Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3960-3980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3026αναισθησιολογικός, ή, ό [ἀναισθησιολογικός] α-ναι-σθη-σι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αναισθησιολογία: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: τεχνική. ~ό: τμήμα νοσοκομείου. [< γαλλ. anesthésiologique]
3027αναισθησιολόγος[ἀναισθησιολόγος] α-ναι-σθη-σι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην αναισθησιολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. anesthesiologist, 1922, γαλλ. anesthésiologiste, 1973]
3028αναισθητικός, ή, ό [ἀναισθητικός] α-ναι-σθη-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που προκαλεί αναισθησία: ~ή: ένεση/κρέμα/ουσία. ~ό: αέριο/διάλυμα/σπρέι. ~ά: όπλα/φάρμακα. Πβ. ναρκωτικός. ● Ουσ.: αναισθητικό (το): ουσία που προκαλεί αναισθησία: γενικό/δραστικό/εισπνεόμενο (βλ. αλοθάνιο)/ενδοφλέβιο ~. Τοπικά ~ά. (Eνδαγγειακή) έγχυση/εφαρμογή/χορήγηση ~ού. Πβ. αναλγητικό, κατασταλτικό. ΣΥΝ. αναισθησιογόνο [< γαλλ. anesthésique, αγγλ. anesthetic]
3029αναισθητοποίηση[ἀναισθητοποίηση] α-ναι-σθη-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναισθητοποιώ: (ΙΑΤΡ.) ~ των άκρων/του δαχτύλου/του δοντιού. Όπλα ~ης. Πβ. αναισθησία, νάρκωση, ύπνωση.|| (μτφ.) ~ των ηθικών αντιστάσεων/των πολιτών. Πβ. αδιαφορία, αναλγησία, απευαισθητοποίηση, παθητικότητα. [< αγγλ. anesthetization]
3030αναισθητοποιώ[ἀναισθητοποιῶ] α-ναι-σθη-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αναισθητοποι-εί | αναισθητοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. προκαλώ (γενική ή τοπική) αναισθησία: Οι ληστές ~ησαν το θύμα τους με σπρέι.|| (ΙΑΤΡ.) ~ημένος: ασθενής. ΣΥΝ. ναρκώνω (1) 2. (μτφ.) καθιστώ κάποιον εντελώς απαθή, ανίκανο ή απρόθυμο να αντιδράσει: Η συχνή παρακολούθηση σκηνών βίας στην τηλεόραση ~εί το κοινό. Πβ. απευαισθητο-, παθητικο-ποιώ, υπνωτίζω. [< 1: αγγλ. anesthetize, γαλλ. anesthésier]
3031αναίσθητος, η, ο [ἀναίσθητος] α-ναί-σθη-τος επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που παρουσιάζει απώλεια των αισθήσεων: Έπεσε ~ στο έδαφος. Την βρήκαν (σχεδόν) ~η στο πάτωμα. Με ένα χτύπημα τον άφησαν/τον έριξαν ~ο. ΣΥΝ. λιπόθυμος 2. (μτφ.) αδιάφορος, ασυγκίνητος, άσπλαχνος: κοινωνικά ~. Σα δε ντρέπεται, ο ~! Τόσο ~ είσαι; Πβ. ανάλγητος, απαθής, άπονος, χοντρόπετσος, ψυχρός.|| ~η: συμπεριφορά. ΑΝΤ. ευαίσθητος (1) [< 1: αρχ. ἀναίσθητος 2: αρχ. ~, γαλλ. insensible]
3032αναισχυντία[ἀναισχυντία] α-ναι-σχυ-ντί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αδιαντροπιά: απροκάλυπτη/πρωτοφανής ~. Η ~ του δεν έχει όρια. Έφτασε σε τέτοιο σημείο ~ας που ... Έχει το θράσος και την ~ να ... Πβ. αισχρότητα, ξεδιαντροπιά, ξετσιπωσιά. ΑΝΤ. αιδημοσύνη, σεμνότητα [< αρχ. ἀναισχυντία]
3033αναίσχυντος, η, ο [ἀναίσχυντος] α-ναί-σχυ-ντος επίθ. (λόγ.): αδιάντροπος: ~ος: ισχυρισμός. ~η: εκμετάλλευση/πράξη/συμπεριφορά. ~α: ψεύδη.|| (για πρόσ.) ~ος: απατεώνας. Θρασύς και ~. Πβ. αναιδής, ανερυθρίαστος, ασύστολος, επαίσχυντος, ξεδιάντροπος, ξετσίπωτος. ● επίρρ.: αναίσχυντα [< αρχ. ἀναίσχυντος]
3034αναιτιολόγητος, η, ο [ἀναιτιολόγητος] α-ναι-τι-ο-λό-γη-τος επίθ. (λόγ.): που δεν μπορεί να αιτιολογηθεί: ~ος: πανικός. ~η: απόλυση/απουσία/απόφαση/βία/καθυστέρηση. ~ο: έγκλημα. ~α: έξοδα (= άσκοπα). Πβ. αδικαιολόγητος, ατεκμηρίωτος. ΑΝΤ. αιτιολογημένος ● επίρρ.: αναιτιολόγητα & (λόγ.) -ήτως: Τον διέγραψαν/του επιτέθηκαν ~. [< μτγν. ἀναιτιολόγητος, γαλλ. injustifié]
3035αναίτιος, α, ο [ἀναίτιος] α-ναί-τι-ος επίθ. (λόγ.) 1. που γίνεται χωρίς λόγο και αιτία, αδικαιολόγητος: ~ος: θυμός/πόλεμος. ~α: απουσία. ~ες: επιθέσεις (= απρόκλητες). 2. (σπάν.) που δεν ευθύνεται για κάτι, αθώος: ~α: θύματα (του πολέμου). ● επίρρ.: αναίτια & (λόγ.) -ίως [< αρχ. ἀναίτιος, γαλλ. injustifié]
