Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [39680-39700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39082πασίχαρος, η, ο πα-σί-χα-ρος επίθ. & πασιχαρής, ής, ές (λόγ.-επιτατ.): γεμάτος χαρά. ΣΥΝ. περιχαρής [< μεσν. πασίχαρος]
39083πασκάλπα-σκάλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της πίεσης (σύμβ. Pa), που ισοδυναμεί με ένα νιούτον ανά τετραγωνικό μέτρο. Πβ. ατμόσφαιρα. Βλ. μπαρ2, τορ. [< γαλλ. pascal, 1935, αγγλ. ~, 1956, γαλλ. ανθρ. B. Pascal]
39084πασκίζωβλ. πασχίζω
39085πασμίναπα-σμί-να ουσ. (θηλ.): απαλό και ζεστό ύφασμα συνήθ. από κασμίρι και συνεκδ. η αντίστοιχη εσάρπα: μεταξωτή ~. [< αγγλ. pashmina, γαλλ. ~, 1993]
39086πάσοπά-σο ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. -ου} 1. δελτίο (κάρτα) που εξασφαλίζει στον κάτοχό του μειωμένο εισιτήριο ή δωρεάν μετακίνηση με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς ή ελεύθερη είσοδο σε χώρο: (ηλεκτρονικό) φοιτητικό ~ (= φοιτητική ταυτότητα· βλ. τρίπτυχο). Δημοσιογραφικό/ημερήσιο ~. Έκδοση ~. Χορήγηση ~ου σε ανάπηρους/πολύτεκνους. Δικαιούμαι/προμηθεύομαι ~. Δείχνω/επιδεικνύω το ~ μου. 2. διαχωριστικό, χώρισμα: κουζίνα με (ξύλινο) ~ (: για να χωρίζεται από το σαλόνι). 3. {συνήθ. στον πληθ.} απόσταση ανάμεσα σε δύο διαδοχικές σπείρες (π.χ. βίδας). Πβ. βήμα, βόλτες, στροφές. ● ΦΡ.: με το πάσο (του) ... (προφ.): χωρίς βιασύνη: Ξύπνησα ~ ~ μου. Έλα ~ ~ σου (= μη βιαστείς).|| (ειρων., ως έκφρ. δυσαρέσκειας:) Περπατά ~ ~ του (: νωχελικά). Ήρθε ~ ~ του (: αργά, καθυστερημένα, χωρίς άγχος). ΑΝΤ. γρήγορα (2), πάω πάσο & πάσο (προφ.) 1. (μτφ.) σταματώ να ασχολούμαι με ένα θέμα, υποχωρώ: Αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε ~ ~. 2. (σε χαρτοπαίγνιο) δεν συμμετέχω σε έναν γύρο: -Θα συνεχίσετε ή θα πάτε ~; -Πάσο! Βλ. ταπί1. [< μεσν. πάσο 'πέρασμα' 1: αγγλ. pass 2: γαλλ. passe-plat, 1936, 3: ιταλ. passo]
39087πάσο ντόμπλεπά-σο ντό-μπλε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ισπανικός χορός με γρήγορο βηματισμό, στον οποίο οι κινήσεις του καβαλιέρου θυμίζουν ταυρομάχο, ενώ η ντάμα παίζει τον ρόλο του κόκκινου πανιού· η αντίστοιχη μουσική. [< γαλλ. paso doble, 1919 < ισπ. ~]
39088πασούμιπα-σού-μι ουσ. (ουδ.): είδος γυναικείας παντόφλας, συνήθ. με τακούνι. ● Υποκ.: πασουμάκι (το) [< μεσν. πασουμάκιν < τουρκ. paşmak]
39090πασπαλίζωπα-σπα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {πασπάλι-σα, πασπαλί-στηκε, -σμένος, πασπαλίζ-οντας}: ρίχνω ένα υλικό, συνήθ. σε μορφή σκόνης, πάνω σε φαγητό ή γλυκό και το καλύπτω: ~ τα φύλλα (ζύμης) με κανέλα/με τριμμένο καρύδι. ~ουμε (το κρέας) με αλάτι/πιπέρι. ~ουμε το ταψί με γαλέτα/σιμιγδάλι. Κουραμπιέδες ~σμένοι με ζάχαρη άχνη. Σερβίρετε ~οντας με τρίμμα σοκολάτας.
39091πασπάλισμαπα-σπά-λι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πασπαλίζω: ~ με ζάχαρη/κανέλα. Σουσάμι για ~. Αλεύρι για το ~ του ταψιού.
