| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39068 | πασάς | πα-σάς ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. τίτλος ανώτατου αξιωματούχου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία: Αλή ~. Βλ. αγάς, μπέης, σουλτάνος. 2. (μτφ.) πρόσωπο που ζει με άνεση και πολυτέλεια. Πβ. άρχοντας, μαχαραγιάς.|| (ως προσφών., χαϊδευτ.) Έλα ~ά μου, μη στενοχωριέσαι. ● ΦΡ.: πασάς στα Γιάννενα: για άτομο που ζει πλουσιοπάροχα, με ανέσεις, χωρίς έγνοιες και προβλήματα. [< μεσν. πασάς < τουρκ. paşa] | |
| 39069 | πασατέμπος | πα-σα-τέ-μπος ουσ. (αρσ.) & πασατέμπο (το): ψημένα και αλατισμένα σπόρια συνήθ. από κολοκύθα. Πβ. κολοκυθόσπορος. Βλ. ξηροί καρποί. ● ΦΡ.: για πασατέμπο (μτφ.-προφ.) 1. για κάτι μηδαμινό: Τα λεφτά δεν αρκούν/δεν φτάνουν ούτε ~ ~. 2. για να περνά κάποιος την ώρα του: Τον είχε ~ ~. [< ιταλ. passatempo] | |
| 39070 | πάσγουορντ | πά-σγου-ορντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. προσωπικός και μυστικός κωδικός (π.χ. λέξη, φράση ή οποιαδήποτε ακολουθία χαρακτήρων), που συνοδεύει το όνομα χρήστη· κωδικός πρόσβασης ή ασφαλείας. Βλ. πιν. ΣΥΝ. συνθηματικό (1) [< αγγλ. password, 1965, ιταλ. ~, 1972] | |
| 39071 | πασέ | πα-σέ επίθ. {άκλ.} (προφ.): ξεπερασμένος, παλιομοδίτικος. Πβ. ντεμοντέ. [< γαλλ. passé (de mode)] | |
| 39073 | πασίγνωστος | , η, ο πα-σί-γνω-στος επίθ. (επιτατ.): διάσημος, ξακουστός, φημισμένος: ~ος: καλλιτέχνης. ~η: ταινία/φράση. ~ο: βιβλίο/τραγούδι. Συνθέτης ~ για τα έργα του. Τραγουδίστρια ~η στη χώρα της. Πβ. παροιμιώδης, περιώνυμος. [< μτγν. πασίγνωστος] | |
| 39074 | πασίδηλος | , η, ο πα-σί-δη-λος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): ολοφάνερος, προφανής: ~η η έλλειψη ενδιαφέροντος για ... Είναι ~ο ότι ... || (ΝΟΜ.) Το ~ο (: για γνωστό γεγονός που δεν περιλαμβάνεται στην αποδεικτική διαδικασία). ΣΥΝ. κατάδηλος, πασιφανής ● επίρρ.: πασίδηλα & (λογιότ.) πασιδήλως: Αποδεικνύεται ~ ότι ... [< μτγν. πασίδηλος] | |
| 39075 | πασιέντζα | πα-σιέ-ντζα ουσ. (θηλ.) & πασιέντσα: παιχνίδι με χαρτιά για ένα μόνο άτομο, με σκοπό συχνά την πρόβλεψη της τύχης: ~ αράχνη (: παιχνίδι συνήθ. σε υπολογιστή). Ρίχνει ~ (πβ. ρίχνω τα χαρτιά). Δεν της βγαίνει η ~ (: δεν τελειώνει). Παίζει ~ες, για να περνάει η ώρα του. Βλ. ταρό. [< ιταλ. διαλ. *passienza, (gioco di) pazienza] | |
| 39076 | πάσινγκ γκέιμ | πά-σινγκ γκέ-ιμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο μπάσκετ κ. το ποδόσφαιρο) συνεχείς πάσες μεταξύ των παικτών της επιτιθέμενης ομάδας, προκειμένου να βρεθούν στην κατάλληλη θέση για σουτ: διάσπαση άμυνας με ~. Βλ. κάνω παιχνίδι, πρέσινγκ. [< αγγλ. passing game] | |
| 39077 | πασιφανής | , ής, ές πα-σι-φα-νής επίθ. (λόγ.-επιτατ.): ολοφάνερος, πασίδηλος: Η διαφορά απόψεων ήταν ~ κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Είναι ~ές ότι ... Οι αιτίες/συνέπειες της κρίσης είναι πλέον ~είς. Βλ. -φανής. ΣΥΝ. κατάδηλος, καταφανής ● επίρρ.: πασιφανώς [-ῶς]: Πβ. αναφανδόν. [< αρχ. πασιφανής] | |
| 39078 | πασιφισμός | πα-σι-φι-σμός ουσ. (αρσ.): ειρηνισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 39079 | πασιφιστής | πα-σι-φι-στής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. πασιφίστρια}: ειρηνιστής. | |
| 39080 | πασιφιστικός | , ή, ό πα-σι-φι-στι-κός επίθ.: ειρηνιστικός. ● επίρρ.: πασιφιστικά | |
| 39081 | πασιφλόρα | πα-σι-φλό-ρα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αναρριχητικό φυτό (οικογ. Passifloraceae) με γυαλιστερά πράσινα φύλλα και μεγάλα άνθη ανοιχτού μπλε-μοβ χρώματος που μοιάζουν με ρολόι. ΣΥΝ. λουλούδι του πάθους, ρολογιά (2) [< γαλλ. passiflore, αγγλ. passiflora] | |
| 39082 | πασίχαρος | , η, ο πα-σί-χα-ρος επίθ. & πασιχαρής, ής, ές (λόγ.-επιτατ.): γεμάτος χαρά. ΣΥΝ. περιχαρής [< μεσν. πασίχαρος] | |
| 39083 | πασκάλ | πα-σκάλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της πίεσης (σύμβ. Pa), που ισοδυναμεί με ένα νιούτον ανά τετραγωνικό μέτρο. Πβ. ατμόσφαιρα. Βλ. μπαρ2, τορ. [< γαλλ. pascal, 1935, αγγλ. ~, 1956, γαλλ. ανθρ. B. Pascal] | |
| 39084 | πασκίζω | βλ. πασχίζω | |
| 18467 | πασμίνα | [ἐσάρπα] ε-σάρ-πα ουσ. (θηλ.) & (προφ.) σάρπα: μακρόστενο ή τριγωνικό κομμάτι υφάσματος που τυλίγεται γύρω από τους ώμους και την πλάτη ως αξεσουάρ γυναικείας ένδυσης: γούνινη (= ετόλ)/μεταξωτή ~. Πβ. πασμίνα, σάλι. Βλ. κασκόλ, μαντίλι, παρεό, φουλάρι. [< γαλλ. écharpe, ιταλ. sciarpa] | |
| 39085 | πασμίνα | πα-σμί-να ουσ. (θηλ.): απαλό και ζεστό ύφασμα συνήθ. από κασμίρι και συνεκδ. η αντίστοιχη εσάρπα: μεταξωτή ~. [< αγγλ. pashmina, γαλλ. ~, 1993] | |
| 58824 | πασμίνα | ||
| 39087 | πάσο ντόμπλε | πά-σο ντό-μπλε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ισπανικός χορός με γρήγορο βηματισμό, στον οποίο οι κινήσεις του καβαλιέρου θυμίζουν ταυρομάχο, ενώ η ντάμα παίζει τον ρόλο του κόκκινου πανιού· η αντίστοιχη μουσική. [< γαλλ. paso doble, 1919 < ισπ. ~] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