| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39233 | πατρότητα | πα-τρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του πατέρα, η σχέση με τα παιδιά του και οι υποχρεώσεις ή τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή: (ΝΟΜ.) άδεια/(γενετικός) έλεγχος/τεκμήριο ~ας. Προσβολή (της) ~ας. Δικαστική αναγνώριση της ~ας (τέκνου). Παιδί αγνώστου ~ας. Βλ. μητρότητα.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ του Θεού.|| Πνευματική ~ (: η σχέση εξομολογητή και εξομολογούμενου). 2. (μτφ.) η ιδιότητα του δημιουργού, του εφευρέτη: η ~ της ανακάλυψης/της θεωρίας/του κειμένου/του όρου/του τραγουδιού. Η ~ ανήκει στον/στην ... Την ~ της ιδέας αμφισβητούν/αρνούνται/διεκδικούν οι ... Για την ~ του έργου ερίζουν οι ... Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: τεστ πατρότητας: ΙΑΤΡ. ιατρικές εξετάσεις που γίνονται, για να εξακριβωθεί αν κάποιος είναι ο πατέρας ενός συγκεκριμένου παιδιού. Πβ. τεστ ντι-εν-έι. [< 1: μτγν. πατρότης, γαλλ. paternité] | |
| 39238 | πατρυιός | , α, ο [πατρῷος] πα-τρώ-ος επίθ. (λόγ.): που παραδίδεται, προέρχεται από τους προγόνους ή αναφέρεται σε αυτούς: ~α: γη/θρησκεία. ~οι: θεοί. ~α: εδάφη/ήθη. Πβ. πάτριος, πατρογονικός, πατροπαράδοτος. Βλ. -ώος. [< αρχ. πατρῷος] | |
| 39234 | πάτρωνας | πά-τρω-νας ουσ. (αρσ.) {πατρώνων} & (σπάν.) πάτρονας 1. πρόσωπο που κατευθύνει και ασκεί έλεγχο σε άλλους, συνήθ. με παρασκηνιακές μεθόδους ή αθέμιτα μέσα: πολιτικοί ~ες (= νταβατζήδες). Πβ. πατερναλιστής. Βλ. αφεντικό, καθοδηγητής. 2. (συνήθ. παλαιότ.) πρόσωπο που παρέχει προστασία και ιδ. οικονομική στήριξη σε κάποιον. Πβ. μαικήνας, προστάτης. 3. ΙΣΤ. (στην αρχαία Ρώμη) επιφανής πολίτης που έπαιρνε υπό την προστασία του άλλα άτομα, συνήθ. κατώτερης κοινωνικής τάξης. Βλ. πατρίκιος. [< 3: μτγν. πάτρων < λατ. patronus, γαλλ. patron] | |
| 39235 | πατρωνία | πα-τρω-νί-α ουσ. (θηλ.) & πατρωνεία & (σπάν.) πατρονία 1. είδος εξουσίας που ασκείται από ένα ισχυρό πρόσωπο σε άλλα, με το πρόσχημα της καθοδήγησης και της προστασίας τους: κομματική/πολιτική ~. Τελεί/τίθεται υπό την ~ του ... Πβ. κηδεμονία, πατερναλισμός, πατρονάρισμα. Βλ. πελατειακές σχέσεις. 2. ΙΣΤ. θεσμός της ρωμαϊκής κοινωνίας κατά τον οποίο οι πάτρωνες έπαιρναν υπό την προστασία τους πολίτες, κατώτερης συνήθ. κοινωνικής τάξης, με αντάλλαγμα διάφορες υπηρεσίες από την πλευρά των πολιτών, όπως την πολιτική στήριξη. [< μτγν. πατρων(ε)ία ‘προστασία’, γαλλ. patronage] | |
