Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [39820-39840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39227πατρολογίαπα-τρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη κυρ. των κειμένων και της διδασκαλίας των Πατέρων της Εκκλησίας και των εκκλησιαστικών συγγραφέων· συνεκδ. η συλλογή των κειμένων τους: ελληνική/λατινική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. patrologie, αγγλ. patrology]
39228πατρόνπα-τρόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: υπόδειγμα, σχέδιο τυπωμένο συνήθ. σε χαρτί, σύμφωνα με το οποίο κόβεται το ύφασμα για ένα ρούχο. [< γαλλ. patron]
39229πατρονάρισμαπα-τρο-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): καθοδήγηση προσώπων ή προώθηση καταστάσεων με παρασκηνιακές μεθόδους ή αθέμιτα μέσα· χειραγώγηση. Πβ. καπέλωμα, κηδεμονία, πατερναλισμός, πατρωνία, ποδηγέτηση. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. patronage]
39230πατρονάρωπα-τρο-νά-ρω ρ. (μτβ.) {πατρονάρ-ισε, -ισμένος, -οντας}: κατευθύνω, προωθώ, προστατεύω ή ελέγχω πρόσωπα και καταστάσεις, συνήθ. με παρασκηνιακές μεθόδους ή αθέμιτα μέσα: Πολιτικοί που ~ουν (= χειραγωγούν) την κοινή γνώμη. Πβ. καπελώνω, κηδεμονεύω, ποδηγετώ. [< γαλλ. patronner]
39231πατρονίστπα-τρο-νίστ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: σχεδιαστής ή σχεδιάστρια πατρόν. Βλ. μοντελίστ.
39232πατροπαράδοτος, η, ο πα-τρο-πα-ρά-δο-τος επίθ.: που έχει κληροδοτηθεί από τις προηγούμενες γενιές στις μετέπειτα, παραδοσιακός: ~η: γιορτή/θρησκεία/μουσική/συνταγή/φιλοξενία. ~ο: γλέντι/πανηγύρι. ~ες: αξίες/συνήθειες. ~α: έθιμα/ήθη/κούλουμα. Με τον ~ο τρόπο γιορτάστηκε ... Η ~η κοπή της βασιλόπιτας.|| (ειδικότ., για εδέσματα-ποτά) ~ος: οβελίας. ~η: μαγειρίτσα/φασολάδα. ~ο: γλυκό. ~ες: γεύσεις.|| (ως ουσ.) Τα ~α (= οι παραδόσεις). ● επίρρ.: πατροπαράδοτα [< μτγν. πατροπαράδοτος]
39233πατρότηταπα-τρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του πατέρα, η σχέση με τα παιδιά του και οι υποχρεώσεις ή τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή: (ΝΟΜ.) άδεια/(γενετικός) έλεγχος/τεκμήριο ~ας. Προσβολή (της) ~ας. Δικαστική αναγνώριση της ~ας (τέκνου). Παιδί αγνώστου ~ας. Βλ. μητρότητα.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ του Θεού.|| Πνευματική ~ (: η σχέση εξομολογητή και εξομολογούμενου). 2. (μτφ.) η ιδιότητα του δημιουργού, του εφευρέτη: η ~ της ανακάλυψης/της θεωρίας/του κειμένου/του όρου/του τραγουδιού. Η ~ ανήκει στον/στην ... Την ~ της ιδέας αμφισβητούν/αρνούνται/διεκδικούν οι ... Για την ~ του έργου ερίζουν οι ... Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: τεστ πατρότητας: ΙΑΤΡ. ιατρικές εξετάσεις που γίνονται, για να εξακριβωθεί αν κάποιος είναι ο πατέρας ενός συγκεκριμένου παιδιού. Πβ. τεστ ντι-εν-έι. [< 1: μτγν. πατρότης, γαλλ. paternité]
39238πατρυιός

, α, ο [πατρῷος] πα-τρώ-ος επίθ. (λόγ.): που παραδίδεται, προέρχεται από τους προγόνους ή αναφέρεται σε αυτούς: ~α: γη/θρησκεία. ~οι: θεοί. ~α: εδάφη/ήθη. Πβ. πάτριος, πατρογονικός, πατροπαράδοτος. Βλ. -ώος. [< αρχ. πατρῷος]

39234πάτρωναςπά-τρω-νας ουσ. (αρσ.) {πατρώνων} & (σπάν.) πάτρονας 1. πρόσωπο που κατευθύνει και ασκεί έλεγχο σε άλλους, συνήθ. με παρασκηνιακές μεθόδους ή αθέμιτα μέσα: πολιτικοί ~ες (= νταβατζήδες). Πβ. πατερναλιστής. Βλ. αφεντικό, καθοδηγητής. 2. (συνήθ. παλαιότ.) πρόσωπο που παρέχει προστασία και ιδ. οικονομική στήριξη σε κάποιον. Πβ. μαικήνας, προστάτης. 3. ΙΣΤ. (στην αρχαία Ρώμη) επιφανής πολίτης που έπαιρνε υπό την προστασία του άλλα άτομα, συνήθ. κατώτερης κοινωνικής τάξης. Βλ. πατρίκιος. [< 3: μτγν. πάτρων < λατ. patronus, γαλλ. patron]
