Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [39840-39860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39247πατσίζωπα-τσί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πάτσι-σα, πατσί-σω, πατσίζ-οντας} (προφ.): ανταποδίδω τα ίσα, ισοφαρίζω: ~ το χρέος. Θα σε κεράσω έναν καφέ, για να ~σουμε.
39248πατσουλίπα-τσου-λί ουσ. (ουδ.) 1. βαρύ άρωμα, συνήθ. φτηνό και απωθητικό: Βρομάει/μυρίζει ~. 2. ΒΟΤ. αιθέριο έλαιο τροπικού φυτού (επιστ. ονομασ. Pogostemon cablin) που χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία. [< γαλλ. patchouli]
39249πατώ[πατῶ] πα-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πατ-άς, -ά κ. -άει ..., -ώντας | πάτ-ησα, -ήσω, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & πατάω 1. ακουμπώ το πέλμα ή τα πέλματα των ποδιών μου σε μια επιφάνεια και στηρίζομαι ή περπατώ πάνω της: ~ στη γη/στο έδαφος. Κοίταξε πού ~άς! Μην ~άτε το γκαζόν! Πρόσεξε μην ~ήσεις κανένα γυαλί/σε καμιά λακκούβα/(σ)τις λάσπες. Μου ~άς το πόδι. Με ~ησες. ~ώντας στις άκρες των δαχτύλων/στις μύτες των ποδιών (: για να μην κάνει θόρυβο). Τα καλώδια δεν πρέπει να ~ιούνται. Βλ. ακρο~, πατώνω.|| (κατ' επέκτ.) Τα πόδια της καρέκλας δεν ~άνε/το τραπεζάκι δεν ~άει καλά (στο πάτωμα). Βλ. παρα~, ποδο~, πολυ~, στραβο~, τσαλα~.|| (μτφ.) Η ομάδα ~ησε (στην/την) κορυφή. 2. πιέζω κάτι με το δάχτυλο, το πέλμα ή κάποιο άλλο μέσο: ~ την κόρνα. (στον υπολογιστή:) ~ αναζήτηση/διπλό κλικ/το εικονίδιο/το λινκ/οκέι. ~ησε (= τράβηξε) τη σκανδάλη (= πυροβόλησε). ~ησα κατά λάθος το πλήκτρο. Πάτα το μια φορά/παρατεταμένα. Δεν ~ήθηκε ο σωστός συνδυασμός. Ο διακόπτης πρέπει να είναι ~ημένος προς τα μέσα. Κράτα το κουμπί ~ημένο.|| ~ τα σταφύλια (βλ. ζουλώ, λιώνω, πολτοποιώ)/τον συμπλέκτη.|| (με κυλίνδρους ή οδοστρωτήρα:) Καλά ~ημένος χωματόδρομος. Στρωμένη και ~ημένη άσφαλτος. ~ημένες: πίστες (ενν. χιονοδρομικές).|| (προφ.) Μου ~άς (= σιδερώνεις) το πουκάμισο; 3. (προφ., για όχημα ή οδηγό) παρασύρω ή/και συνθλίβω κάποιον κάτω από τους τροχούς: Παραλίγο να ~ήσει μια γάτα με το αυτοκίνητο. 4. (μτφ.) βασίζομαι, στηρίζομαι: Τα τραγούδια του ~άνε (πάνω) σε παραδοσιακά μοτίβα. 5. (μτφ.-προφ.) κατατροπώνω, νικώ, συντρίβω: Πάτησέ τους όλους (κάτω)! 6. (μτφ.-προφ.) μπαίνω σε μια ηλικία, γίνομαι ... χρόνων: ~ησε (= έκλεισε) τα είκοσι. Έχει ~ημένα τα (= έχει μπει στα) εξήντα. 7. (μτφ.-προφ.) αθετώ, παραβιάζω: ~ τον όρκο/την υπόσχεσή μου. Πβ. κατα~. 8. (προφ.-επιτατ.) κάνω κάτι σε μεγάλο βαθμό, με ένταση: ~ήσαμε κάτι γέλια (= ξεκαρδιστήκαμε). Του ~ησε ένα ξύλο (= έριξε)/τις φωνές (= του φώναξε). 9. (παλαιότ.