| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3018 | αναιρεσίβλητος | , ος/η, ο [ἀναιρεσίβλητος] α-ναι-ρε-σί-βλη-τος επίθ./ουσ.: ΝΟΜ. ο διάδικος εναντίον του οποίου υποβάλλεται στον Άρειο Πάγο αίτηση αναίρεσης. Βλ. εναγόμενος. ΑΝΤ. αναιρεσείων | |
| 3019 | αναιρέσιμος | , η, ο [ἀναιρέσιμος] α-ναι-ρέ-σι-μος επίθ.: που μπορεί να αναιρεθεί: (NOM.) ~η: απόφαση/ποινή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: λειτουργία/συλλογιστική (: οικογένεια λογικών μεθόδων αναπαράστασης γνώσης, των οποίων οι συλλογισμοί βασίζονται σε γενικούς κανόνες που μπορούν να αναιρεθούν).|| (επίσ.) ~η: επιλογή. ~ο: επιχείρημα. ΣΥΝ. ακυρώσιμος [< μεσν. αναιρέσιμος 'που σχετίζεται με δολοφονία', γαλλ. révocable] | |
| 3020 | αναιρεσιμότητα | [ἀναιρεσιμότητα] α-ναι-ρε-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. δυνατότητα ακύρωσης δικαστικής απόφασης (από τον Άρειο Πάγο). Βλ. -ότητα. [< γαλλ. révocabilité] | |
| 3021 | αναιρετικός | , ή, ό [ἀναιρετικός] α-ναι-ρε-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που αναιρεί ή προσβλέπει σε αναίρεση: ~ός: λόγος. ~ή: αίτηση/δίκη/εισήγηση. ~ό: δικαστήριο. Αθωώθηκε με ~ή απόφαση του Αρείου Πάγου.|| (γενικότ.) ~ό: επιχείρημα. Το βιβλίο είναι ~ό πολλών διαδεδομένων ιδεών. Πβ. ανατρεπτικός. ΣΥΝ. ακυρωτικός (1), ανασκευαστικός [< αρχ. ἀναιρετικός 'καταστροφικός'] | |
| 3022 | αναιρώ | [ἀναιρῶ] α-ναι-ρώ ρ. (μτβ.) {αναιρ-είς ... | αναίρ-εσα, -είται, -έθηκε, -ούμενος, -ώντας} 1. ανατρέπω κάτι, αποδεικνύοντας ότι είναι ψευδές, εσφαλμένο ή ανυπόστατο: ~ούνται οι αιτιάσεις/ισχυρισμοί/παλιότερες θεωρίες. Η συμβολή του στον αγώνα ήταν καθοριστική, αλλά αυτό δεν ~εί το γεγονός ότι ... ΣΥΝ. αίρω (1), ανασκευάζω (2), αντικρούω 2. αρνούμαι, ανακαλώ, αποσύρω κάτι: ~ εντολή/κατάθεση. Δεν ~εί (= παίρνει πίσω) τίποτε από όσα έχει πει. Με τις δηλώσεις του δεν ~είται η ουσία της τοποθέτησής του. Πβ. ανασκευάζω. Βλ. αυτοαναιρούμαι. 3. αθετώ, παραβαίνω ή καταργώ κάτι· ειδικότ. (ΝΟΜ.) ακυρώνω απόφαση κατώτερου δικαστηρίου: ~εσε τις δεσμεύσεις του/τους όρους/τις υποσχέσεις του.|| Ο Άρειος Πάγος ~εσε απόφαση του Εφετείου ως εσφαλμένη. ~έθηκε το βούλευμα/η ποινή. [< αρχ. ἀναιρῶ, γαλλ. réfuter, rétracter, révoquer] | |
| 3023 | αναισθησία | [ἀναισθησία] α-ναι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. απώλεια των αισθήσεων, κυρ. της αίσθησης του πόνου, που γίνεται, συνήθ. με χορήγηση αναισθητικού, με σκοπό την εγχείρηση ή την εκτέλεση άλλης επώδυνης διαδικασίας: επισκληρίδιος/επιφανειακή/μερική (: κατά την οποία διατηρείται κάποιος βαθμός αισθητικότητας)/οδοντιατρική/περιοχική/ραχιαία ~. Επέμβαση με γενική/ολική/τοπική ~. ~ με εισπνοή/ψύξη. Κάνω/προκαλώ ~. Πβ. αναισθητοποίηση, νάρκωση. Βλ. ύπνωση.