| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39130 | πασχίζω | πα-σχί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πάσχι-σα, πασχίζ-οντας} & (σπάν.-λαϊκό) πασκίζω: προσπαθώ πολύ έντονα ή σκληρά, αγωνίζομαι: ~ για την επίλυση των προβλημάτων. ~σε με κάθε τρόπο να βοηθήσει τους συνανθρώπους του. ~οντας καθημερινά να ... Πβ. κοπιάζω, μοχθώ. [< μεσν. πασχίζω] | |
| 39131 | πάσχω | πά-σχω ρ. (αμτβ.) {έπασχε, πάσχ-οντας, (λόγ.) μτχ. πάσχων, -ουσα, -ον}: υποφέρω από κάποια νόσο: ~ει από αμνησία/άνοια/διαβήτη/ημικρανίες/κατάθλιψη/υπέρταση/φοβίες. Το βρέφος γεννήθηκε, ~οντας από ...|| (μτφ.) Έπασχε από μοναξιά. (προφ.-ειρων.) ~ουν (= δεν είναι στα καλά τους) οικογενειακώς. ● πάσχει (μτφ.): νοσεί: Το σύστημα διακυβέρνησης ~. Ο λόγος του ~ από επιχειρήματα (= στερείται επιχειρημάτων). ~ουμε (= υστερούμε) στη συλλογική δράση. ● Μτχ.: πάσχων , ουσα, ον {πάσχ-οντος (θηλ. -ούσης), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων}: ~ων: οργανισμός. ~ουσα: περιοχή. ~ον: όργανο.|| Υποστήριξη ψυχικά ~όντων ατόμων.|| (κ. ως ουσ.) Βαρέως/πολυμεταγγιζόμενοι/χρονίως ~οντες. [< αρχ. πάσχω] | |
| 39133 | πατ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (στο σκάκι) περίπτωση κατά την οποία ο βασιλιάς, χωρίς να απειλείται, δεν έχει τη δυνατότητα ασφαλούς μετακίνησης σε κάποιο τετραγωνάκι και έτσι η παρτίδα λήγει αναγκαστικά με ισοπαλία. Βλ. ματ, ρουά, σαχ. [< γαλλ. pat] | |
| 39134 | πατ κιουτ | επίρρ. (προφ.): γρήγορα, αμέσως, χωρίς χρονοτριβή: Ξεμπέρδεψα/τελείωσα (στο) ~.|| (κ. σπάν. ως επίθ.) ~ εκδρομή. Πβ. στο άψε σβήσε, στο πι και φι, στο πιτς-φιτίλι, στο τσακ μπαμ. [< τουρκ. pat küt] | |
| 39135 | πάταγος | πά-τα-γος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) έντονη απήχηση, θετικές ή αρνητικές αντιδράσεις, ζωηρές αντεγκλήσεις, που προκαλεί ένα γεγονός· ντόρος: Έγινε ~ με τις αποκαλύψεις/με το σκάνδαλο. Συνέντευξη που προκάλεσε ~ο. Η δήλωσή του θα κάνει ~ο. Πβ. σάλος. 2. πολύ δυνατός θόρυβος: Το βάζο έπεσε με ~ο στο δάπεδο. Πβ. βρόντος, κρότος. ● ΦΡ.: κάνω θραύση/πάταγο βλ. θραύση [< 1: γαλλ. éclat 2: αρχ. πάταγος] | |
| 39136 | παταγώδης | , ης, ες πα-τα-γώ-δης επίθ. {παταγώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που κάνει πάταγο, που προκαλεί έντονες αντιδράσεις: ~ης: αποτυχία/κατάρρευση (του καθεστώτος). Πβ. εκκωφαντικός. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: παταγωδώς [-ῶς] [< μτγν. παταγώδης 'γελοίος', γαλλ. éclatant] | |