-λαϊκό) κατακτώ, καταλαμβάνω, κυριεύω: ~ησαν το κάστρο. ΣΥΝ. αλώνω ● ΦΡ.: δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω (μτφ.-προφ.): βρίσκομαι σε σύγχυση, δεν ξέρω τι μου γίνεται., πατείς με πατώ σε (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί κοσμοσυρροή, συνωστισμός: ~ ~ για μια θέση εργασίας. Γινόταν (το) ~ ~ στο κατάστημα., πατώ πόδι (μτφ.-προφ.): προβάλλω αντίσταση, εναντιώνομαι: Πάτα λίγο πόδι ρε φίλε, βάλε καμιά φωνή! Βλ. υψώνω/ορθώνω το ανάστημά μου., πατώ την μπανανόφλουδα/πεπονόφλουδα (μτφ.-προφ.): πέφτω σε παγίδα, ξεγελιέμαι., πατώ το πόδι μου (κάπου) & πατάω (κάπου) (μτφ.-προφ.): εμφανίζομαι, πηγαίνω σε ένα μέρος: Αμφιβάλλω αν έχει ~ήσει ποτέ το πόδι του στη Σχολή.|| Δεν ~άει ποτέ στο γραφείο/σπίτι.|| (απειλητ.) Μην ~ήσεις ξανά (= ξαναπατήσεις) το πόδι σου εδώ!, πατώ/στέκομαι γερά/καλά (στα πόδια μου) (μτφ.): έχω βάσεις, μπορώ να στηριχτώ στον εαυτό μου, να αντιμετωπίσω μόνος μου διάφορες καταστάσεις: Ξέρει τι θέλει και στέκεται γερά στα πόδια του.|| Η ομάδα δεν ~ά (: παίζει) καλά στο γήπεδο., την πάτησα (προφ.) 1. γελάστηκα, εξαπατήθηκα, έκανα λάθος ή απέτυχα σε κάτι: Πώς ~ ~ έτσι; Πβ. έφαγα ήττα/πακέτο. 2. μου αρέσει πάρα πολύ κάποιος ή κάτι: Την έχω πατήσει μαζί της (= την έχω ερωτευτεί· πβ. δάγκωσε τη λαμαρίνα, πονάει το δοντάκι του)., την πάτησε σαν αγράμματος/πρωτάρης: τον ξεγέλασαν, εξαπατήθηκε από αφέλεια., (κάποιος) γίνεται χαλί να τον πατήσεις βλ. χαλί, (πατώ/περπατώ) στα νύχια (των ποδιών) βλ. νύχι, αλλού/εδώ πατώ κι αλλού βρίσκομαι βλ. αλλού, βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί βλ. σχοινί, μέχρι να πατήσεις μαύρο χιόνι βλ. χιόνι, όσο πατάει η γάτα βλ. γάτα, πατά(ει) επί πτωμάτων βλ. πτώμα, πατάει σταθερά στα πόδια του βλ. σταθερός, πατάω (γερά) στη γη βλ. γη, πατώ γκάζι βλ. γκάζι, πατώ τον κάλο κάποιου/πατώ κάποιον στον κάλο βλ. κάλος, πατώ φρένο βλ. φρένο [< αρχ. πατῶ]
39250πάτωμαπά-τω-μα ουσ. (ουδ.) {πατώμ-ατος | -ατα} 1. η κάτω οριζόντια επιφάνεια κλειστού χώρου πάνω στην οποία κάποιος περπατά: μαρμάρινα/ξύλινα ~ατα. Σκουπίζω/σφουγγαρίζω το ~ (του σπιτιού). Λιποθύμησε και σωριάστηκε στο ~. Βλ. ψευδο~. ΣΥΝ. δάπεδο ΑΝΤ. ταβάνι (1) 2. όροφος: σπίτι με τρία ~ατα. ● ΦΡ.: είναι στα πατώματα (προφ.-μτφ.): βρίσκεται σε πολύ χαμηλό σημείο: Η αυτοπεποίθησή/διάθεσή/ψυχολογία μου ~ ~ (= καταρρακώθηκε)., έχει πέσει στα πατώματα (προφ.-μτφ.): (για πρόσ.) περνά μεγάλη στενοχώρια, βρίσκεται σε κατάθλιψη: ~ ~ από ερωτική απογοήτευση. [< μεσν. πάτωμα]
39251πατωματζήςπα-τω-μα-τζής ουσ. (αρσ.) & πατωματάς: τεχνίτης με ειδίκευση στην κατασκευή και τοποθέτηση πατωμάτων. Βλ. οικοδόμος, -τζής.
