Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [39740-39760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39145πατατοκαλλιέργειαπα-τα-το-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. καλλιέργεια πατάτας και (συνεκδ. συνήθ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή οι πατατιές που καλλιεργούνται σε αυτές. Βλ. -καλλιέργεια.
39146πατατοκεφτέςπα-τα-το-κε-φτές ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΑΓΕΙΡ. τηγανητός κεφτές χωρίς κιμά με βασικό συστατικό βρασμένη πατάτα, ο οποίος τρώγεται κυρ. ως ορεκτικό. Βλ. -κεφτές.
39147πατατοσαλάταπα-τα-το-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με κύριο συστατικό βρασμένες πατάτες: κρύα ~. ~ με αβγά/κάππαρη και μαγιονέζα/μπέικον. Βλ. -σαλάτα.
39148πατατούκαπα-τα-τού-κα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): χοντρό και συνήθ. κοντό πανωφόρι ή παλτό για άνδρες. [< βεν. patatuco]
39149πατατράκπα-τα-τράκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): αναπάντεχη αποτυχία, σοκ ή/και σπανιότ. φασαρία, σαματάς: Έπαθε μεγάλο ~, όταν απολύθηκε από τη δουλειά. Πβ. κάζο, νίλα, στραπάτσο.|| Θα γίνει ~. [< ιταλ. patatrac]
39150πατάωβλ. πατώ
39151πατέπα-τέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μείγμα συνήθ. από καρυκευμένο και πολτοποιημένο κρέας που σερβίρεται συχνά κρύο ως πρώτο πιάτο: ~ συκωτιού (π.χ. χήνας).|| (κατ' επέκτ.) ~ ελιάς/λαχανικών/λιαστής ντομάτας/σολομού. Πβ. πάστα. [< γαλλ. pâté < μτγν. λατ. pasta < μτγν. πάστη ‘ζωμός με αλεύρι’]
39152πατένταπα-τέ-ντα ουσ. (θηλ.) 1. δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και κατ' επέκτ. το αποκλειστικό δικαίωμα αξιοποίησης και εκμετάλλευσης εφεύρεσης ή καινοτομίας: κατοχυρωμένη/παγκόσμια ~. Αίτηση/απόκτηση/χορήγηση ~ας. ~ λογισμικού. Κατέθεσε ~ για ... Έχει/πήρε την ~. Βλ. κοπιράιτ. 2. (προφ.) κάθε επινόηση, καινοτομία ή πρωτότυπη ιδέα, με την οποία δίνεται λύση σε ένα πρόβλημα: Κατασκευή που αποτελεί δική μου ~. ● ΦΡ.: βλάκας με πατέντα/περικεφαλαία/λοφίο βλ. βλάκας [< μεσν. πατέντα < ιταλ. patente]
39153πατεντάρωπα-τε-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {πατένταρε κ. πατεντάρ-ισε, -ισμένος, -οντας}: κατοχυρώνω το δικαίωμα αποκλειστικής εκμετάλλευσης ευρεσιτεχνίας ή καινοτομίας, παίρνω την πατέντα: ~ μια εφεύρεση/ιδέα. ~ισμένος: μηχανισμός/σχεδιασμός. ~ισμένη: μέθοδος/τεχνολογία. ~ισμένο: προϊόν/σύστημα. [< ιταλ. patentare]
39154πατεντάτος, η, ο [πατεντᾶτος] πα-τε-ντά-τος επίθ. (αργκό-συνήθ. ειρων.): αυθεντικός, γνήσιος: ~ος: πατριώτης. Βλ. -άτος. [< ιταλ. patentato]
39155πάτερπά-τερ ουσ. (αρσ.) {κλητ. του πατήρ} (λόγ.): κυρ. σε προσφώνηση κληρικού: Τα σέβη μου, ~.|| (καταχρ.) Ο ~ (= πατήρ/πατέρας) της ενορίας. [< μεσν. πάτερ]
39156Πάτερ ημών[Πάτερ ἡμῶν] Πά-τερ η-μών ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΕΚΚΛΗΣ. Κυριακή προσευχή. Πβ. πατερημά. Βλ. Πιστεύω (το).
