Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [39700-39720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39103παστάδαπα-στά-δα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): νυφικό κρεβάτι ή δωμάτιο: συζυγική ~. [< αρχ. παστάς]
39104παστέλπα-στέλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μαλακό μολύβι ζωγραφικής από κιμωλία, χρωματιστή σκόνη και νερό: ξηρά ~ (: που έχουν ως βασικό συστατικό τους τον πηλό). Έργα με ~ λαδιού (= λαδο~). Πβ. κηρομπογιά, κραγιόνι. Βλ. ακουαρέλα. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (συνεκδ.) σχέδιο ή έργο τέχνης που δημιουργήθηκε με αυτό το μολύβι και η αντίστοιχη τεχνική στη ζωγραφική: ~ με γεωμετρικές φόρμες. ΣΥΝ. κρητιδογραφία 3. {συνήθ. ως επίθ.} ως χαρακτηρισμός για χρώματα ανοιχτών και απαλών τόνων: ~ κίτρινο/ροζ. Φόρεμα σε ~ αποχρώσεις.|| (ως ουσ.) Τα ~. Πβ. παλ. [< γαλλ. pastel]
39105παστέλιπα-στέ-λι ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα από βρασμένο μέλι και σουσάμι ή ξηρούς καρπούς, σε μακρόστενο συνήθ. σχήμα και με συμπαγή υφή. ΣΥΝ. σουσαμάτο [< μεσν. παστέλι(ο)ν < μτγν. πάστελος, πάστιλος ‘παστίλια’]
39106παστεριώνωπα-στε-ρι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {παστεριών-εται, παστεριώ-θηκε, -μένος, παστεριών-οντας}: υποβάλλω σε παστερίωση: Τρόφιμα που ~ονται σε υψηλή θερμοκρασία. ~μένο: γάλα. Βλ. αποστειρώνω. [< γαλλ. pasteuriser]
39107παστερίωσηπα-στε-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. διαδικασία κατά την οποία ορισμένα τρόφιμα θερμαίνονται σε ελεγχόμενη θερμοκρασία (συνήθ. μεταξύ 60°C και 90°C) και έπειτα ψύχονται απότομα, ώστε να καταστραφεί ένας μεγάλος αριθμός παθογόνων μικροοργανισμών: Γάλα υψηλής ~ης (: που έχει υποστεί θερμική επεξεργασία σε υψηλότερη θερμοκρασία και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα). Βλ. αποστείρωση. [< γαλλ. pasteurisation]
39108παστεριωτήςπα-στε-ρι-ω-τής ουσ. (αρσ.) & παστεριωτήρας: ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό μηχάνημα παστερίωσης τροφίμων. [< γαλλ. pasteurisateur]
39109παστίλιαπα-στί-λια ουσ. (θηλ.): δισκίο ή ταμπλέτα, που περιέχει φαρμακευτική συνήθ. ουσία: ~ιες για τον βήχα/για τον λαιμό. Πβ. καραμέλα. [< ιταλ. pastiglia, γαλλ. pastille]
39110παστινάκηπα-στι-νά-κη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. εδώδιμο λαχανικό (επιστ. ονομασ. Pastinaca sativa) που μοιάζει με καρότο και έχει έντονη οσμή. [< μτγν. παστινάκα]
39111παστιτσάδαπα-στι-τσά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. κερκυραϊκό φαγητό με χοντρά μακαρόνια, κρέας από μοσχάρι, κόκορα ή κοτόπουλο και κόκκινη σάλτσα. Βλ. σοφρίτο.
39112παστίτσιοπα-στί-τσιο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από βρασμένα χοντρά μακαρόνια με κιμά, καλυμμένα με μπεσαμέλ, τα οποία ψήνονται στον φούρνο: μια μερίδα/ένα ταψί ~. [< ιταλ. pasticcio]
39113παστοκύδωνοπα-στο-κύ-δω-νο ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. κυδωνόπαστο.
39114πάστοραςπά-στο-ρας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) πάστωρ: ΘΡΗΣΚ. ιερέας σε εκκλησία προτεσταντών. Βλ. αβάς. [< μτγν. πάστωρ, αγγλ. pastor]
39115παστός, ή, ό πα-στός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (κυρ. για κρέας ή ψάρι) που έχει παστωθεί, που συντηρείται σε αλάτι ή άλμη: ~ός: μπακαλιάρος. ~ή: ρέγγα. ~ό: χοιρινό. ~ές: σαρδέλες.|| (ως ουσ.) Τα ~ά. Πβ. ταριχευτός. ΣΥΝ. αλίπαστος [< αρχ. παστός < πάσσω ‘πασπαλίζω’]
39116παστουρμαδόπιταπα-στουρ-μα-δό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με παστουρμά. Βλ. -πιτα.
39117παστουρμάςπα-στουρ-μάς ουσ. (αρσ.) {-άδες}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κομμάτι παστού και καρυκευμένου κρέατος. Βλ. τσιμένι. ● ΦΡ.: δεν φοβάται ο παστουρμάς τ' αλάτι βλ. αλάτι [< μεσν. παστουρμάς < τουρκ. pastιrma]
39118πάστραπά-στρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): καθαριότητα: Σπίτι που λάμπει από ~. Βλ. λάτρα, φασίνα. ΑΝΤ. βρομιά (1) [< μεσν. πάστρα]
39119παστρικός, ή/ιά, ό πα-στρι-κός επίθ. (λαϊκό) 1. (μτφ.) ειλικρινής, τίμιος: ~ές: δουλειές/κουβέντες. ~ά: πράγματα. Πβ. ντόμπρος, σταράτος. 2. καθαρός. [< μεσν. παστρικός]
39120πάστωμαπά-στω-μα ουσ. (ουδ.) 1. συντήρηση τροφίμων σε αλάτι ή άλμη: ~ σαρδέλας. Πβ. ταρίχευση. 2. (μτφ.-προφ.) χρήση υπερβολικής ποσότητας καλλυντικών ή έντονου μακιγιάζ. Πβ. σοβάτισμα. 3. (μτφ.-προφ.-επιτατ.) συνωστισμός.
39121παστώνωπα-στώ-νω ρ. (μτβ.) {πάστω-σα, παστώ-θηκα, -μένος} 1. (για κρέας ή ψάρι) κάνω κάτι παστό, το διατηρώ σε αλάτι ή άλμη: ~μένες: ρέγγες. Πβ. ταριχεύω. 2. (μτφ.-προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) χρησιμοποιώ μεγάλη ποσότητα καλλυντικών: Συνέχεια ~εται με κρέμες/μέικ απ. 3. (μτφ.-προφ.-επιτατ.) συνωστίζομαι: ~θήκαμε (σαν σαρδέλες) στο λεωφορείο. [< μεσν. παστώνω]
39123πασχάλιαπα-σχά-λια ουσ. (ουδ.) (τα): μόνο στη ● ΦΡ.: έχασε τ' αβγά και τα καλάθια/τα πασχάλια βλ. αβγό [< μεσν. πασχάλιον ‘κατάλογος κινητών εορτών με βάση τον εορτασμό του Πάσχα’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.