| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39172 | πατησιά | βλ. πατημασιά | |
| 39173 | πατητήρι | πα-τη-τή-ρι ουσ. (ουδ.): ειδικά διαμορφωμένος χώρος για το πάτημα ή τη σύνθλιψη σταφυλιών. Βλ. μούστος, -τήρι. ΣΥΝ. ληνός [< μτγν. πατητήριον] | |
| 41888 | Πατητήρι | πορ-σε-λά-νη ουσ. (θηλ.): λευκό, γυαλιστερό και συμπαγές κεραμικό υλικό· συνεκδ. κάθε αντικείμενο υψηλής ποιότητας κατασκευασμένο από αυτό: κινέζικη/συνθετική/υαλώδης ~. Είδη/σκεύη από ~. Κούκλα από ~.|| Διατηρεί μεγάλη συλλογή από ~ες. Πβ. φαρφουρί. Βλ. καολίνη.|| Όψεις πορσελάνης (: λεπτές φλούδες από πορσελάνη οι οποίες συγκολλούνται στις εξωτερικές επιφάνειες των δοντιών). [< ιταλ. porcellana, γαλλ. porcelaine] | |
| 39174 | πατητός | , ή, ό πα-τη-τός επίθ. 1. που πιέζεται ή συμπιέζεται: ~ός: διακόπτης. ~ή: κλειδαριά. ~ό: κουμπί. Καζανάκι με ~ό μηχανισμό. 2. ΟΙΚΟΔ. που στρώνεται και πατιέται με μυστρί ή άλλο ειδικό εργαλείο: ~ή: τσιμεντοκονία. 3. (αργκό) που οδηγεί αυτοκίνητο με μεγάλη ταχύτητα: Έφυγε ~. Έτρεχε ~ στην εθνική. Πβ. σφαίρα, τέρμα/τσίτα/τέζα (τα) γκάζια/(το) γκάζι. ● Ουσ.: πατητή (η): επικίνδυνο παιχνίδι, κατά το οποίο κάποιος βυθίζει στο νερό έναν άνθρωπο που κολυμπά, πιέζοντας το κεφάλι ή/και τους ώμους προς τα κάτω: Κάνω ~. ~ές στη θάλασσα/στην πισίνα., πατητό (το): ομαδικό παιχνίδι εξωτερικού χώρου κατά το οποίο ο ένας παίκτης προσπαθεί να πατήσει τον άλλο. [< μτγν. πατητός ‘πατημένος, ζουληγμένος’] | |
| 39175 | πατικώνω | πα-τι-κώ-νω ρ. (μτβ.) {πατίκω-σα, πατικώ-θηκε, -μένος, πατικών-οντας} (προφ.): πιέζω κάτι, για να πιάσει λιγότερο χώρο ή για να γίνει πιο συμπαγές: ~ τα ρούχα στη βαλίτσα. ~ το χώμα στη γλάστρα. Πβ. στουπώνω, συμπιέζω.|| Τα μαλλιά του ήταν ~μένα (= πατημένα) από τον ύπνο. | |
| 39176 | πατιλέτα | πα-τι-λέ-τα ουσ. (θηλ.): τμήμα υφάσματος που καλύπτει το φερμουάρ ή τα κουμπιά ρούχου: κρυφή ~. Βλ. -έτα. [< γαλλ. patelette] | |
| 39177 | πατίνα | πα-τί-να ουσ. (θηλ.) 1. λεπτό πρασινωπό στρώμα που καλύπτει χάλκινα, ορειχάλκινα και γενικότ. μεταλλικά αντικείμενα και προκαλείται από φυσικά αίτια με την πάροδο του χρόνου ή δημιουργείται με τεχνητά μέσα, για να δείχνουν παλιά: ~ παλαίωσης. 2. ΤΕΧΝΟΛ. επίχριση επιφάνειας με ειδικό υλικό ή βερνίκι για λόγους προστασίας ή διακόσμησης, ώστε να προσομοιάζει στη φυσική οξείδωση· συνεκδ. το αποτέλεσμα που προκύπτει: τραπέζι από/με λευκή ~. Βλ. αντικέ. ● ΦΡ.: η πατίνα του χρόνου βλ. χρόνος [< βεν. patina, γαλλ. patine] | |
| 39178 | πατινάδα | βλ. μαντινάδα | |