|| (συνεκδ.) Χορηγώ (ελαφριά) ~ (= αναισθητικό). 2. (μτφ.) έλλεψη ανθρωπιάς, συμπόνιας· αδιαφορία, απάθεια: Τι ~ είναι αυτή! Δείχνει/επιδεικνύει/έχει (πλήρη) ~. Τον διακρίνει μεγάλη ~. Πβ. αναλγησία, απονιά. Βλ. ευσπλαχνία, φιλανθρωπία. ΑΝΤ. ευαισθησία (1) 3. ΦΥΣΙΟΛ. (σπανιότ.) μερική ή ολική απουσία της αισθητικότητας και η σχετική παθολογική κατάσταση: ακουστική ~. Βλ. δυσ-, παρ-, υπ-, υπερ-αισθησία. [< αρχ. ἀναισθησία, γαλλ. anesthésie, αγγλ. an(a)esthesia] | |
| 3024 | αναισθησιογόνος | , α, ο [ἀναισθησιογόνος] α-ναι-σθη-σι-ο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που προξενεί αναισθησία: ~ο: αέριο/σπρέι. ~α: φάρμακα. Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: αναισθησιογόνο (το): αναισθητικό. | |
| 3025 | αναισθησιολογία | [ἀναισθησιολογία] α-ναι-σθη-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τις μεθόδους αναισθησίας και την εφαρμογή των αναισθητικών και η σχετική ειδικότητα: κλινική/κτηνιατρική/οδοντιατρική ~. [< μτγν. ἀναισθησιολογία ‘θεωρία περί αναισθησίας’, αγγλ. anesthesiology, 1911, γαλλ. anesthésiologie, 1950] | |
| 3026 | αναισθησιολογικός | , ή, ό [ἀναισθησιολογικός] α-ναι-σθη-σι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αναισθησιολογία: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: τεχνική. ~ό: τμήμα νοσοκομείου. [< γαλλ. anesthésiologique] | |
| 3027 | αναισθησιολόγος | [ἀναισθησιολόγος] α-ναι-σθη-σι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην αναισθησιολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. anesthesiologist, 1922, γαλλ. anesthésiologiste, 1973] | |
| 3028 | αναισθητικός | , ή, ό [ἀναισθητικός] α-ναι-σθη-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που προκαλεί αναισθησία: ~ή: ένεση/κρέμα/ουσία. ~ό: αέριο/διάλυμα/σπρέι. ~ά: όπλα/φάρμακα. Πβ. ναρκωτικός. ● Ουσ.: αναισθητικό (το): ουσία που προκαλεί αναισθησία: γενικό/δραστικό/εισπνεόμενο (βλ. αλοθάνιο)/ενδοφλέβιο ~. Τοπικά ~ά. (Eνδαγγειακή) έγχυση/εφαρμογή/χορήγηση ~ού. Πβ. αναλγητικό, κατασταλτικό. ΣΥΝ. αναισθησιογόνο [< γαλλ. anesthésique, αγγλ. anesthetic] | |
| 3029 | αναισθητοποίηση | [ἀναισθητοποίηση] α-ναι-σθη-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναισθητοποιώ: (ΙΑΤΡ.) ~ των άκρων/του δαχτύλου/του δοντιού. Όπλα ~ης. Πβ. αναισθησία, νάρκωση, ύπνωση.|| (μτφ.) ~ των ηθικών αντιστάσεων/των πολιτών. Πβ. αδιαφορία, αναλγησία, απευαισθητοποίηση, παθητικότητα. [< αγγλ. anesthetization] | |
| 3030 | αναισθητοποιώ | [ἀναισθητοποιῶ] α-ναι-σθη-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αναισθητοποι-εί | αναισθητοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. προκαλώ (γενική ή τοπική) αναισθησία: Οι ληστές ~ησαν το θύμα τους με σπρέι.|| (ΙΑΤΡ.) ~ημένος: ασθενής. ΣΥΝ. ναρκώνω (1) 2. (μτφ.) καθιστώ κάποιον εντελώς απαθή, ανίκανο ή απρόθυμο να αντιδράσει: Η συχνή παρακολούθηση σκηνών βίας στην τηλεόραση ~εί το κοινό. Πβ. απευαισθητο-, παθητικο-ποιώ, υπνωτίζω. [< 1: αγγλ. anesthetize, γαλλ. anesthésier] | |