39252πατώνωπα-τώ-νω ρ. (αμτβ.) {πάτω-σα} 1. πατώ στον βυθό, στον πυθμένα θάλασσας (ή σε λίμνη, ποτάμι, πισίνα), χωρίς να βυθίζεται το κεφάλι μου κάτω από την επιφάνεια του νερού: Κολυμπάει στα ρηχά, μέχρι εκεί που ~ει. 2. (μτφ.) αποτυγχάνω πλήρως, πιάνω πάτο: Δίσκος/ταινία που ~σε εμπορικά. Το κόμμα ~σε στις εκλογές. Οι εξεταζόμενοι ~σαν στην ιστορία. Πβ. πάει/πηγαίνει άπατος. ΑΝΤ. αριστεύω, πρωτεύω [< μεσν. πατώνω 'καλύπτω το έδαφος με πλάκες']
39253παύλα[παῦλα] παύ-λα ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης που χρησιμοποιείται για την παρεμβολή (παρενθετικής ή αυτοτελούς) φράσης ή πρότασης σε κείμενο, την αλλαγή ομιλητή σε διάλογο, την ένωση δύο λέξεων που εκφέρονται μαζί ή το χώρισμα συλλαβών: διπλή ~ (--). Μεγάλη ~ (–) ή κεραία. Μικρή ~ (-). Κάτω ~ (_). Ανάμεσα σε ~ες. Βλ. ενωτικό, κόμμα, παρένθεση, τελεία. ● Υποκ.: παυλίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: κυματοειδής παύλα: ΛΕΞΙΚΟΓΡ. σύμβολο (~) που αντικαθιστά την κεφαλή (υπο)λήμματος, συμπλόκου ή έκφρασης. ΣΥΝ. τίλντα ● ΦΡ.: τελεία και παύλα βλ. τελεία [< αρχ. παῦλα ‘παύση, διακοπή, τέλος’, γαλλ. tiret]
39254παύσηπαύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. διακοπή ή λήξη, σταμάτημα ενέργειας, κατάστασης: ~ (της) λειτουργίας σταθμού/συσκευής. (συνεκδ. το σχετικό κουμπί:) Πάτησε (την) ~.|| ~ της έρευνας/καταδίωξης. ~ των διαπραγματεύσεων/δραστηριοτήτων/εργασιών/εχθροπραξιών (πβ. κατάπαυση· βλ. μορατόριουμ). Πβ. τερματισμός.|| ~ διάρκειας λίγων ημερών. Πβ. ανάπαυλα.|| (ΙΑΤΡ.) Αναπνευστική/καρδιακή ~. Βλ. ανδρό-, ανθρωπό-παυση. 2. απόλυση, απομάκρυνση κάποιου από θέση εργασίας ή δημόσιο αξίωμα: οριστική/προσωρινή ~. ~ υπουργού. Ο υπάλληλος τιμωρήθηκε με ~ έξι μηνών χωρίς αποδοχές. 3. ΜΟΥΣ. διακοπή, χρονικό κενό της μελωδίας ενός μουσικού κομματιού και το αντίστοιχο σημείο στο πεντάγραμμο. 4. ΓΛΩΣΣ. εσκεμμένη ή ασυναίσθητη διακοπή της ομιλίας, μικρής συνήθ. διάρκειας: Έκανε μια μικρή/παρατεταμένη ~ και μετά συνέχισε να μιλάει. Βλ. σιγή, σιωπή. ● ΣΥΜΠΛ.: στάση πληρωμών βλ. πληρωμή [< 1: μτγν. παῦσις, γαλλ. pause, αγγλ. pause]
39255παυσίλυπος, η, ο παυ-σί-λυ-πος επίθ. (αρχαιοπρ.): που μετριάζει ή απομακρύνει τη λύπη: (κ. ως ουσ.) Το ~ο(ν) (ενν. φάρμακο). [< αρχ. παυσίλυπος]
39256παυσίπονος, η, ο παυ-σί-πο-νος επίθ.: που μετριάζει ή σταματά τον πόνο: ~η: δράση/ένεση. Βλ. -πονος2. ● Ουσ.: παυσίπονα (τα): ΦΑΡΜΑΚ. ενν. φάρμακα: ~ για τον πονοκέφαλο. Βλ. ασπιρίνη, ντεπόν, παναντόλ, πονστάν. ΣΥΝ. αναλγητικά (τα) [< μτγν. παυσίπονος ‘αυτός που σταματά την κούραση’]
