Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [39780-39800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39185πατίνιπα-τί-νι ουσ. (ουδ.) 1. ξύλινη ή μεταλλική σανίδα με μικρές ρόδες και μία κάθετη ράβδο που χρησιμεύει ως τιμόνι∙ ο χειριστής στέκεται όρθιος, πατά το ένα πόδι στη σανίδα και με το άλλο, που ακουμπά στο έδαφος, δίνει ώθηση για να κινηθεί∙ συνήθ. χρησιμοποιείται ως παιδικό παιχνίδι. || Ηλεκτρικά ~ια. Βλ. σκέιτμπορντ. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} τροχοπέδιλο, ρόλερ· σπάν. παγοπέδιλο. ● ΦΡ.: αν η γιαγιά μου είχε καρούλια, (θα ήταν πατίνι/τρόλεϊ/τρένο) βλ. καρούλι, του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο βλ. ζωή [< ιταλ. pattino, πληθ. pattini, γαλλ. patin]
39186πατιρντίπα-τιρ-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λαϊκό): φασαρία, αναστάτωση: Άρχισε το ~. Θα γίνει μεγάλο ~. ΣΥΝ. νταβαντούρι, σαματάς [< τουρκ. patιrdι]
39187πατισερίπα-τι-σε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. ΖΑΧΑΡ. κρέμα ζαχαροπλαστικής. 2. ζαχαροπλαστείο. Βλ. -ερί. [< γαλλ. pâtisserie]
39188πατόκορφαπα-τό-κορ-φα επίρρ.: από την κορυφή ως τα νύχια, από πάνω ως κάτω, σε όλο το σώμα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: βρίζω/χέζω (κάποιον) πατόκορφα (αργκό-επιτατ.): βρίζω χυδαία.
39189πάτοςπά-τος ουσ. (αρσ.) 1. βάση κοίλου αντικειμένου και ειδικότ. η χαμηλότερη επιφάνειά του· βυθός: ο ~ του βαρελιού/της δεξαμενής/του δοχείου/της λίμνης (πβ. πυθμένας)/της μπανιέρας/του μπουκαλιού/του πηγαδιού/του ποτηριού/της τσάντας. Κατσαρόλα/τηγάνι με αντικολλητικό ~ο. Σκάφος με γυάλινο ~ο. Κιβώτια με διπλούς ~ους.|| Το καράβι πήγε στον ~ο (της θάλασσας) (= βυθίστηκε). Πβ. πυθμένας. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} κομμάτι από μαλακό υλικό, σε σχήμα πέλματος, που τοποθετείται μέσα στο παπούτσι για βελτίωση της εφαρμογής του και για άνεση στο περπάτημα· κατ' επέκτ. σόλα: αθλητικοί/ανατομικοί/αντιβακτηριδιακοί/εσωτερικοί/ορθοπαιδικοί ~οι. ~οι σιλικόνης/τζελ. ~οι για την πλατυποδία. Ένα ζευγάρι ~ους.|| Παπούτσια με αντιολισθητικούς ~ους. 3. (μτφ.-προφ.) τελευταία θέση αξιολογικής κλίμακας, έσχατο σημείο: Έπιασε ~ο (= πάτωσε) στις εξετάσεις. Βρίσκονται στον ~ο της βαθμολογίας. ΑΝΤ. κορυφή (2) ● ΦΡ.: από την κορυφή ως τον πάτο (προφ.): από πάνω μέχρι κάτω. Πβ. από την κορυφή ως τα νύχια. ΣΥΝ. πατόκορφα, άσπρο πάτο!: προτρεπτική έκφρ. που λέγεται από συμπότες, για να πιουν όλο το ποτήρι, μέχρι την τελευταία γουλιά. Βλ. γεια μας, εβίβα, στην υγειά (σου/του/μας)., μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος/ο τάκος (προφ.): εξουθενώθηκα, κατακουράστηκα: ~ ~ στη δουλειά (= ξεπατώθηκα)/να το τελειώσω (= μου βγήκε το λάδι/η Παναγία/η πίστη/η ψυχή)! Πβ. μου βγαίνει ο κώλος/η μέση.|| Μου έχει βγάλει τον πάτο (= με έχει εξαντλήσει)!, πάτος στο βαρέλι (μτφ.): οριακό σημείο που σηματοδοτεί το τέλος μιας προβληματικής, χαοτικής κατάστασης: ~ ~ της εξαθλίωσης. Μπαίνει ~ ~. Δεν υπάρχει ~ ~. [< μεσν. πάτος < αρχ. ~ 'πατημένος δρόμος']
39191πατούμενοπα-τού-με-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-αργκό): παπούτσι: Με γεια τα ~α! || λάστιχα αυροκινήτου: αγόρασε καινούργια ~α.
