| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39088 | πασούμι | πα-σού-μι ουσ. (ουδ.): είδος γυναικείας παντόφλας, συνήθ. με τακούνι. ● Υποκ.: πασουμάκι (το) [< μεσν. πασουμάκιν < τουρκ. paşmak] | |
| 39090 | πασπαλίζω | πα-σπα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {πασπάλι-σα, πασπαλί-στηκε, -σμένος, πασπαλίζ-οντας}: ρίχνω ένα υλικό, συνήθ. σε μορφή σκόνης, πάνω σε φαγητό ή γλυκό και το καλύπτω: ~ τα φύλλα (ζύμης) με κανέλα/με τριμμένο καρύδι. ~ουμε (το κρέας) με αλάτι/πιπέρι. ~ουμε το ταψί με γαλέτα/σιμιγδάλι. Κουραμπιέδες ~σμένοι με ζάχαρη άχνη. Σερβίρετε ~οντας με τρίμμα σοκολάτας. | |
| 39091 | πασπάλισμα | πα-σπά-λι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πασπαλίζω: ~ με ζάχαρη/κανέλα. Σουσάμι για ~. Αλεύρι για το ~ του ταψιού. | |
| 39092 | πασπαρτού | πα-σπαρ-τού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ειδικό κλειδί που ανοίγει όλες τις κλειδαριές, αντικλείδι. 2. (μτφ.) πρόσωπο, πράγμα ή κατάσταση που ταιριάζει σε κάθε περίπτωση ή δίνει λύση σε κάθε πρόβλημα: (ως παραθετικό σύνθ.) άνθρωπος/απάντηση-~. Παίκτης-~ (: που μπορεί να παίξει σε πολλές θέσεις). 3. έγχρωμο λεπτό χαρτόνι, πάνω στο οποίο επικολλώνται εικόνες ή φωτογραφίες και τοποθετείται σαν πλαίσιο μεταξύ αυτών και της κορνίζας. [< γαλλ. passe-partout] | |
| 39093 | πασπάτεμα | πα-σπά-τε-μα ουσ. (ουδ.) {πασπατέματα} (λαϊκό): ψαχούλεμα· ειδικότ. χάιδεμα, ερωτικό άγγιγμα. Πβ. ψηλάφηση.|| Πβ. χαϊδολόγημα. | |
| 39094 | πασπατεύω | πα-σπα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {πασπάτ-εψα, πασπατεύ-οντας} (λαϊκό): ψαχουλεύω· ειδικότ. χαϊδεύω ή αγγίζω κάποιον με ερωτική διάθεση: Σταμάτα να ~εις τα πράγματά μου. Πβ. σκαλίζω, ψηλαφώ.|| Πβ. χαϊδολογώ. [< μεσν. πασπατεύω] | |
| 39095 | ΠΑΣΠΕ | : (η) (παλαιότ.) Πάντειος Ανώτατη Σχολή Πολιτικών Επιστημών. (Σήμερα: Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.) | |
| 39096 | πασσαλόπηκτος | , η, ο πασ-σα-λό-πη-κτος επίθ. (λόγ.): που είναι πάνω σε πασσάλους: ~ες: καλύβες/κατασκευές. | |
| 39097 | πάσσαλος | πάσ-σα-λος ουσ. (αρσ.) {πασσάλ-ου} 1. ράβδος συνήθ. παχιά και μακριά, η οποία στερεώνεται στο έδαφος και χρησιμοποιείται για στήριξη ή οριοθέτηση∙ παλούκι: Φράχτης με ξύλινους ~ους. Καρφώνω/μπήγω τον ~ο. Δέσαμε τη βάρκα σε ~ους. Η σκηνή στερεώθηκε πάνω σε τέσσερις ~ους. 2. ΟΙΚΟΔ. επιμήκης δοκός ή στύλος από ξύλο, χάλυβα, σκυρόδεμα ή άλλο υλικό, συνήθ. κυκλικής, τετραγωνικής ή πολυγωνικής διατομής, που χρησιμοποιείται σε κατασκευές: ~οι θεμελίωσης/περίφραξης/στήριξης. Μηχάνημα έμπηξης ~ων. Πβ. δοκάρι. ● Υποκ.: πασσαλάκι (το) [< 1: αρχ. πάσσαλος] | |
| 39098 | πασσαλοσανίδα | πασ-σα-λο-σα-νί-δα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. στενόμακρο έλασμα συνήθ. από μέταλλο, που στερεώνεται μαζί με άλλα όμοια σε σαθρό έδαφος, προκειμένου να σχηματιστεί στεγανό τοίχωμα: κατασκευές αντιστήριξης με ~ες. [< γαλλ. palplanche] | |
| 39099 | πασσαλώδης | πασ-σα-λώ-δης επίθ. (επιστ.): που έχει τη μορφή πασσάλου: (ΒΟΤ.) ~ης: ρίζα (= χοντρή). | |
| 39100 | πασσάλωση | πασ-σά-λω-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πασσάλωμα (το): οριοθέτηση ή στερέωση, θεμελίωση με πασσάλους· (συνεκδ.-περιληπτ.) οι πάσσαλοι. | |