3036ανακάθισμα

[ἀνακαθίζω] α-να-κα-θί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανακάθι-σα, -σμένος} 1. (αμτβ.) ανακάθομαι, ανασηκώνομαι: ~σε στο κρεβάτι. 2. (μτβ.) ανασηκώνω κάποιον που είναι ξαπλωμένος: Η νοσοκόμα ~σε τον ασθενή. [< αρχ. ἀνακαθίζω]

3037ανακάθομαι[ἀνακάθομαι] α-να-κά-θο-μαι ρ. (αμτβ.) {ανακάθι-σα (αδόκ. ανακάθη-σα) -σμένος}: ανασηκώνομαι, για να καθίσω: ~σε στο κρεβάτι/στην καρέκλα. Έμεινε για λίγο ~σμένος. ΣΥΝ. ανακαθίζω (1) [< μτγν. ἀνακάθημαι]
3038ανακαθορίζω[ἀνακαθορίζω] α-να-κα-θο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {ανακαθόρι-σε, ανακαθορί-στηκε}: καθορίζω εκ νέου: ~ονται οι αρμοδιότητες/οι στόχοι/οι συντάξεις. ΣΥΝ. επανακαθορίζω, επαναπροσδιορίζω
3039ανακαθορισμός[ἀνακαθορισμός] α-να-κα-θο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακαθορίζω: ~ των αποδοχών/κριτηρίων/προτεραιοτήτων. ΣΥΝ. επανακαθορισμός, επαναπροσδιορισμός
3040ανακαινίζω[ἀνακαινίζω] α-να-και-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ανακαίνι-σα, ανακαινίζ-εται, ανακαινί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, ανακαινιζ-όμενος} 1. κάνω επισκευές, ανανεώνω τη διακόσμηση ή αναδιαμορφώνω τον χώρο, συνήθ. σε οίκημα που έχει παλιώσει ή/και δεν είναι πια λειτουργικό: ~ διαμέρισμα/κτίριο. Βλ. αναπαλαιώνω. 2. (μτφ.) βελτιώνω, αναμορφώνω: Θεσμοί που πρέπει να ~στούν (ριζικά). Πβ. εκσυγχρονίζω, μεταρρυθμίζω. [< μτγν. ἀνακαινίζω, γαλλ. rénover]
3041ανακαίνιση[ἀνακαίνιση] α-να-καί-νι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακαινίζω: γενική/εξωτερική/πλήρης/ριζική/συνολική ~. ~ διαμερίσματος/επίπλωσης/καταστήματος. ~ και αποκατάσταση/συντήρηση κτιρίων. Εργασίες ~ης. ~ίσεις (= επισκευές) χώρων. Βλ. αναπαλαίωση.|| (μτφ.) ~ του προγράμματος. Πβ. ανα-βάθμιση, -μόρφωση.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ του ανθρώπου. Πβ. αναγέννηση, αναδημιουργία. [< μτγν. ἀνακαίνισις, γαλλ. rénovation]
3042ανακαινισμένος, η, ο [ἀνακαινισμένος] α-να-και-νι-σμέ-νος επίθ.: που έχει ανακαινιστεί: ~η: αίθουσα ~ο: κτίριο. Πλήρως ~ο και μοντέρνο κατάστημα. Πολυτελώς ~η οικία. Πβ. αναπαλαιωμένος, αποκατεστημένος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~α: συστήματα πληροφορικής (= αναβαθμισμένα).|| (ΘΕΟΛ.) Ένας νέος, ~ άνθρωπος (= αναγεννημένος). [< αρχ. ἀνακεκαινισμένος, γαλλ. rénové]
3043ανακαινιστής[ἀνακαινιστής] α-να-και-νι-στής ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) ανανεωτής, αναμορφωτής: ~ της δημόσιας διοίκησης/της νομοθεσίας/της οικονομίας. Καινοτόμος, ~ και φορέας νέων ιδεών. Πβ. μεταρρυθμιστής. 2. πρόσωπο που κάνει ανακαινίσεις κτιρίων. [< μτγν. ἀνακαινιστής, γαλλ. rénovateur]
3044ανακαινιστικός, ή, ό [ἀνακαινιστικός] α-να-και-νι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την ανακαίνιση: ~ές: επεμβάσεις/εργασίες (= επισκευαστικές). Αναστηλωτικό και ~ό έργο. Στεγαστικό και ~ό δάνειο.|| (κυρ. μτφ.) ~ός: ρόλος/χαρακτήρας (της τέχνης). ~ή: πορεία. ~ό: πνεύμα. ~ές: προσπάθειες/τάσεις. Πβ. αναμορφωτικός, ανανεωτικός, μεταρρυθμιστικός.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ή δύναμη του Αγίου Πνεύματος. ● επίρρ.: ανακαινιστικά [< μεσν. ανακαινιστικός, γαλλ. rénovateur]
3045ανακαλλιέργεια[ἀνακαλλιέργεια] α-να-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. καλλιέργεια μικροβίων που προέρχεται από κάποια άλλη: ~ μικροοργανισμών. Βλ. άγαρ. 2. (σπανιότ.) εκ νέου καλλιέργεια. Βλ. -καλλιέργεια. [< αγγλ. subculture]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.