39235πατρωνίαπα-τρω-νί-α ουσ. (θηλ.) & πατρωνεία & (σπάν.) πατρονία 1. είδος εξουσίας που ασκείται από ένα ισχυρό πρόσωπο σε άλλα, με το πρόσχημα της καθοδήγησης και της προστασίας τους: κομματική/πολιτική ~. Τελεί/τίθεται υπό την ~ του ... Πβ. κηδεμονία, πατερναλισμός, πατρονάρισμα. Βλ. πελατειακές σχέσεις. 2. ΙΣΤ. θεσμός της ρωμαϊκής κοινωνίας κατά τον οποίο οι πάτρωνες έπαιρναν υπό την προστασία τους πολίτες, κατώτερης συνήθ. κοινωνικής τάξης, με αντάλλαγμα διάφορες υπηρεσίες από την πλευρά των πολιτών, όπως την πολιτική στήριξη. [< μτγν. πατρων(ε)ία ‘προστασία’, γαλλ. patronage]
39236πατρωνυμικόπα-τρω-νυ-μι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. κύριο όνομα, συνήθ. επώνυμο, που παράγεται κυρ. από το βαφτιστικό του πατέρα και δηλώνει την καταγωγή από αυτόν: π.χ. Βασιλειάδ-ης/-ου (: γιος ή κόρη του Βασιλείου). Βλ. ανδρωνυμικό, πατρικό. [< μτγν. πατρωνυμικός]
39237πατρώνυμοπα-τρώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.) {πατρωνύμου}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το όνομα του πατέρα. Βλ. μητρώνυμο. [< μτγν. επίθ. πατρώνυμος]
39239πατςουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΠΛΗΡΟΦ. κώδικας που εισάγεται σε πρόγραμμα, για να διορθώσει κάποιο σφάλμα ή να αναβαθμίσει τη λειτουργία του. 2. επίθεμα: ~ νικοτίνης (= μπάλωμα). [< 1: αγγλ. patch, 1954, 2: αγγλ. ~]
39240πατσαβούραπα-τσα-βού-ρα ουσ. (θηλ.) & πατσαβούρι (το) (προφ.) 1. κουρέλι που χρησιμοποιείται κυρ. για καθάρισμα. Πβ. ξεσκονόπανο. 2. (μτφ.-υβριστ.) γυναίκα με άσχημη εμφάνιση ή ανήθικη, χυδαία συμπεριφορά. 3. παλιοφυλλάδα. 4. (μτφ.-μειωτ.) καθετί, κυρ. από ύφασμα ή χαρτί, που είναι παλιό, άχρηστο. [< βεν. spazzadura]
39241πατσαβουρόπιταπα-τσα-βου-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): αλμυρή ή γλυκιά πίτα που παρασκευάζεται γρήγορα και εύκολα από την ανάμειξη διαφόρων υλικών. Βλ. -πιτα.
39242πατσάςπα-τσάς ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό (σούπα) που περιέχει ψιλοκομμένα και βρασμένα κομμάτια από την κοιλιά, το στομάχι και τα πόδια σφαγμένου ζώου: αρνίσιος/μοσχαρίσιος ~. 2. (μτφ.-μειωτ.-προφ.) για πλαδαρό και συνήθ. γερασμένο άνθρωπο· (κυρ. στον πληθ.) περιττά κιλά, λίπος. || ΣΥΝ. πατσές. ● ΦΡ.: βουρ στον πατσά! βλ. βουρ [< τουρκ. paça]
39243πατσατζίδικοπα-τσα-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.): εστιατόριο ή μαγειρείο όπου παρασκευάζεται και σερβίρεται πατσάς. Βλ. -τζίδικο.
39244πάτσγουορκπά-τσγου-ορκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. συρραφή από κομμάτια υφάσματος διαφορετικών χρωμάτων ή/και σχεδίων· συνεκδ. το ύφασμα που φτιάχνεται. 2. (μτφ.) συνονθύλευμα: μουσικό ~. [< αγγλ. patchwork, γαλλ. ~, 1962]
39245πατσέςπα-τσές ουσ. (θηλ.) (οι) (λαϊκό) 1. (μτφ.-μειωτ.-προφ.) πάχος ή λίπος συγκεντρωμένο κυρ. στην κοιλιά. Πβ. παχάκια. ΣΥΝ. σαμπρέλα (2), σωσίβιο (3) 2. (σπάν.) κομματάκια κρέατος, κυρ. εντόσθια, που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του πατσά.
39246πάτσιπά-τσι επίρρ. (προφ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: είμαστε πάτσι: πατσίσαμε: Σου χρωστάω και μου χρωστάς τα ίδια λεφτά. Άρα ~ ~!, έρχομαι/φέρνω (κάτι) πάτσι και πόστα (λαϊκό): ισοφαρίζω, εξισώνω: Με την εξυπηρέτηση που μου έκανε, ήρθαμε ~. [< ιταλ. pace]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.