| 39137 | πατάκι | πα-τά-κι ουσ. (ουδ.) 1. χαλάκι στην είσοδο συνήθ. σπιτιών για το σκούπισμα των παπουτσιών: Πβ. ποδόμακτρο(ν).|| (κατ' επέκτ.) ~ αυτοκινήτου/μπάνιου. Το ~ του (συν)οδηγού.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ποντικιού (= μάουσπαντ). 2. (υποκ.) μικρός, συνήθ. μισός, πάτος που τοποθετείται στο εσωτερικό του παπουτσιού. | |
| 39138 | πατανία | βλ. μπατανία | |
| 39139 | πάταξη | πά-τα-ξη ουσ. (θηλ.): καταπολέμηση, καταστολή ή εξάλειψη ανεπιθύμητης και συνήθ. παράνομης κατάστασης με τη λήψη κατάλληλων μέτρων και συχνά με τιμωρία: ~ της ακρίβειας/της ανεργίας/της γραφειοκρατίας/της διαπλοκής/του (οργανωμένου) εγκλήματος/του λαθρεμπορίου/της παραοικονομίας/της τρομοκρατίας. Νομοσχέδιο για την ~ της φοροδιαφυγής. Άμεση ~ των φαινομένων αισχροκέρδειας. [< μτγν. πάταξις 'χτύπημα'] | |
| 39140 | πατάρι | πα-τά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. αποθηκευτικός χώρος ή μεγάλο ντουλάπι σε υπερυψωμένο σημείο συνήθ. σε διάδρομο, πάνω από το μπάνιο ή άλλο δωμάτιο σπιτιού: Ανέβηκε/έψαξε στο ~. Φύλαξα τα παιδικά παιχνίδια στο ~. Κατέβασα τα μάλλινα από το ~. 2. κατασκευή σε κατάστημα ή άλλο κτίσμα, με την οποία διαμορφώνεται υπερυψωμένο επιπλέον πάτωμα. Βλ. ημιώροφος, μεσοπάτωμα. ● Υποκ.: παταράκι (το) [< μεσν. πατάρι] | |
| 39141 | πατάσσω | πα-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {πάτα-ξα, πατά-χθηκε, πατάσσ-οντας}: αντιμετωπίζω δραστικά ανεπιθύμητο φαινόμενο, καταπολεμώ παράνομη ενέργεια ή κατάσταση, επιβάλλοντας συνήθ. αυστηρές ποινές: Η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να ~ξει την ανεργία. Ο υπουργός καλείται να ~ξει τη διαφθορά/την εγκληματικότητα. Μέτρα για να ~χθούν τα φαινόμενα βίας στα γήπεδα. Πβ. εξαλείφω, καταστέλλω, τιμωρώ.|| Ζήτησε να ~χθούν οι απατεώνες/φοροφυγάδες. ● ΦΡ.: πάταξον μεν, άκουσον δε (λόγ.): χτύπησέ με, αλλά άκουσέ με∙ μπορεί να διαφωνείς, αλλά οφείλεις να με ακούσεις. [< αρχ. πατάσσω 'πλήττω, χτυπώ'] | |
| 39142 | πατάτα | πα-τά-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. ετήσιο ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Solanum tuberosum)· κυρ. ειδικότ. ο εδώδιμος, στρογγυλωπός ή στενόμακρος αμυλούχος κόνδυλός του, ο οποίος έχει συνήθ. καφέ φλούδα και υποκίτρινη σάρκα και αποτελεί τροφή μεγάλης θρεπτικής αξίας: γενετικά τροποποιημένη ~. ΣΥΝ. πατατιά. Βλ. γεώφυτα, λαχανικά.|| Γλυκιές (= γλυκοπατάτες)/μεταλλαγμένες ~ες. Πράσινες ~ες (βλ. σολανίνη). Ποικιλίες ~ας. Δύο κιλά/ένα σακί ~ες.