| 3031 | αναίσθητος | , η, ο [ἀναίσθητος] α-ναί-σθη-τος επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που παρουσιάζει απώλεια των αισθήσεων: Έπεσε ~ στο έδαφος. Την βρήκαν (σχεδόν) ~η στο πάτωμα. Με ένα χτύπημα τον άφησαν/τον έριξαν ~ο. ΣΥΝ. λιπόθυμος 2. (μτφ.) αδιάφορος, ασυγκίνητος, άσπλαχνος: κοινωνικά ~. Σα δε ντρέπεται, ο ~! Τόσο ~ είσαι; Πβ. ανάλγητος, απαθής, άπονος, χοντρόπετσος, ψυχρός.|| ~η: συμπεριφορά. ΑΝΤ. ευαίσθητος (1) [< 1: αρχ. ἀναίσθητος 2: αρχ. ~, γαλλ. insensible] | |
| 3032 | αναισχυντία | [ἀναισχυντία] α-ναι-σχυ-ντί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αδιαντροπιά: απροκάλυπτη/πρωτοφανής ~. Η ~ του δεν έχει όρια. Έφτασε σε τέτοιο σημείο ~ας που ... Έχει το θράσος και την ~ να ... Πβ. αισχρότητα, ξεδιαντροπιά, ξετσιπωσιά. ΑΝΤ. αιδημοσύνη, σεμνότητα [< αρχ. ἀναισχυντία] | |
| 3033 | αναίσχυντος | , η, ο [ἀναίσχυντος] α-ναί-σχυ-ντος επίθ. (λόγ.): αδιάντροπος: ~ος: ισχυρισμός. ~η: εκμετάλλευση/πράξη/συμπεριφορά. ~α: ψεύδη.|| (για πρόσ.) ~ος: απατεώνας. Θρασύς και ~. Πβ. αναιδής, ανερυθρίαστος, ασύστολος, επαίσχυντος, ξεδιάντροπος, ξετσίπωτος. ● επίρρ.: αναίσχυντα [< αρχ. ἀναίσχυντος] | |
| 3034 | αναιτιολόγητος | , η, ο [ἀναιτιολόγητος] α-ναι-τι-ο-λό-γη-τος επίθ. (λόγ.): που δεν μπορεί να αιτιολογηθεί: ~ος: πανικός. ~η: απόλυση/απουσία/απόφαση/βία/καθυστέρηση. ~ο: έγκλημα. ~α: έξοδα (= άσκοπα). Πβ. αδικαιολόγητος, ατεκμηρίωτος. ΑΝΤ. αιτιολογημένος ● επίρρ.: αναιτιολόγητα & (λόγ.) -ήτως: Τον διέγραψαν/του επιτέθηκαν ~. [< μτγν. ἀναιτιολόγητος, γαλλ. injustifié] | |
| 3035 | αναίτιος | , α, ο [ἀναίτιος] α-ναί-τι-ος επίθ. (λόγ.) 1. που γίνεται χωρίς λόγο και αιτία, αδικαιολόγητος: ~ος: θυμός/πόλεμος. ~α: απουσία. ~ες: επιθέσεις (= απρόκλητες). 2. (σπάν.) που δεν ευθύνεται για κάτι, αθώος: ~α: θύματα (του πολέμου). ● επίρρ.: αναίτια & (λόγ.) -ίως [< αρχ. ἀναίτιος, γαλλ. injustifié] | |
| 3036 | ανακάθισμα | [ἀνακαθίζω] α-να-κα-θί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανακάθι-σα, -σμένος} 1. (αμτβ.) ανακάθομαι, ανασηκώνομαι: ~σε στο κρεβάτι. 2. (μτβ.) ανασηκώνω κάποιον που είναι ξαπλωμένος: Η νοσοκόμα ~σε τον ασθενή. [< αρχ. ἀνακαθίζω] | |
| 3037 | ανακάθομαι | [ἀνακάθομαι] α-να-κά-θο-μαι ρ. (αμτβ.) {ανακάθι-σα (αδόκ. ανακάθη-σα) -σμένος}: ανασηκώνομαι, για να καθίσω: ~σε στο κρεβάτι/στην καρέκλα. Έμεινε για λίγο ~σμένος. ΣΥΝ. ανακαθίζω (1) [< μτγν. ἀνακάθημαι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