39157πατέραςπα-τέ-ρας ουσ. (αρσ.) {πατέρ-ες (προφ. στη σημ. 1, -άδες)} & (λόγ.) πατήρ {γεν. πατρός, κλητ. πάτερ} 1. άνδρας που έχει αποκτήσει παιδί: βιολογικός (βλ. τεστ πατρότητας)/φυσικός ~. Θετός ~ (= ψυχο~). Καλός/στοργικός/τρυφερός ~. Σύζυγος και ~ τριών παιδιών (= τρίτεκνος). Ο ρόλος του ~α (στην οικογένεια). Η Γιορτή/(Παγκόσμια) (Η)μέρα του ~α. Ορφανός από ~α. Η γιαγιά από τον ~α (= από την πλευρά, από το σόι του ~α). Έγινε (για πρώτη φορά) ~. Φτυστός ο ~ του. Πβ. γεννήτορας, γέρος, μπαμπάς. Βλ. γονέας, μητέρα, παππούς, -πατέρας, πατρο-.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Όνομα πατρός (= πατρώνυμο).|| Μου στάθηκε σαν (αληθινός/πραγματικός) ~. Τον είχα σαν ~α μου. 2. αρσενικό ζώο που έχει αποκτήσει νεογνά. 3. (κ. με κεφαλ. Π, μτφ.) εφευρέτης, ιδρυτής: ο ~ της Ιατρικής/Τυπογραφίας. Πβ. θεμελιωτής, πατριάρχης. Βλ. πρωτεργάτης, σκαπανέας. 4. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Π) ο Θεός: ο (επ)ουράνιος ~.|| Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. 5. ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας ή μοναχός: αγιορείτες ~ες. Ο ~/πατήρ Νικόδημος. Βλ. πάτερ.πατέρες (οι): πρόγονοι: η γη/η κληρονομιά/οι παραδόσεις των ~ων (= προπατόρων) μας. ● Υποκ.: πατερούλης (ο): σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: Άγιοι Πατέρες: ΕΚΚΛΗΣ. ονομασία των Επισκόπων και ειδικότ. των μελών της Ιεράς Συνόδου· οι Πατέρες της Εκκλησίας. [< μεσν.] , Κυριακή των (Αγίων) Πατέρων: ΕΚΚΛΗΣ. καθεμία από τις τρεις Κυριακές του χρόνου, κατά τις οποίες εορτάζονται οι Πατέρες της Α', Δ' και Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, αντίστοιχα., οι Πατέρες της Εκκλησίας & οι Εκκλησιαστικοί Πατέρες: ΘΕΟΛ. εκκλησιαστικοί άνδρες, κυρ. κληρικοί, που με τη διδασκαλία και τα συγγράμματά τους θεμελίωσαν το χριστιανικό δόγμα: Αποστολικοί ~ ~. Βλ. πατερικός, πατρολογία. [< μτγν.] , πατέρας του έθνους 1. για άνδρα που υπήρξε αρχηγός και καθοδηγητής ενός έθνους. Βλ. εθνάρχης. 2. {στον πληθ.} (ειρων.) εθνοπατέρας., πατέρας-αφέντης (κυρ. παλαιότ.): αυταρχικός πατέρας, αρχηγός της οικογένειας. Πβ. κύρης. [< ιταλ. padre padrone] , πνευματικός πατέρας 1. (μτφ.) πνευματικός άνθρωπος που επηρέασε καθοριστικά τη διαμόρφωση της σκέψης ενός προσώπου: ο ~ ~ ενός λογοτέχνη/πολιτικού. Τον θεωρούσε ~ό του ~α. Πβ. δάσκαλος, μέντορας, πυγμαλίων. 2. (μτφ.) εισηγητής ιδέας ή τάσης: ο ~ ~ ενός θεσμού/κινήματος. 3. ΕΚΚΛΗΣ. ανάδοχος ή εξομολόγος. ● ΦΡ.: από πατέρα σε γιο: με κληρονομικό τρόπο: Τα μυστικά της τέχνης τους διδάσκονται/μεταβιβάζονται/περνούν ~ ~. Πβ. από γενιά σε γενιά, (από) πάππου προς πάππου. [< γαλλ. de père en fils] , λες και/σαν να του σκότωσα τη μάνα/τον πατέρα βλ. σκοτώνω, μου ζητάει κάποιος τη μάνα και τον πατέρα βλ. μάνα, παιδί της μάνας/του πατέρα του βλ. παιδί, πάτερ φαμίλιας βλ. φαμίλια, πόλεμος πατήρ πάντων βλ. πόλεμος, χωράφι του πατέρα του βλ. χωράφι [< 1: μεσν. πατέρας < αρχ. πατήρ 2: γαλλ. père 3: αρχ. ~, γαλλ. ~ 4: μτγν. πατήρ 5: μτγν. κ. μεσν.]