| 39236 | πατρωνυμικό | πα-τρω-νυ-μι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. κύριο όνομα, συνήθ. επώνυμο, που παράγεται κυρ. από το βαφτιστικό του πατέρα και δηλώνει την καταγωγή από αυτόν: π.χ. Βασιλειάδ-ης/-ου (: γιος ή κόρη του Βασιλείου). Βλ. ανδρωνυμικό, πατρικό. [< μτγν. πατρωνυμικός] | |
| 39237 | πατρώνυμο | πα-τρώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.) {πατρωνύμου}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το όνομα του πατέρα. Βλ. μητρώνυμο. [< μτγν. επίθ. πατρώνυμος] | |
| 39239 | πατς | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΠΛΗΡΟΦ. κώδικας που εισάγεται σε πρόγραμμα, για να διορθώσει κάποιο σφάλμα ή να αναβαθμίσει τη λειτουργία του. 2. επίθεμα: ~ νικοτίνης (= μπάλωμα). [< 1: αγγλ. patch, 1954, 2: αγγλ. ~] | |
| 39240 | πατσαβούρα | πα-τσα-βού-ρα ουσ. (θηλ.) & πατσαβούρι (το) (προφ.) 1. κουρέλι που χρησιμοποιείται κυρ. για καθάρισμα. Πβ. ξεσκονόπανο. 2. (μτφ.-υβριστ.) γυναίκα με άσχημη εμφάνιση ή ανήθικη, χυδαία συμπεριφορά. 3. παλιοφυλλάδα. 4. (μτφ.-μειωτ.) καθετί, κυρ. από ύφασμα ή χαρτί, που είναι παλιό, άχρηστο. [< βεν. spazzadura] | |
| 39241 | πατσαβουρόπιτα | πα-τσα-βου-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): αλμυρή ή γλυκιά πίτα που παρασκευάζεται γρήγορα και εύκολα από την ανάμειξη διαφόρων υλικών. Βλ. -πιτα. | |
| 39242 | πατσάς | πα-τσάς ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό (σούπα) που περιέχει ψιλοκομμένα και βρασμένα κομμάτια από την κοιλιά, το στομάχι και τα πόδια σφαγμένου ζώου: αρνίσιος/μοσχαρίσιος ~. 2. (μτφ.-μειωτ.-προφ.) για πλαδαρό και συνήθ. γερασμένο άνθρωπο· (κυρ. στον πληθ.) περιττά κιλά, λίπος. || ΣΥΝ. πατσές. ● ΦΡ.: βουρ στον πατσά! βλ. βουρ [< τουρκ. paça] | |
| 39243 | πατσατζίδικο | πα-τσα-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.): εστιατόριο ή μαγειρείο όπου παρασκευάζεται και σερβίρεται πατσάς. Βλ. -τζίδικο. | |
| 39244 | πάτσγουορκ | πά-τσγου-ορκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. συρραφή από κομμάτια υφάσματος διαφορετικών χρωμάτων ή/και σχεδίων· συνεκδ. το ύφασμα που φτιάχνεται. 2. (μτφ.) συνονθύλευμα: μουσικό ~. [< αγγλ. patchwork, γαλλ. ~, 1962] | |
| 39245 | πατσές | πα-τσές ουσ. (θηλ.) (οι) (λαϊκό) 1. (μτφ.-μειωτ.-προφ.) πάχος ή λίπος συγκεντρωμένο κυρ. στην κοιλιά. Πβ. παχάκια. ΣΥΝ. σαμπρέλα (2), σωσίβιο (3) 2. (σπάν.) κομματάκια κρέατος, κυρ. εντόσθια, που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του πατσά. | |
