| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39109 | παστίλια | πα-στί-λια ουσ. (θηλ.): δισκίο ή ταμπλέτα, που περιέχει φαρμακευτική συνήθ. ουσία: ~ιες για τον βήχα/για τον λαιμό. Πβ. καραμέλα. [< ιταλ. pastiglia, γαλλ. pastille] | |
| 39110 | παστινάκη | πα-στι-νά-κη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. εδώδιμο λαχανικό (επιστ. ονομασ. Pastinaca sativa) που μοιάζει με καρότο και έχει έντονη οσμή. [< μτγν. παστινάκα] | |
| 39111 | παστιτσάδα | πα-στι-τσά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. κερκυραϊκό φαγητό με χοντρά μακαρόνια, κρέας από μοσχάρι, κόκορα ή κοτόπουλο και κόκκινη σάλτσα. Βλ. σοφρίτο. | |
| 39112 | παστίτσιο | πα-στί-τσιο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από βρασμένα χοντρά μακαρόνια με κιμά, καλυμμένα με μπεσαμέλ, τα οποία ψήνονται στον φούρνο: μια μερίδα/ένα ταψί ~. [< ιταλ. pasticcio] | |
| 39113 | παστοκύδωνο | πα-στο-κύ-δω-νο ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. κυδωνόπαστο. | |
| 39114 | πάστορας | πά-στο-ρας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) πάστωρ: ΘΡΗΣΚ. ιερέας σε εκκλησία προτεσταντών. Βλ. αβάς. [< μτγν. πάστωρ, αγγλ. pastor] | |
| 39115 | παστός | , ή, ό πα-στός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (κυρ. για κρέας ή ψάρι) που έχει παστωθεί, που συντηρείται σε αλάτι ή άλμη: ~ός: μπακαλιάρος. ~ή: ρέγγα. ~ό: χοιρινό. ~ές: σαρδέλες.|| (ως ουσ.) Τα ~ά. Πβ. ταριχευτός. ΣΥΝ. αλίπαστος [< αρχ. παστός < πάσσω ‘πασπαλίζω’] | |
| 39116 | παστουρμαδόπιτα | πα-στουρ-μα-δό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με παστουρμά. Βλ. -πιτα. | |
| 39117 | παστουρμάς | πα-στουρ-μάς ουσ. (αρσ.) {-άδες}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κομμάτι παστού και καρυκευμένου κρέατος. Βλ. τσιμένι. ● ΦΡ.: δεν φοβάται ο παστουρμάς τ' αλάτι βλ. αλάτι [< μεσν. παστουρμάς < τουρκ. pastιrma] | |
| 39118 | πάστρα | πά-στρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): καθαριότητα: Σπίτι που λάμπει από ~. Βλ. λάτρα, φασίνα. ΑΝΤ. βρομιά (1) [< μεσν. πάστρα] | |
| 39119 | παστρικός | , ή/ιά, ό πα-στρι-κός επίθ. (λαϊκό) 1. (μτφ.) ειλικρινής, τίμιος: ~ές: δουλειές/κουβέντες. ~ά: πράγματα. Πβ. ντόμπρος, σταράτος. 2. καθαρός. [< μεσν. παστρικός] | |
| 39120 | πάστωμα | πά-στω-μα ουσ. (ουδ.) 1. συντήρηση τροφίμων σε αλάτι ή άλμη: ~ σαρδέλας. Πβ. ταρίχευση. 2. (μτφ.-προφ.) χρήση υπερβολικής ποσότητας καλλυντικών ή έντονου μακιγιάζ. Πβ. σοβάτισμα. 3. (μτφ.-προφ.-επιτατ.) συνωστισμός. | |
| 39121 | παστώνω | πα-στώ-νω ρ. (μτβ.) {πάστω-σα, παστώ-θηκα, -μένος} 1. (για κρέας ή ψάρι) κάνω κάτι παστό, το διατηρώ σε αλάτι ή άλμη: ~μένες: ρέγγες. Πβ. ταριχεύω. 2. (μτφ.-προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) χρησιμοποιώ μεγάλη ποσότητα καλλυντικών: Συνέχεια ~εται με κρέμες/μέικ απ. 3. (μτφ.-προφ.-επιτατ.) συνωστίζομαι: ~θήκαμε (σαν σαρδέλες) στο λεωφορείο. [< μεσν. παστώνω] | |
| 39123 | πασχάλια | πα-σχά-λια ουσ. (ουδ.) (τα): μόνο στη ● ΦΡ.: έχασε τ' αβγά και τα καλάθια/τα πασχάλια βλ. αβγό [< μεσν. πασχάλιον ‘κατάλογος κινητών εορτών με βάση τον εορτασμό του Πάσχα’] | |
| 39124 | πασχαλιά1 | πα-σχα-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Syringa Vulgaris) με μικρά μοβ ή λευκά αρωματικά άνθη. | |
| 39125 | Πασχαλιά2 | Πα-σχα-λιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): Πάσχα. Πβ. Λαμπρή. ● ΦΡ.: δεν είναι κάθε μέρα τ' Άι-Γιαννιού/Πασχαλιά/Κυριακή/γιορτή (παροιμ.): δεν μπορούμε να έχουμε κάθε μέρα επιτυχίες ή ευχάριστα γεγονότα. [< μεσν. πασχαλία] | |
| 39126 | πασχαλιάτικος | , η, ο πα-σχα-λιά-τι-κος επίθ. (προφ.): πασχαλινός. Πβ. λαμπριάτικος. Βλ. -ιάτικος. ● επίρρ.: πασχαλιάτικα: την Κυριακή ή τις ημέρες του Πάσχα, συνήθ. για να δηλωθεί κάτι δυσάρεστο ή αναπάντεχο: Ας μη χαλάμε τις καρδιές μας ~. Έτρεχα στα νοσοκομεία ~. Βλ. χριστουγεννιάτικα. | |
| 39127 | πασχαλινός | , ή, ό πα-σχα-λι-νός επίθ.: που σχετίζεται με το Πάσχα: ~ή: έξοδος/λαμπάδα. ~ό: αβγό/αρνάκι (= ~ός οβελίας)/γεύμα/γλέντι/τραπέζι/τσουρέκι. ~ές: αποδράσεις/ευχές/διακοπές/κάρτες/συνταγές. ~ά: δώρα/έθιμα/κουλούρια. Πβ. λαμπριάτικος, πασχάλιος. Βλ. αναστάσιμος, μεγαλοβδομαδ-, χριστουγενν-ιάτικος. ΣΥΝ. πασχαλιάτικος [< μεσν. πασχαλινός] | |
| 39128 | πασχάλιος | , ος/α, ο πα-σχά-λι-ος επίθ. (λόγ.-κυρ. ΕΚΚΛΗΣ.): πασχαλινός: ~ος: ακολουθία. ~ο: μήνυμα. ~ες: ευχές. [< μτγν. πασχάλιος] | |
| 39129 | πασχαλίτσα | πα-σχα-λί-τσα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. μικρό έντομο (επιστ. ονομασ. Coccinella septempunctata) με κόκκινα φτερά και μαύρες κουκκίδες. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