39257παύωπαύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έπα-ψα (λόγ.) έπαυ-σα, πά-ψει (λόγ.) παύ-σει, παύ-θηκε (προφ.) -τηκε (λόγ. επαύθ-η, -ησαν, μτχ. παυθ-είς, -είσα, -έν), παυ-θεί (προφ.) -τεί, παύ-οντας, (σπάν.) -μένος} 1. σταματώ: Η διάταξη ~ει να ισχύει (= καταργείται). Δεν ~ει να είναι ωραία παρά την ηλικία της. Δεν ~ψα στιγμή να σ' αγαπώ. ~ψε να ελπίζει. Πάψε να κλαις. Πάψτε να υποκρίνεστε.|| ~σαν οι εχθροπραξίες (= τερματίστηκαν). Είναι καιρός να ~ψουν (= τελειώσουν) οι εσωτερικές έριδες. Πβ. διακόπτω, κατα~.|| ~ψε να χτυπά η καρδιά του (= πέθανε). 2. (επίσ.) απομακρύνω κάποιον από το αξίωμα ή τη θέση που κατείχε: ~θηκε από το δικαστικό σώμα/(+ γεν., λόγ.) των καθηκόντων του (μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου)/(οριστικά) από Πρόεδρος. Πβ. απο-κεφαλίζω, -λύω, -πέμπω, εκθρονίζω, ξηλώνω. ΣΥΝ. καθαιρώ (1) ● ΦΡ.: πάψε! (προφ.): σταμάτα να μιλάς, σώπασε: ~ πια (= βούλωσ' το, σκάσε)!, παύσατε πυρ! βλ. πυρ [< αρχ. παύω]
39260παφ-πουφουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πάφα πούφα (προφ.-ειρων.): το (πολύ) κάπνισμα: ~ κάθε μέρα/όλη την ώρα. [< λ. ηχομιμητ.]
39258παφλάζειπα-φλά-ζει ρ. (αμτβ.) {πάφλα-σε} (συχνά λογοτ.): (κυρ. για θάλασσα ή κύμα) δημιουργεί παφλασμό. Πβ. φλοισβίζει. Βλ. κελαρύζει. [< αρχ. παφλάζω]
39259παφλασμόςπα-φλα-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) πάφλασμα (το) (συχνά λογοτ.): χαρακτηριστικός ήχος κυρ. από κύμα που σκάει σε ακτή ή από κινούμενο, ορμητικό νερό κυρ. θάλασσας, ποταμού. Πβ. φλοίσβος. [< αρχ. πάφλασμα ‘κοχλασμός, αναβρασμός’]
39261παχαίνωπα-χαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πάχυν-α, -όμενος, παχαίν-οντας} 1. παίρνω βάρος, χοντραίνω: Τρώει πολύ, αλλά δεν ~ει. Κάνει δίαιτα, γιατί ~ε. Έχω ~ύνει τελευταία και δεν μου κάνουν τα ρούχα μου. Πβ. βαραίνω. ΑΝΤ. αδυνατίζω (1) 2. (& παχύνω) κάνω κάποιον (ή κάτι) να γίνει ή να φαίνεται πιο παχύς (ή πιο παχύ): Αυτό το παντελόνι/φόρεμα/χρώμα με ~ει. Παραταΐζει τα ζώα, για να τα ~ύνει. Τα αναψυκτικά/τα γλυκά/τα τηγανητά ~ουν. ~όμενα: κουνέλια/χοιρίδια. ΑΝΤ. λεπταίνω (1) [< μεσν. παχαίνω]
39262παχάκιαπα-χά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): περιττό λίπος που έχει συγκεντρωθεί σε συγκεκριμένα σημεία του ανθρώπινου σώματος: τοπικά ~. ~ στους γοφούς/στην κοιλιά (= ψωμάκια). ~ γύρω από το στομάχι (πβ. πατσές, σαμπρέλα, σωσίβιο). Τα έχει τα ~ του/της. Βλ. πιασίματα.
