| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39207 | πατριδοκαπηλία | πα-τρι-δο-κα-πη-λί-α ουσ. (θηλ.) , (εσφαλμ.) πατριδοκαπηλεία (αρνητ. συνυποδ.): εκμετάλλευση της έννοιας της πατρίδας και των ιδανικών της για την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων. Πβ. εθνοκαπηλία. Βλ. λαϊκισμός. | |
| 39208 | πατριδοκάπηλος | , η, ο πα-τρι-δο-κά-πη-λος επίθ./ουσ.: που εκμεταλλεύεται τις αξίες και τα ιδανικά της πατρίδας για την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων. Πβ. εθνοκάπηλος. Βλ. -κάπηλος. | |
| 39209 | πατριδολαγνεία | πα-τρι-δο-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): υπέρμετρη πατριδολατρία. Βλ. παρελθοντολαγνεία. | |
| 39210 | πατριδολάτρης | πα-τρι-δο-λά-τρης ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που λατρεύει την πατρίδα του. Πβ. πατριώτης, φιλόπατρις. Βλ. -λάτρης. | |
| 39211 | πατριδολατρία | πα-τρι-δο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αδόκ. πατριδολατρεία): υπερβολική αγάπη για την πατρίδα. Πβ. πατριδολαγνεία, πατριωτισμός, φιλοπατρία. Βλ. -λατρία. | |
| 39212 | πατριδωνυμικό | πα-τρι-δω-νυ-μι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. όνομα που φανερώνει τον τόπο καταγωγής ή διαμονής κάποιου. Βλ. Έλληνας, Πελοποννήσιος, -ωνυμικός. | |
| 39213 | πατρίκιος | πα-τρί-κι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου | θηλ. πατρικία στις σημ.1,2} 1. ΙΣΤ. πολίτης που ανήκε στην ανώτατη κοινωνική και πολιτική τάξη στην αρχαία Ρώμη. Βλ. ευπατρίδης, πληβείος. 2. ΙΣΤ. τίτλος ανώτατου αξιωματούχου στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και στο Βυζάντιο. 3. (μτφ.) αριστοκράτης, προνομιούχος. [< 1,2: μτγν. πατρίκιος 3: γαλλ. patricien] | |
| 39214 | πατρικός | , ή, ό πα-τρι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον πατέρα ή προέρχεται από αυτόν: ο ~ ρόλος. Η ~ή οικογένεια (: ο πατέρας, η μητέρα και τα άγαμα αδέλφια). ~ή: ευχή/περιουσία/στοργή/φιγούρα. ~ό: ένστικτο/πρότυπο. ~ές: συμβουλές. ~ά: γονίδια/καθήκοντα. Βλ. μητρικός. 2. (κατ' επέκτ.) προγονικός: η ~ή γη/κληρονομιά. Τα ~ά εδάφη/χώματα. Πβ. πάτριος. 3. (μτφ.) που τον χαρακτηρίζει το ενδιαφέρον, η προστατευτικότητα, η στοργικότητα που δείχνει ένας καλός πατέρας: Με ~ό τόνο/~ό ύφος. Τρέφει γι' αυτή ~ά αισθήματα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Με τις ~ές ευλογίες του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτου ... 4. ΠΛΗΡΟΦ. γονικός. ● Ουσ.: πατρικό (το) 1. το σπίτι όπου ζει ή έζησε κάποιος με τους γονείς (και τα αδέλφια) του ή που κληρονόμησε από αυτούς: Μένει ακόμα στο ~ του. 2. το οικογενειακό όνομα παντρεμένης γυναίκας, σε αντιδιαστολή προς το συζυγικό της επώνυμο: Κράτησε το ~ της. Βλ. πατρωνυμικό. ● επίρρ.: πατρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1,2,3: αρχ. πατρικός, γαλλ. paternel] | |
| 39215 | πατρινός | , ή, ό πα-τρι-νός επίθ. & (λόγ.) πατραϊκός: που σχετίζεται με την Πάτρα ή/και τους Πατρινούς: ~ό: καρναβάλι. Ο Πατραϊκός Κόλπος. [< μτγν. πατραϊκός] | |
| 39216 | Πατρινός, Πατρινή | Πα-τρι-νός επίθ./ουσ. & (λαϊκό) Πατρινιά (η) {(αρσ. λόγ.) Πατρ-εύς | (γεν. πληθ.) -έων}: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Πάτρα. [< μεσν. Πατρινός] | |