| 39101 | πάστα | πά-στα ουσ. (θηλ.) {παστών} 1. ΖΑΧΑΡ. γλυκό που παρασκευάζεται συνήθ. με βάση το παντεσπάνι και κρέμα διαφόρων γεύσεων: ~ αμυγδάλου (πβ. νουγκατίνα)/καραμέλα/σοκολάτα (= σοκολατίνα). 2. ΜΑΓΕΙΡ. {άκλ.} ζυμαρικά. Βλ. ριγκατόνι, σπαγγέτι, ταλιατέλες. 3. πολτός, μείγμα εύπλαστης και μαλακής ή παχύρρευστης μάζας από ποικίλα υλικά: ακρυλική ~. ~ καθαρισμού χεριών/στίλβωσης.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ ελιάς/μελιτζάνας/ντομάτας (= ντοματοπελτές). Πβ. πατέ. 4. (μτφ.) ποιότητα χαρακτήρα: Είναι από καλή ~. Είμαστε από την ίδια ~. Πβ. ποιόν, στόφα. ● Υποκ.: παστάκι (το), παστούλα (η): στη σημ. 1. [< μεσν. πάστα 'είδος φαγητού με ζύμη', ιταλ. pasta] | |
| 39102 | πάστα φλόρα | πά-στα φλό-ρα ουσ. (θηλ.) & πασταφλόρα: ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα (τάρτα) που ψήνεται στον φούρνο, με βάση από ζύμη και γέμιση μαρμελάδας, πάνω στην οποία τοποθετούνται χιαστί λεπτές λωρίδες ζύμης. [< ιταλ. pastafrolla, pasta frolla] | |
| 39103 | παστάδα | πα-στά-δα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): νυφικό κρεβάτι ή δωμάτιο: συζυγική ~. [< αρχ. παστάς] | |
| 39104 | παστέλ | πα-στέλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μαλακό μολύβι ζωγραφικής από κιμωλία, χρωματιστή σκόνη και νερό: ξηρά ~ (: που έχουν ως βασικό συστατικό τους τον πηλό). Έργα με ~ λαδιού (= λαδο~). Πβ. κηρομπογιά, κραγιόνι. Βλ. ακουαρέλα. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (συνεκδ.) σχέδιο ή έργο τέχνης που δημιουργήθηκε με αυτό το μολύβι και η αντίστοιχη τεχνική στη ζωγραφική: ~ με γεωμετρικές φόρμες. ΣΥΝ. κρητιδογραφία 3. {συνήθ. ως επίθ.} ως χαρακτηρισμός για χρώματα ανοιχτών και απαλών τόνων: ~ κίτρινο/ροζ. Φόρεμα σε ~ αποχρώσεις.|| (ως ουσ.) Τα ~. Πβ. παλ. [< γαλλ. pastel] | |
| 39105 | παστέλι | πα-στέ-λι ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα από βρασμένο μέλι και σουσάμι ή ξηρούς καρπούς, σε μακρόστενο συνήθ. σχήμα και με συμπαγή υφή. ΣΥΝ. σουσαμάτο [< μεσν. παστέλι(ο)ν < μτγν. πάστελος, πάστιλος ‘παστίλια’] | |
| 39106 | παστεριώνω | πα-στε-ρι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {παστεριών-εται, παστεριώ-θηκε, -μένος, παστεριών-οντας}: υποβάλλω σε παστερίωση: Τρόφιμα που ~ονται σε υψηλή θερμοκρασία. ~μένο: γάλα. Βλ. αποστειρώνω. [< γαλλ. pasteuriser] | |
| 39107 | παστερίωση | πα-στε-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. διαδικασία κατά την οποία ορισμένα τρόφιμα θερμαίνονται σε ελεγχόμενη θερμοκρασία (συνήθ. μεταξύ 60°C και 90°C) και έπειτα ψύχονται απότομα, ώστε να καταστραφεί ένας μεγάλος αριθμός παθογόνων μικροοργανισμών: Γάλα υψηλής ~ης (: που έχει υποστεί θερμική επεξεργασία σε υψηλότερη θερμοκρασία και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα). Βλ. αποστείρωση. [< γαλλ. pasteurisation] | |
| 39108 | παστεριωτής | πα-στε-ρι-ω-τής ουσ. (αρσ.) & παστεριωτήρας: ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό μηχάνημα παστερίωσης τροφίμων. [< γαλλ. pasteurisateur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