| 39246 | πάτσι | πά-τσι επίρρ. (προφ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: είμαστε πάτσι: πατσίσαμε: Σου χρωστάω και μου χρωστάς τα ίδια λεφτά. Άρα ~ ~!, έρχομαι/φέρνω (κάτι) πάτσι και πόστα (λαϊκό): ισοφαρίζω, εξισώνω: Με την εξυπηρέτηση που μου έκανε, ήρθαμε ~. [< ιταλ. pace] | |
| 39247 | πατσίζω | πα-τσί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πάτσι-σα, πατσί-σω, πατσίζ-οντας} (προφ.): ανταποδίδω τα ίσα, ισοφαρίζω: ~ το χρέος. Θα σε κεράσω έναν καφέ, για να ~σουμε. | |
| 39248 | πατσουλί | πα-τσου-λί ουσ. (ουδ.) 1. βαρύ άρωμα, συνήθ. φτηνό και απωθητικό: Βρομάει/μυρίζει ~. 2. ΒΟΤ. αιθέριο έλαιο τροπικού φυτού (επιστ. ονομασ. Pogostemon cablin) που χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία. [< γαλλ. patchouli] | |
| 39249 | πατώ | [πατῶ] πα-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πατ-άς, -ά κ. -άει ..., -ώντας | πάτ-ησα, -ήσω, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & πατάω 1. ακουμπώ το πέλμα ή τα πέλματα των ποδιών μου σε μια επιφάνεια και στηρίζομαι ή περπατώ πάνω της: ~ στη γη/στο έδαφος. Κοίταξε πού ~άς! Μην ~άτε το γκαζόν! Πρόσεξε μην ~ήσεις κανένα γυαλί/σε καμιά λακκούβα/(σ)τις λάσπες. Μου ~άς το πόδι. Με ~ησες. ~ώντας στις άκρες των δαχτύλων/στις μύτες των ποδιών (: για να μην κάνει θόρυβο). Τα καλώδια δεν πρέπει να ~ιούνται. Βλ. ακρο~, πατώνω.|| (κατ' επέκτ.) Τα πόδια της καρέκλας δεν ~άνε/το τραπεζάκι δεν ~άει καλά (στο πάτωμα). Βλ. παρα~, ποδο~, πολυ~, στραβο~, τσαλα~.|| (μτφ.) Η ομάδα ~ησε (στην/την) κορυφή. 2. πιέζω κάτι με το δάχτυλο, το πέλμα ή κάποιο άλλο μέσο: ~ την κόρνα. (στον υπολογιστή:) ~ αναζήτηση/διπλό κλικ/το εικονίδιο/το λινκ/οκέι. ~ησε (= τράβηξε) τη σκανδάλη (= πυροβόλησε). ~ησα κατά λάθος το πλήκτρο. Πάτα το μια φορά/παρατεταμένα. Δεν ~ήθηκε ο σωστός συνδυασμός. Ο διακόπτης πρέπει να είναι ~ημένος προς τα μέσα. Κράτα το κουμπί ~ημένο.|| ~ τα σταφύλια (βλ. ζουλώ, λιώνω, πολτοποιώ)/τον συμπλέκτη.|| (με κυλίνδρους ή οδοστρωτήρα:) Καλά ~ημένος χωματόδρομος. Στρωμένη και ~ημένη άσφαλτος. ~ημένες: πίστες (ενν. χιονοδρομικές).|| (προφ.) Μου ~άς (= σιδερώνεις) το πουκάμισο; 3. (προφ., για όχημα ή οδηγό) παρασύρω ή/και συνθλίβω κάποιον κάτω από τους τροχούς: Παραλίγο να ~ήσει μια γάτα με το αυτοκίνητο. 4. (μτφ.) βασίζομαι, στηρίζομαι: Τα τραγούδια του ~άνε (πάνω) σε παραδοσιακά μοτίβα. 5. (μτφ.-προφ.) κατατροπώνω, νικώ, συντρίβω: Πάτησέ τους όλους (κάτω)! 6. (μτφ.-προφ.) μπαίνω σε μια ηλικία, γίνομαι ... χρόνων: ~ησε (= έκλεισε) τα είκοσι. Έχει ~ημένα τα (= έχει μπει στα) εξήντα. 