| 39179 | πατινάζ | πα-τι-νάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. άθλημα κατά το οποίο ο αθλητής κινείται ή χορεύει πάνω στον πάγο ή σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο με κατάλληλα πέδιλα∙ κατ' επέκτ. κίνηση, γλίστρημα σε λείο έδαφος: ~ ταχύτητας. Πίστα για ~. Παγκόσμιο πρωτάθλημα ~. Κάνω ~ (= πατινάρω). Πβ. παγοδρομία. Βλ. παγο-, τροχο-πέδιλο. ● ΣΥΜΠΛ.: καλλιτεχνικό πατινάζ: που γίνεται στον πάγο με μουσική υπόκρουση, συγκεκριμένο πρόγραμμα, ελεύθερες αλλά και υποχρεωτικές φιγούρες και χορευτικές κινήσεις: Το ~ ~ αποτελεί άθλημα των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων. Πβ. χορός στον πάγο. [< αγγλ. figure skating, 1852, artistic skating] [< γαλλ. patinage] | |
| 39180 | πατινάρισμα1 | πα-τι-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ολίσθηση ανάμεσα σε δύο επιφάνειες, χωρίς μετάδοση κίνησης: ~ του συμπλέκτη. Βλ. -ισμα, σπινιάρισμα. [< γαλλ. patinage] | |
| 39181 | πατινάρισμα2 | πα-τι-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): τεχνική επάλειψης της επιφάνειας επίπλου ή αντικειμένου με πατίνα, για προστασία ή παλαίωση. [< γαλλ. patinage, 1930] | |
| 39182 | πατινάρω1 | πα-τι-νά-ρω ρ. (αμτβ.) {πατινάρισα}: (σπάν.) γλιστρώ στον πάγο ή σε λεία επιφάνεια, κάνω πατινάζ. ● πατινάρει: ΤΕΧΝΟΛ. (για κυκλική επιφάνεια) περιστρέφεται λόγω ελλιπούς πρόσφυσης σε άλλη, χωρίς να μεταδίδει κίνηση: ~ ο δίσκος/ο συμπλέκτης. Βλ. σπινιάρω. [< γαλλ. patiner, ιταλ. pattinare] | |
| 39183 | πατινάρω2 | πα-τι-νά-ρω ρ. (μτβ.) {κυρ. στη μτχ. πατιναρ-ισμένος}: δημιουργώ πατίνα σε επιφάνεια: ~ισμένα: έπιπλα. [< γαλλ. patiner, ιταλ. patinare] | |
| 39184 | πατινέρ | πα-τι-νέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: αθλητής του πατινάζ. Πβ. παγοδρόμος. [< γαλλ. patineur] | |
| 39185 | πατίνι | πα-τί-νι ουσ. (ουδ.) 1. ξύλινη ή μεταλλική σανίδα με μικρές ρόδες και μία κάθετη ράβδο που χρησιμεύει ως τιμόνι∙ ο χειριστής στέκεται όρθιος, πατά το ένα πόδι στη σανίδα και με το άλλο, που ακουμπά στο έδαφος, δίνει ώθηση για να κινηθεί∙ συνήθ. χρησιμοποιείται ως παιδικό παιχνίδι. || Ηλεκτρικά ~ια. Βλ. σκέιτμπορντ. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} τροχοπέδιλο, ρόλερ· σπάν. παγοπέδιλο. ● ΦΡ.: αν η γιαγιά μου είχε καρούλια, (θα ήταν πατίνι/τρόλεϊ/τρένο) βλ. καρούλι, του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο βλ. ζωή [< ιταλ. pattino, πληθ. pattini, γαλλ. patin] | |