39192πατούραπα-τού-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΤΕΧΝΟΛ. εγκοπή ή προεξοχή αντικειμένου (κυρ. σανίδας) που χρησιμεύει για την προσαρμογή του σε άλλη επιφάνεια ή για καλύτερη στήριξη. Πβ. μόρσο. [< ιταλ. battura]
39193πατούσαπα-τού-σα ουσ. (θηλ.): το πέλμα του ποδιού: οι ~ες του μωρού. Μην πατάς κάτω με γυμνές ~ες (= ξυπόλυτος). ● Υποκ.: πατουσάκι (το), πατουσίτσα & (σπάν.) πατουσούλα (η) [< μεσν. πατούσα]
39194πατόφτυαροπα-τό-φτυα-ρο ουσ. (ουδ.): είδος τετράγωνου συνήθ. φτυαριού με λαβή, που χρησιμοποιείται στην κηπουρική.
39195πατόχαρτοπα-τό-χαρ-το ουσ. (ουδ.): χαρτί με σκληρή όψη συνήθ. για το τρίψιμο επιφανειών, κυρ. τοίχων. Πβ. γυαλόχαρτο. Βλ. -χαρτο.
39196πατόψαροπα-τό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. γενική ονομασία ψαριών που ζουν στον πυθμένα της θάλασσας. Πβ. πετρόψαρο. Βλ. ροφός, σαργός, συναγρίδα, σφυρίδα, τσιπούρα, -ψαρο. ΑΝΤ. αφρόψαρο 2. (στρατ. αργκό) νεοσύλλεκτος. Πβ. γκάβακας, στραβάδι, ψάρακας, ψάρι.
39197πατρ-βλ. πατρο-
39198πατραϊκός, ή, ό βλ. πατρινός
39199πατρι-βλ. πατρο-
39200πατριάπα-τρι-ά ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. (συνήθ. σε παραδοσιακές κοινωνίες) κοινωνική ομάδα τα μέλη της οποίας συνδέονται με δεσμούς που προέρχονται από το γένος του πατέρα. [< αρχ. πατριά]
39201πατριαρχείο[πατριαρχεῖο] πα-τρι-αρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΕΚΚΛΗΣ. η ανώτατη θρησκευτική εξουσία στην Ορθόδοξη Εκκλησία∙ η έδρα και ο οίκος του πατριάρχη, καθώς και οι σχετικές υπηρεσίες, δικαιοδοσίες και αρμοδιότητες. ● ΣΥΜΠΛ.: Νεοπαγή Πατριαρχεία: χαρακτηρισμός των νεότερων ορθόδοξων πατριαρχείων (Βουλγαρίας, Γεωργίας, Ρουμανίας, Ρωσίας, Σερβίας)., Οικουμενικό Πατριαρχείο: το πρώτο ιεραρχικά πατριαρχείο της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που έχει την έδρα του στην Κωνσταντινούπολη: αντιπροσωπεία/Ιερά Σύνοδος του ~ού ~ου. Πβ. Φανάρι., Πρεσβυγενή/Παλαίφατα Πατριαρχεία: χαρακτηρισμός των τεσσάρων αρχαιότερων ορθόδοξων πατριαρχείων (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων). [< μεσν. πατριαρχείον]
39202πατριάρχηςπα-τρι-άρ-χης ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Π) πρόσωπο που κατέχει τον ανώτατο τίτλο του Αρχιεπισκόπου Ορθόδοξης Εκκλησίας ή αρχηγού αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας. Βλ. θειότατος, -άρχης. 2. ΘΡΗΣΚ. (στην Παλαιά Διαθήκη) αρχηγός φυλής του Ισραήλ· καθένας από τους προπάτορες του ανθρώπινου γένους. 3. (παλαιότ.) αρχηγός πατριάς, γένους, φυλής∙ η κεφαλή της ευρύτερης οικογένειας. 4. (σπάν.-μτφ.) θεμελιωτής, δημιουργός: ~ του ρεμπέτικου. Πβ. γενάρχης, ιδρυτής, πατέρας. ● ΣΥΜΠΛ.: Οικουμενικός Πατριάρχης: ΕΚΚΛΗΣ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο προκαθήμενος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Βλ. Παναγιότατος, πνευματικός ηγέτης. [< 1,2,3: μτγν. πατριάρχης 4: αγγλ. patriarch, γαλλ. patriarche]