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Βραστές/γεμιστές/λιωμένες/ριγανάτες/τηγανητές/τραγανιστές/ψητές (ή οφτές) ~ες. Πλυμένες και καθαρισμένες/κατεψυγμένες/προτηγανισμένες ~ες. ~ες κομμένες μπαστουνάκια. Κροκέτες/πουρές/σούπα/σουφλέ/φέτες ~ας. ~ες αλά κρεμ/γιαχνί/γκρατινέ/λεμονάτες/μπλουμ/ογκρατέν/ραγού/στον φούρνο/φούρνου (: φουρνιστές). ~ες ζουλιέν/κυδωνάτες. Μια τηγανιά ~ες. Βάζω αλάτι στις ~ες. Βλ. πατατάκια, τσιπς. ΣΥΝ. γεώμηλο 2. (μτφ.-προφ.) ανοησία, γκάφα: η ~ της ημέρας (πβ. κοτσάνα). Έκανε μεγάλη/χοντρή ~. Πρόσεξε μη γίνει καμιά ~.|| Η ταινία αποδείχτηκε ~ (= σκέτη αποτυχία). ΣΥΝ. πατατιά (2) 3. (σπάν.-μτφ.-μειωτ.) χοντρή και άχαρη γυναίκα. ● Υποκ.: πατατούλα & (σπάν.) πατατίτσα (η): σημ. 1, 2. ● Μεγεθ.: πατατάρα (η): σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: δορυφόρος της πατάτας βλ. δορυφόρος, καυτή πατάτα βλ. καυτός ● ΦΡ.: κλάνω μαλλί/μέντες/πατάτες βλ. κλάνω [< 1: ιταλ. patata 2,3: γαλλ. patate] | |
| 39143 | πατατάκια | πα-τα-τά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. πατατάκι}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολύ λεπτές, αλατισμένες και τηγανισμένες ή ψητές φέτες πατάτας που πωλούνται συνήθ. σε σακουλάκια: κυματιστά ~. ~ με (γεύση) ξίδι/πάπρικα/ρίγανη.|| (συνεκδ.) Πάρε μου δύο ~ (: δύο σακουλάκια με ~). Βλ. γαριδάκια. ΣΥΝ. τσιπς (1) | |
| 39144 | πατατιά | πα-τα-τιά ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. πατάτα 1. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Solanum tuberosum) που καλλιεργείται για τους εδώδιμους κονδύλους του. 2. (μτφ.-προφ.) ανοησία, βλακεία, γκάφα. | |
| 39145 | πατατοκαλλιέργεια | πα-τα-το-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. καλλιέργεια πατάτας και (συνεκδ. συνήθ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή οι πατατιές που καλλιεργούνται σε αυτές. Βλ. -καλλιέργεια. | |
| 39146 | πατατοκεφτές | πα-τα-το-κε-φτές ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΑΓΕΙΡ. τηγανητός κεφτές χωρίς κιμά με βασικό συστατικό βρασμένη πατάτα, ο οποίος τρώγεται κυρ. ως ορεκτικό. Βλ. -κεφτές. | |
| 39147 | πατατοσαλάτα | πα-τα-το-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με κύριο συστατικό βρασμένες πατάτες: κρύα ~. ~ με αβγά/κάππαρη και μαγιονέζα/μπέικον. Βλ. -σαλάτα. | |
| 39148 | πατατούκα | πα-τα-τού-κα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): χοντρό και συνήθ. κοντό πανωφόρι ή παλτό για άνδρες. [< βεν. patatuco] | |
| 39149 | πατατράκ | πα-τα-τράκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): αναπάντεχη αποτυχία, σοκ ή/και σπανιότ. φασαρία, σαματάς: Έπαθε μεγάλο ~, όταν απολύθηκε από τη δουλειά. Πβ. κάζο, νίλα, στραπάτσο.|| Θα γίνει ~. [< ιταλ. patatrac] | |
| 39150 | πατάω | βλ. πατώ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