| 39217 | πατριός | πα-τρι-ός ουσ. (αρσ.): άνδρας που αναλαμβάνει τον ρόλο του πατέρα για τα παιδιά που έχει η σύζυγός του από προηγούμενο γάμο· θετός πατέρας. Πβ. ψυχοπατέρας. Βλ. μητριά. [< μτγν. πατρυιός] | |
| 39218 | πάτριος | , α, ο πά-τρι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τους προγόνους ή προέρχεται από αυτούς: ~α: γη. ~οι: νόμοι. ~α: εδάφη/έθιμα/ήθη/χώματα.|| (ως ουσ.) Επιστροφή στα ~α (= στην πατρίδα). Πβ. πατρικός, πατρο-γονικός, -παράδοτος, πατρώος, προγονικός. [< αρχ. πάτριος] | |
| 39219 | πατριώτης | πα-τρι-ώ-της ουσ. (αρσ.) , πατριώτισσα (η) 1. πρόσωπο που αγαπά την πατρίδα του: αγνός/ανιδιοτελής/γνήσιος/ένθερμος/ενθουσιώδης/φλογερός ~. Πβ. πατριδολάτρης. Βλ. υπερ~, ψευτο~. ΣΥΝ. φιλόπατρις 2. (λαϊκό) πρόσωπο που κατάγεται από την ίδια περιοχή με κάποιον άλλο· συμπατριώτης, συμπολίτης, συγχωριανός ή συντοπίτης: (οικ. προσφών.) Γεια σου, (ρε) ~η! ● Υποκ.: πατριωτάκι (το): μόνο στη σημ. 2. [< 1: γαλλ. patriote, αγγλ. patriot 2: αρχ. πατριώτης] | |
| 39220 | πατριωτικός | , ή, ό πα-τρι-ω-τι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από αγάπη για την πατρίδα, που σχετίζεται με τον πατριωτισμό: ~ός: αγώνας/ενθουσιασμός/λόγος/σύλλογος. ~ή: δράση/έξαρση/οργάνωση/παράταξη/πολιτική/πράξη/στάση/συνείδηση/φωνή. ~ό: καθήκον/κίνημα/κόμμα/μέτωπο/φρόνημα. ~ές: δυνάμεις/θέσεις. ~ά: αισθήματα/εμβατήρια/τραγούδια. Βλ. υπερ~. ● επίρρ.: πατριωτικά ● ΦΡ.: το παίρνω πατριωτικά (συνήθ. ειρων.) 1. δείχνω ιδιαίτερο ζήλο για κάτι: Το έχει πάρει ~ και δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ. 2. αντιδρώ έντονα: Για χαλάρωσε λιγάκι, πολύ ~ το έχεις πάρει το θέμα. [< αρχ. πατριωτικός 'που ανήκει στην πατριά', γαλλ. patriotique, αγγλ. patriotic] | |
| 39221 | πατριωτισμός | πα-τρι-ω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): φιλοπατρία: αγνός/άδολος/γνήσιος ~. Αισθήματα/έξαρση/παραδείγματα/πνεύμα ~ού. Πβ. πατριδολατρία. Βλ. εθνικισμός, υπερ~, ψευτο~.|| (κατ' επέκτ.) Κομματικός ~ (= προσήλωση στο κόμμα). Βλ. -ισμός. [< γαλλ. patriotisme, αγγλ. patriotism] | |
| 39222 | πατρο- & πατρ- & πατρι- | : πρόθημα που αναφέρεται στον πατέρα ή τους προγόνους: πατρ-ώνυμο (βλ. μητρ-).|| Πατρο-κτόνος.|| Πατρι-αρχία.|| Πατρο-γονικός/~παράδοτος. | |
| 39223 | πατρογονικός | , ή, ό πα-τρο-γο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους προγόνους ή προέρχεται από αυτούς: ~ή: γη/θρησκεία/κληρονομιά/παράδοση/περιουσία. ~ό: σπίτι (= πατρικό). ~ές: αρετές/εστίες/ρίζες. ~ά: εδάφη/χώματα. Πβ. πάτριος, πατροπαράδοτος, προγονικός. ● Ουσ.: πατρογονικά (τα): τα κτήματα που έχουν κληρονομηθεί. [< γαλλ. patrimonial] | |
| 39224 | πατρογραμμικός | , ή, ό πα-τρο-γραμ-μι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που αναφέρεται στο σύστημα συγγένειας το οποίο καθορίζει την καταγωγή, τη γενεαλογία των παιδιών μόνο από τον πατέρα: ~ή: κοινωνία/οργάνωση. ΑΝΤ. μητρογραμμικός [< αγγλ. patrilineal, 1904, γαλλ. patrilinéaire, 1936] | |
| 39225 | πατροκτονία | πα-τρο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): δολοφονία του πατέρα από το παιδί του. Βλ. -κτονία, μητροκτονία. [< μτγν. πατροκτονία] | |
| 39226 | πατροκτόνος | πα-τρο-κτό-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): πρόσωπο που σκότωσε τον πατέρα του. Βλ. -κτόνος, μητροκτόνος. [< αρχ. πατροκτόνος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