39092πασπαρτούπα-σπαρ-τού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ειδικό κλειδί που ανοίγει όλες τις κλειδαριές, αντικλείδι. 2. (μτφ.) πρόσωπο, πράγμα ή κατάσταση που ταιριάζει σε κάθε περίπτωση ή δίνει λύση σε κάθε πρόβλημα: (ως παραθετικό σύνθ.) άνθρωπος/απάντηση-~. Παίκτης-~ (: που μπορεί να παίξει σε πολλές θέσεις). 3. έγχρωμο λεπτό χαρτόνι, πάνω στο οποίο επικολλώνται εικόνες ή φωτογραφίες και τοποθετείται σαν πλαίσιο μεταξύ αυτών και της κορνίζας. [< γαλλ. passe-partout]
39093πασπάτεμαπα-σπά-τε-μα ουσ. (ουδ.) {πασπατέματα} (λαϊκό): ψαχούλεμα· ειδικότ. χάιδεμα, ερωτικό άγγιγμα. Πβ. ψηλάφηση.|| Πβ. χαϊδολόγημα.
39094πασπατεύωπα-σπα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {πασπάτ-εψα, πασπατεύ-οντας} (λαϊκό): ψαχουλεύω· ειδικότ. χαϊδεύω ή αγγίζω κάποιον με ερωτική διάθεση: Σταμάτα να ~εις τα πράγματά μου. Πβ. σκαλίζω, ψηλαφώ.|| Πβ. χαϊδολογώ. [< μεσν. πασπατεύω]
39095ΠΑΣΠΕ: (η) (παλαιότ.) Πάντειος Ανώτατη Σχολή Πολιτικών Επιστημών. (Σήμερα: Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.)
39096πασσαλόπηκτος, η, ο πασ-σα-λό-πη-κτος επίθ. (λόγ.): που είναι πάνω σε πασσάλους: ~ες: καλύβες/κατασκευές.
39097πάσσαλοςπάσ-σα-λος ουσ. (αρσ.) {πασσάλ-ου} 1. ράβδος συνήθ. παχιά και μακριά, η οποία στερεώνεται στο έδαφος και χρησιμοποιείται για στήριξη ή οριοθέτηση∙ παλούκι: Φράχτης με ξύλινους ~ους. Καρφώνω/μπήγω τον ~ο. Δέσαμε τη βάρκα σε ~ους. Η σκηνή στερεώθηκε πάνω σε τέσσερις ~ους. 2. ΟΙΚΟΔ. επιμήκης δοκός ή στύλος από ξύλο, χάλυβα, σκυρόδεμα ή άλλο υλικό, συνήθ. κυκλικής, τετραγωνικής ή πολυγωνικής διατομής, που χρησιμοποιείται σε κατασκευές: ~οι θεμελίωσης/περίφραξης/στήριξης. Μηχάνημα έμπηξης ~ων. Πβ. δοκάρι. ● Υποκ.: πασσαλάκι (το) [< 1: αρχ. πάσσαλος]
39098πασσαλοσανίδαπασ-σα-λο-σα-νί-δα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. στενόμακρο έλασμα συνήθ. από μέταλλο, που στερεώνεται μαζί με άλλα όμοια σε σαθρό έδαφος, προκειμένου να σχηματιστεί στεγανό τοίχωμα: κατασκευές αντιστήριξης με ~ες. [< γαλλ. palplanche]
39099πασσαλώδηςπασ-σα-λώ-δης επίθ. (επιστ.): που έχει τη μορφή πασσάλου: (ΒΟΤ.) ~ης: ρίζα (= χοντρή).
39100πασσάλωσηπασ-σά-λω-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πασσάλωμα (το): οριοθέτηση ή στερέωση, θεμελίωση με πασσάλους· (συνεκδ.-περιληπτ.) οι πάσσαλοι.
39101πάσταπά-στα ουσ. (θηλ.) {παστών} 1. ΖΑΧΑΡ. γλυκό που παρασκευάζεται συνήθ. με βάση το παντεσπάνι και κρέμα διαφόρων γεύσεων: ~ αμυγδάλου (πβ. νουγκατίνα)/καραμέλα/σοκολάτα (= σοκολατίνα). 2. ΜΑΓΕΙΡ. {άκλ.} ζυμαρικά. Βλ. ριγκατόνι, σπαγγέτι, ταλιατέλες. 3. πολτός, μείγμα εύπλαστης και μαλακής ή παχύρρευστης μάζας από ποικίλα υλικά: ακρυλική ~. ~ καθαρισμού χεριών/στίλβωσης.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ ελιάς/μελιτζάνας/ντομάτας (= ντοματοπελτές). Πβ. πατέ. 4. (μτφ.) ποιότητα χαρακτήρα: Είναι από καλή ~. Είμαστε από την ίδια ~. Πβ. ποιόν, στόφα. ● Υποκ.: παστάκι (το), παστούλα (η): στη σημ. 1. [< μεσν. πάστα 'είδος φαγητού με ζύμη', ιταλ. pasta]
39102πάστα φλόραπά-στα φλό-ρα ουσ. (θηλ.) & πασταφλόρα: ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα (τάρτα) που ψήνεται στον φούρνο, με βάση από ζύμη και γέμιση μαρμελάδας, πάνω στην οποία τοποθετούνται χιαστί λεπτές λωρίδες ζύμης. [< ιταλ. pastafrolla, pasta frolla]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.