39263πάχνηπά-χνη ουσ. (θηλ.) (συχνά κ. λογοτ.): ΜΕΤΕΩΡ. φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο υδρατμοί της ατμόσφαιρας συμπυκνώνονται σε μικροσκοπικούς παγοκρυστάλλους που επικάθονται ιδ. σε φυτά, στην ύπαιθρο,όταν η θερμοκρασία του αέρα είναι κάτω του μηδενός· κατ' επέκτ. υγρασία, παγωμένη δροσιά που εμφανίζεται νωρίς το πρωί. Πβ. αγιάζι. Βλ. δρόσος. [< αρχ. πάχνη]
39264παχνίπα-χνί ουσ. (ουδ.): κοίλη κατασκευή σε στάβλο, όπου τοποθετούνται οι ζωοτροφές. Πβ. φάτνη. [< μεσν. παχνί]
39265πάχοςπά-χος ουσ. (ουδ.) {πάχ-ους | -η (σπάν. λαϊκό -ια)} 1. η απόσταση μεταξύ των δύο παράλληλων επιφανειών ενός σώματος: το ~ του βιβλίου/της γραμμής/της ζύμης/της μόνωσης/του στρώματος/του σωλήνα/του τοίχου/του χαρτιού/του χιονιού. (Ελάχιστο/μέγιστο) ~ ... χιλιοστά. Δύο πόντοι ~. Γυαλί μεγάλου/μεσαίου ~ους. Ράφια ~ους ... εκατοστών. Μολύβια σε διάφορα ~η γραφής. Βλ. πλάτος.|| (ΙΑΤΡ.) Εγκαύματα μερικού/ολικού ~ους. 2. η συνολική μάζα του σώματος και κυρ. τα περιττά κιλά· ειδικότ. ζωικό λίπος: ανεπιθύμητο ~. Αντιμετώπιση του ~ους (: με δίαιτα ή γυμναστική). Πβ. παχυσαρκία.|| Κρέας χωρίς ~ (= άπαχο). Πβ. ξίγκι. ● ΣΥΜΠΛ.: τοπικό πάχος: συσσώρευση λίπους σε συγκεκριμένη περιοχή του σώματος, κυρ. στους γοφούς και τους μηρούς στις γυναίκες και γύρω από τη μέση στους άνδρες: κρέμα κατά του ~ού ~ους. Καταπολέμηση της κυτταρίτιδας, του ~ού ~ους και της χαλάρωσης. Ασκήσεις για το ~ ~. Πβ. σαμπρέλα, σωσίβιο, ψωμάκια. Βλ. λιποαναρρόφηση, πιασίματα. ΣΥΝ. παχάκια ● ΦΡ.: τα πάχη μου τα κάλλη μου! (προφ.): ως δικαιολογία από παχύ άτομο, συνήθ. γυναίκα. [< αρχ. πάχος]
39266παχουλός, ή, ό πα-χου-λός επίθ. (συχνά ευφημ.): που έχει επιπλέον πάχος, κάπως ευτραφής, στρουμπουλός: ~ό: μωρό. Πβ. αφρατ-, γεματ-, χοντρ-ούλης, μπαμπάτσικος, μπουλούκος, τσουπωτός.|| (ως ουσ.) Μόδα/ρούχα για ~ές. Βλ. -ουλός. ● Υποκ.: παχουλούλης (ο) {θηλ. παχουλούλα}, παχουλούτσικος , η, ο [< μεσν. παχουλός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.