39159πατερημάπα-τε-ρη-μά ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πατερμά (τα) (λαϊκό): το "Πάτερ ημών"· κατ' επέκτ. συνεχείς προσευχές· ειρων. τυποποιημένα λόγια, μουρμούρα. [< μεσν. πατερημό(ν) < φρ. πάτερ ημών]
39160πατερικός

, ή, ό πα-τε-ρι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τους Πατέρες της Εκκλησίας: ~ός: λόγος. ~ή: γραμματεία/διδασκαλία/θεολογία/παράδοση/σκέψη. ~ό: πνεύμα/φρόνημα. ~ές: αρχές/μελέτες/σπουδές. ~ά: βιβλία/κείμενα/συγγράμματα. [< μεσν. πατερικός]

39161πατερίτσαπα-τε-ρί-τσα ουσ. (θηλ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} ειδικό μπαστούνι που τοποθετείται κάτω από τη μασχάλη και βοηθά κυρ. ανάπηρους ή τραυματίες στο περπάτημα: Έχει σπάσει το πόδι του και κυκλοφορεί με ~ες. Βλ. βακτηρία, μαγκούρα, περιπατητήρας. ΣΥΝ. δεκανίκι (2) 2. ΕΚΚΛΗΣ. (σπάν.-λαϊκό) ράβδος που κρατούν οι αρχιερείς σε ανεπίσημες περιστάσεις· ποιμαντορική ράβδος. 3. ΙΧΘΥΟΛ. (σπάν.) ζύγαινα. [< μεσν. πατερίτσα < πατερική (ράβδος)]
39162πατερναλισμόςπα-τερ-να-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. αντίληψη ή τάση διοίκησης και διακυβέρνησης η οποία στηρίζεται στην υπακοή και υποταγή των εργαζομένων ή των πολιτών σε έναν αρχηγό (εργοδότη ή ηγέτη), με πρόσχημα την προστασία τους: κομματικός/κρατικός ~. Πβ. ηγεμονισμός, κηδεμονία, πατρονάρισμα, πατρωνία. Βλ. φιλελευθερισμός, -ισμός. [< γαλλ. paternalisme, αγγλ. paternalism]
39163πατερναλιστήςπα-τερ-να-λι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που έχει πατερναλιστική συμπεριφορά. Πβ. πάτρωνας. [< γαλλ. paternaliste, αγγλ. paternalist, 1934]
39164πατερναλιστικός, ή, ό πα-τερ-να-λι-στι-κός επίθ.: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που σχετίζεται με τον πατερναλισμό: ~ός: ρόλος. ~ή: αντίληψη/διοίκηση/εξουσία/λογική/νοοτροπία/πρακτική/συμπεριφορά. ~ό: κράτος/πνεύμα/ύφος. ● επίρρ.: πατερναλιστικά [< γαλλ. paternaliste, αρχές του 20ού αι., αγγλ. paternalistic]
39165πάτεροπά-τε-ρο ουσ. (ουδ.) & πατερό (λαϊκό): μεγάλο και συνήθ. ξύλινο δοκάρι στήριξης πατώματος ή στέγης σε οικοδομή. ● ΦΡ.: κολοκύθια (με τη ρίγανη/στο πάτερο/τούμπανα)! βλ. κολοκύθι [< μεσν. πατερόν]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.