| 39186 | πατιρντί | πα-τιρ-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λαϊκό): φασαρία, αναστάτωση: Άρχισε το ~. Θα γίνει μεγάλο ~. ΣΥΝ. νταβαντούρι, σαματάς [< τουρκ. patιrdι] | |
| 39187 | πατισερί | πα-τι-σε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. ΖΑΧΑΡ. κρέμα ζαχαροπλαστικής. 2. ζαχαροπλαστείο. Βλ. -ερί. [< γαλλ. pâtisserie] | |
| 39188 | πατόκορφα | πα-τό-κορ-φα επίρρ.: από την κορυφή ως τα νύχια, από πάνω ως κάτω, σε όλο το σώμα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: βρίζω/χέζω (κάποιον) πατόκορφα (αργκό-επιτατ.): βρίζω χυδαία. | |
| 39189 | πάτος | πά-τος ουσ. (αρσ.) 1. βάση κοίλου αντικειμένου και ειδικότ. η χαμηλότερη επιφάνειά του· βυθός: ο ~ του βαρελιού/της δεξαμενής/του δοχείου/της λίμνης (πβ. πυθμένας)/της μπανιέρας/του μπουκαλιού/του πηγαδιού/του ποτηριού/της τσάντας. Κατσαρόλα/τηγάνι με αντικολλητικό ~ο. Σκάφος με γυάλινο ~ο. Κιβώτια με διπλούς ~ους.|| Το καράβι πήγε στον ~ο (της θάλασσας) (= βυθίστηκε). Πβ. πυθμένας. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} κομμάτι από μαλακό υλικό, σε σχήμα πέλματος, που τοποθετείται μέσα στο παπούτσι για βελτίωση της εφαρμογής του και για άνεση στο περπάτημα· κατ' επέκτ. σόλα: αθλητικοί/ανατομικοί/αντιβακτηριδιακοί/εσωτερικοί/ορθοπαιδικοί ~οι. ~οι σιλικόνης/τζελ. ~οι για την πλατυποδία. Ένα ζευγάρι ~ους.|| Παπούτσια με αντιολισθητικούς ~ους. 3. (μτφ.-προφ.) τελευταία θέση αξιολογικής κλίμακας, έσχατο σημείο: Έπιασε ~ο (= πάτωσε) στις εξετάσεις. Βρίσκονται στον ~ο της βαθμολογίας. ΑΝΤ. κορυφή (2) ● ΦΡ.: από την κορυφή ως τον πάτο (προφ.): από πάνω μέχρι κάτω. Πβ. από την κορυφή ως τα νύχια. ΣΥΝ. πατόκορφα, άσπρο πάτο!: προτρεπτική έκφρ. που λέγεται από συμπότες, για να πιουν όλο το ποτήρι, μέχρι την τελευταία γουλιά. Βλ. γεια μας, εβίβα, στην υγειά (σου/του/μας)., μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος/ο τάκος (προφ.): εξουθενώθηκα, κατακουράστηκα: ~ ~ στη δουλειά (= ξεπατώθηκα)/να το τελειώσω (= μου βγήκε το λάδι/η Παναγία/η πίστη/η ψυχή)! Πβ. μου βγαίνει ο κώλος/η μέση.|| Μου έχει βγάλει τον πάτο (= με έχει εξαντλήσει)!, πάτος στο βαρέλι (μτφ.): οριακό σημείο που σηματοδοτεί το τέλος μιας προβληματικής, χαοτικής κατάστασης: ~ ~ της εξαθλίωσης. Μπαίνει ~ ~. Δεν υπάρχει ~ ~. [< μεσν. πάτος < αρχ. ~ 'πατημένος δρόμος'] | |
| 39191 | πατούμενο | πα-τού-με-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-αργκό): παπούτσι: Με γεια τα ~α! || λάστιχα αυροκινήτου: αγόρασε καινούργια ~α. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