39203πατριαρχίαπα-τρι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. η θητεία και η εξουσία του πατριάρχη. Βλ. -αρχία. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. κοινωνικό σύστημα στο οποίο οι άνδρες κατέχουν κυρίαρχη θέση στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Πβ. ανδροκρατία. Βλ. μητριαρχία. [< 1: μτγν. πατριαρχία 2: γαλλ. patriarcat, αγγλ. patriarchy]
39204πατριαρχικός, ή, ό πα-τρι-αρ-χι-κός επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συνήθ. με κεφαλ. Π) που σχετίζεται με τον Πατριάρχη ή το Πατριαρχείο: ~ός: Ναός/Οίκος. ~ή: αντιπροσωπεία/απόφαση/εγκύκλιος/Έδρα/εκλογή/εξουσία/επίσκεψη/επιστολή/ευλογία/Μονή/Σύνοδος/Σχολή. ~ό: Ίδρυμα/Μέγαρο. ~ά: έγγραφα/σιγίλλια. Ανήλθε στον ~ό θρόνο/θώκο (= στο ~ό αξίωμα). ~ή και Συνοδική Πράξη. Βλ. αρχιεπισκοπ-, εξαρχ-, παπ-ικός.|| ~ός: Διάκονος/Έξαρχος/Επίτροπος. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που αναφέρεται στην πατριαρχία: ~ή: κοινωνία (πβ. ανδροκρατούμενη)/οικογένεια. ~ό: μοντέλο/πρότυπο/σύστημα. ~ές: αντιλήψεις/δομές/σχέσεις. ~ά: στερεότυπα. Πβ. ανδροκρατικός. Βλ. μητριαρχ-, σεξιστ-, φαλλοκρατ-ικός. 3. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από επιβλητικότητα, κύρος, μεγαλοπρέπεια: ~ό: ύφος. [< 1: μτγν. πατριαρχικός 2: γαλλ. patriarcal, αγγλ. patriarchical]
39205πατρίδαπα-τρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. & (λόγ.) πατρίς {πατρίδος}: η χώρα καταγωγής κάποιου· το έθνος, το κράτος ως ιδέα και αξία: τα ήθη και έθιμα/οι παραδόσεις/ο πολιτισμός/ο φυσικός πλούτος της ~ας μας. Αγάπη για την ~ (= φιλοπατρία). Λαός χωρίς ~ (βλ. άπατρις). Υπερασπίστηκαν την ~ τους. Αγωνίστηκαν/έπεσαν/θυσιάστηκαν για την ~. Υπηρετεί την ~ (: είναι στρατιώτης). (ευχετ.) Καλή ~ (: ενν. επιστροφή στην ~· βλ. επαναπατρισμός, ξένα). 2. (μτφ.) ο τόπος στον οποίο πρωτοεμφανίστηκε και ήκμασε κάτι: η ~ της δημοκρατίας/των Ολυμπιακών Αγώνων. H επιστήμη/τέχνη δεν έχει ~ (: αποτελεί καθολικό, πανανθρώπινο αγαθό). Πβ. λίκνο. ΣΥΝ. κοιτίδα 3. (οικ. προσφών.) συμπατριώτης, συντοπίτης: Γεια σου, ~! ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερη πατρίδα: χώρα ή τόπος όπου έχει μείνει κάποιος για μεγάλο χρονικό διάστημα ή/και με τον οποίο είναι συναισθηματικά δεμένος: Η ... είναι για μένα πια ~ ~. Έχει την ... (ως) ~ ~ του., η ιδιαίτερη πατρίδα (κάποιου): ο τόπος καταγωγής του: Κατεβαίνει βουλευτής στην ~ ~ του. Πβ. γενέτειρα., η μαμά/η μητέρα πατρίδα βλ. μαμά ● ΦΡ.: (πήγε) υπέρ πίστεως (και πατρίδος) βλ. πίστη, εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης βλ. οιωνός, όπου γης (και) πατρίς βλ. γη [< 1: αρχ. πατρίς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.