στος επίθ. (επιτατ.): διάσημος, ξακουστός, φημισμένος: ~ος: καλλιτέχνης. ~η: ταινία/φράση. ~ο: βιβλίο/τραγούδι. Συνθέτης ~ για τα έργα του. Τραγουδίστρια ~η στη χώρα της. Πβ. παροιμιώδης, περιώνυμος. [< μτγν. πασίγνωστος] | |
| 39074 | πασίδηλος | , η, ο πα-σί-δη-λος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): ολοφάνερος, προφανής: ~η η έλλειψη ενδιαφέροντος για ... Είναι ~ο ότι ... || (ΝΟΜ.) Το ~ο (: για γνωστό γεγονός που δεν περιλαμβάνεται στην αποδεικτική διαδικασία). ΣΥΝ. κατάδηλος, πασιφανής ● επίρρ.: πασίδηλα & (λογιότ.) πασιδήλως: Αποδεικνύεται ~ ότι ... [< μτγν. πασίδηλος] | |
| 39075 | πασιέντζα | πα-σιέ-ντζα ουσ. (θηλ.) & πασιέντσα: παιχνίδι με χαρτιά για ένα μόνο άτομο, με σκοπό συχνά την πρόβλεψη της τύχης: ~ αράχνη (: παιχνίδι συνήθ. σε υπολογιστή). Ρίχνει ~ (πβ. ρίχνω τα χαρτιά). Δεν της βγαίνει η ~ (: δεν τελειώνει). Παίζει ~ες, για να περνάει η ώρα του. Βλ. ταρό. [< ιταλ. διαλ. *passienza, (gioco di) pazienza] | |
| 39076 | πάσινγκ γκέιμ | πά-σινγκ γκέ-ιμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο μπάσκετ κ. το ποδόσφαιρο) συνεχείς πάσες μεταξύ των παικτών της επιτιθέμενης ομάδας, προκειμένου να βρεθούν στην κατάλληλη θέση για σουτ: διάσπαση άμυνας με ~. Βλ. κάνω παιχνίδι, πρέσινγκ. [< αγγλ. passing game] | |
| 39077 | πασιφανής | , ής, ές πα-σι-φα-νής επίθ. (λόγ.-επιτατ.): ολοφάνερος, πασίδηλος: Η διαφορά απόψεων ήταν ~ κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Είναι ~ές ότι ... Οι αιτίες/συνέπειες της κρίσης είναι πλέον ~είς. Βλ. -φανής. ΣΥΝ. κατάδηλος, καταφανής ● επίρρ.: πασιφανώς [-ῶς]: Πβ. αναφανδόν. [< αρχ. πασιφανής] | |
| 39078 | πασιφισμός | πα-σι-φι-σμός ουσ. (αρσ.): ειρηνισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 39079 | πασιφιστής | πα-σι-φι-στής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. πασιφίστρια}: ειρηνιστής. | |
| 39080 | πασιφιστικός | , ή, ό πα-σι-φι-στι-κός επίθ.: ειρηνιστικός. ● επίρρ.: πασιφιστικά | |
| 39081 | πασιφλόρα | πα-σι-φλό-ρα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αναρριχητικό φυτό (οικογ. Passifloraceae) με γυαλιστερά πράσινα φύλλα και μεγάλα άνθη ανοιχτού μπλε-μοβ χρώματος που μοιάζουν με ρολόι. ΣΥΝ. λουλούδι του πάθους, ρολογιά (2) [< γαλλ. passiflore, αγγλ. passiflora] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