| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39166 | πατζάρι | βλ. παντζάρι | |
| 39167 | πατζαροσαλάτα | βλ. παντζαροσαλάτα | |
| 39168 | πατζούρι | βλ. παντζούρι | |
| 39169 | πάτημα | πά-τη-μα ουσ. (ουδ.) {πατήμ-ατα} 1. πίεση ασκούμενη σε κάποιο αντικείμενο με το χέρι ή το πόδι: παρατεταμένο/σύντομο ~ του πλήκτρου. (Διπλό) ~ στο εικονίδιο ... (= κλικ). ~ του διακόπτη/του μοχλού/της σκανδάλης. Απότομο ~ του φρένου. Δυνατό ~ του γκαζιού. Ενεργοποίηση με το ~ ενός (μόνο) κουμπιού/με ένα απλό ~.|| Το πουκάμισο χρειάζεται ~ (= σιδέρωμα).|| (ΜΟΥΣ.) Βασικά ~ατα (ενν. των χορδών) για την κλίμακα ματζόρε.|| ~ των σταφυλιών (βλ. σύνθλιψη). 2. βάδισμα, περπάτημα: ανάλαφρο/γερό ~. Βλ. παρα~, στραβο~.|| ~ του αριστερού ποδιού προς τα πίσω (: στο έδαφος ή σε άλλη επιφάνεια). 3. (προφ.) σκαλί και ειδικότ. η οριζόντια επιφάνειά του: ξύλινα ~ατα. Αντιολισθητική επίστρωση ~άτων. Βλ. ρίχτι. 4. (μτφ.-προφ.) δικαιολογία, πρόσχημα, πρόφαση: Είχε ~ και το εκμεταλλεύτηκε. Μην τους δίνεις ~ να κάνουν ό,τι θέλουν (πβ. αφορμή). Νομικά ~ατα. ● πατήματα (τα) 1. πατημασιές: ~ στο χιόνι (= αποτυπώματα, ίχνη, χνάρια). 2. βήματα: Άκουσα ~ στη σκάλα.|| (για παραδοσιακό χορό:) Τα ~ του συρτού.|| (μτφ.) Σιγά-σιγά βρίσκει τα ~ά του μέσα στο γήπεδο. Στο πρώτο ημίχρονο η ομάδα είχε πολύ καλά/σωστά ~. 3. (σπάν.-μτφ.-προφ.) αρχές, τρόπος συμπεριφοράς, συνήθειες: Έχει σταθερά ~. Στέκεται στα δικά του ~. ● Υποκ.: πατηματάκι (το) ● ΦΡ.: βρίσκει (την) αφορμή/πάτημα βλ. βρίσκω, των μπροστινών πατήματα, των πισινών γεφύρια βλ. μπροστινός [< μτγν. πάτημα] | |
| 39170 | πατημασιά | πα-τη-μα-σιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λαϊκό) πατησιά: σημάδι, ίχνος, αποτύπωμα που αφήνει το πέλμα σε μια επιφάνεια: ~ ανθρώπου/ζώου. ~ιές (= πατήματα) στην άμμο/στο χιόνι. Πβ. χνάρι. [< μεσν. πατημασιά] | |
| 39171 | πατήρ | βλ. πατέρας | |
| 39172 | πατησιά | βλ. πατημασιά | |
| 39173 | πατητήρι | πα-τη-τή-ρι ουσ. (ουδ.): ειδικά διαμορφωμένος χώρος για το πάτημα ή τη σύνθλιψη σταφυλιών. Βλ. μούστος, -τήρι. ΣΥΝ. ληνός [< μτγν. πατητήριον] | |
| 41888 | Πατητήρι | πορ-σε-λά-νη ουσ. (θηλ.): λευκό, γυαλιστερό και συμπαγές κεραμικό υλικό· συνεκδ. κάθε αντικείμενο υψηλής ποιότητας κατασκευασμένο από αυτό: κινέζικη/συνθετική/υαλώδης ~. Είδη/σκεύη από ~. Κούκλα από ~.|| Διατηρεί μεγάλη συλλογή από ~ες. Πβ. φαρφουρί. Βλ. καολίνη.|| Όψεις πορσελάνης (: λεπτές φλούδες από πορσελάνη οι οποίες συγκολλούνται στις εξωτερικές επιφάνειες των δοντιών). [< ιταλ. porcellana, γαλλ. porcelaine] | |
| 39174 | πατητός | , ή, ό πα-τη-τός επίθ. 1. που πιέζεται ή συμπιέζεται: ~ός: διακόπτης. ~ή: κλειδαριά. ~ό: κουμπί. Καζανάκι με ~ό μηχανισμό. 2. ΟΙΚΟΔ. που στρώνεται και πατιέται με μυστρί ή άλλο ειδικό εργαλείο: ~ή: τσιμεντοκονία. 3. (αργκό) που οδηγεί αυτοκίνητο με μεγάλη ταχύτητα: Έφυγε ~. Έτρεχε ~ στην εθνική. Πβ. σφαίρα, τέρμα/τσίτα/τέζα (τα) γκάζια/(το) γκάζι. ● Ουσ.: πατητή (η): επικίνδυνο παιχνίδι, κατά το οποίο κάποιος βυθίζει στο νερό έναν άνθρωπο που κολυμπά, πιέζοντας το κεφάλι ή/και τους ώμους προς τα κάτω: Κάνω ~. ~ές στη θάλασσα/στην πισίνα., πατητό (το): ομαδικό παιχνίδι εξωτερικού χώρου κατά το οποίο ο ένας παίκτης προσπαθεί να πατήσει τον άλλο. [< μτγν. πατητός ‘πατημένος, ζουληγμένος’] | |
| 39175 | πατικώνω | πα-τι-κώ-νω ρ. (μτβ.) {πατίκω-σα, πατικώ-θηκε, -μένος, πατικών-οντας} (προφ.): πιέζω κάτι, για να πιάσει λιγότερο χώρο ή για να γίνει πιο συμπαγές: ~ τα ρούχα στη βαλίτσα. ~ το χώμα στη γλάστρα. Πβ. στουπώνω, συμπιέζω.|| Τα μαλλιά του ήταν ~μένα (= πατημένα) από τον ύπνο. | |
| 39176 | πατιλέτα | πα-τι-λέ-τα ουσ. (θηλ.): τμήμα υφάσματος που καλύπτει το φερμουάρ ή τα κουμπιά ρούχου: κρυφή ~. Βλ. -έτα. [< γαλλ. patelette] | |
| 39177 | πατίνα | πα-τί-να ουσ. (θηλ.) 1. λεπτό πρασινωπό στρώμα που καλύπτει χάλκινα, ορειχάλκινα και γενικότ. μεταλλικά αντικείμενα και προκαλείται από φυσικά αίτια με την πάροδο του χρόνου ή δημιουργείται με τεχνητά μέσα, για να δείχνουν παλιά: ~ παλαίωσης. 2. ΤΕΧΝΟΛ. επίχριση επιφάνειας με ειδικό υλικό ή βερνίκι για λόγους προστασίας ή διακόσμησης, ώστε να προσομοιάζει στη φυσική οξείδωση· συνεκδ. το αποτέλεσμα που προκύπτει: τραπέζι από/με λευκή ~. Βλ. αντικέ. ● ΦΡ.: η πατίνα του χρόνου βλ. χρόνος [< βεν. patina, γαλλ. patine] | |
| 39178 | πατινάδα | βλ. μαντινάδα | |
| 39179 | πατινάζ | πα-τι-νάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. άθλημα κατά το οποίο ο αθλητής κινείται ή χορεύει πάνω στον πάγο ή σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο με κατάλληλα πέδιλα∙ κατ' επέκτ. κίνηση, γλίστρημα σε λείο έδαφος: ~ ταχύτητας. Πίστα για ~. Παγκόσμιο πρωτάθλημα ~. Κάνω ~ (= πατινάρω). Πβ. παγοδρομία. Βλ. παγο-, τροχο-πέδιλο. ● ΣΥΜΠΛ.: καλλιτεχνικό πατινάζ: που γίνεται στον πάγο με μουσική υπόκρουση, συγκεκριμένο πρόγραμμα, ελεύθερες αλλά και υποχρεωτικές φιγούρες και χορευτικές κινήσεις: Το ~ ~ αποτελεί άθλημα των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων. Πβ. χορός στον πάγο. [< αγγλ. figure skating, 1852, artistic skating] [< γαλλ. patinage] | |
| 39180 | πατινάρισμα1 | πα-τι-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ολίσθηση ανάμεσα σε δύο επιφάνειες, χωρίς μετάδοση κίνησης: ~ του συμπλέκτη. Βλ. -ισμα, σπινιάρισμα. [< γαλλ. patinage] | |
| 39181 | πατινάρισμα2 | πα-τι-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): τεχνική επάλειψης της επιφάνειας επίπλου ή αντικειμένου με πατίνα, για προστασία ή παλαίωση. [< γαλλ. patinage, 1930] | |
| 39182 | πατινάρω1 | πα-τι-νά-ρω ρ. (αμτβ.) {πατινάρισα}: (σπάν.) γλιστρώ στον πάγο ή σε λεία επιφάνεια, κάνω πατινάζ. ● πατινάρει: ΤΕΧΝΟΛ. (για κυκλική επιφάνεια) περιστρέφεται λόγω ελλιπούς πρόσφυσης σε άλλη, χωρίς να μεταδίδει κίνηση: ~ ο δίσκος/ο συμπλέκτης. Βλ. σπινιάρω. [< γαλλ. patiner, ιταλ. pattinare] | |
| 39183 | πατινάρω2 | πα-τι-νά-ρω ρ. (μτβ.) {κυρ. στη μτχ. πατιναρ-ισμένος}: δημιουργώ πατίνα σε επιφάνεια: ~ισμένα: έπιπλα. [< γαλλ. patiner, ιταλ. patinare] | |
| 39184 | πατινέρ | πα-τι-νέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: αθλητής του πατινάζ. Πβ. παγοδρόμος. [< γαλλ. patineur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