7. (μτφ.-προφ.) αθετώ, παραβιάζω: ~ τον όρκο/την υπόσχεσή μου. Πβ. κατα~. 8. (προφ.-επιτατ.) κάνω κάτι σε μεγάλο βαθμό, με ένταση: ~ήσαμε κάτι γέλια (= ξεκαρδιστήκαμε). Του ~ησε ένα ξύλο (= έριξε)/τις φωνές (= του φώναξε). 9. (παλαιότ.-λαϊκό) κατακτώ, καταλαμβάνω, κυριεύω: ~ησαν το κάστρο. ΣΥΝ. αλώνω ● ΦΡ.: δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω (μτφ.-προφ.): βρίσκομαι σε σύγχυση, δεν ξέρω τι μου γίνεται., πατείς με πατώ σε (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί κοσμοσυρροή, συνωστισμός: ~ ~ για μια θέση εργασίας. Γινόταν (το) ~ ~ στο κατάστημα., πατώ πόδι (μτφ.-προφ.): προβάλλω αντίσταση, εναντιώνομαι: Πάτα λίγο πόδι ρε φίλε, βάλε καμιά φωνή! Βλ. υψώνω/ορθώνω το ανάστημά μου., πατώ την μπανανόφλουδα/πεπονόφλουδα (μτφ.-προφ.): πέφτω σε παγίδα, ξεγελιέμαι., πατώ το πόδι μου (κάπου) & πατάω (κάπου) (μτφ.-προφ.): εμφανίζομαι, πηγαίνω σε ένα μέρος: Αμφιβάλλω αν έχει ~ήσει ποτέ το πόδι του στη Σχολή.|| Δεν ~άει ποτέ στο γραφείο/σπίτι.|| (απειλητ.) Μην ~ήσεις ξανά (= ξαναπατήσεις) το πόδι σου εδώ!, πατώ/στέκομαι γερά/καλά (στα πόδια μου) (μτφ.): έχω βάσεις, μπορώ να στηριχτώ στον εαυτό μου, να αντιμετωπίσω μόνος μου διάφορες καταστάσεις: Ξέρει τι θέλει και στέκεται γερά στα πόδια του.|| Η ομάδα δεν ~ά (: παίζει) καλά στο γήπεδο., την πάτησα (προφ.) 1. γελάστηκα, εξαπατήθηκα, έκανα λάθος ή απέτυχα σε κάτι: Πώς ~ ~ έτσι; Πβ. έφαγα ήττα/πακέτο. 2. μου αρέσει πάρα πολύ κάποιος ή κάτι: Την έχω πατήσει μαζί της (= την έχω ερωτευτεί· πβ. δάγκωσε τη λαμαρίνα, πονάει το δοντάκι του)., την πάτησε σαν αγράμματος/πρωτάρης: τον ξεγέλασαν, εξαπατήθηκε από αφέλεια., (κάποιος) γίνεται χαλί να τον πατήσεις βλ. χαλί, (πατώ/περπατώ) στα νύχια (των ποδιών) βλ. νύχι, αλλού/εδώ πατώ κι αλλού βρίσκομαι βλ. αλλού, βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί βλ. σχοινί, μέχρι να πατήσεις μαύρο χιόνι βλ. χιόνι, όσο πατάει η γάτα βλ. γάτα, πατά(ει) επί πτωμάτων βλ. πτώμα, πατάει σταθερά στα πόδια του βλ. σταθερός, πατάω (γερά) στη γη βλ. γη, πατώ γκάζι βλ. γκάζι, πατώ τον κάλο κάποιου/πατώ κάποιον στον κάλο βλ. κάλος, πατώ φρένο βλ. φρένο [< αρχ. πατῶ] | |
| 39250 | πάτωμα | πά-τω-μα ουσ. (ουδ.) {πατώμ-ατος | -ατα} 1. η κάτω οριζόντια επιφάνεια κλειστού χώρου πάνω στην οποία κάποιος περπατά: μαρμάρινα/ξύλινα ~ατα. Σκουπίζω/σφουγγαρίζω το ~ (του σπιτιού). Λιποθύμησε και σωριάστηκε στο ~. Βλ. ψευδο~. ΣΥΝ. δάπεδο ΑΝΤ. ταβάνι (1) 2. όροφος: σπίτι με τρία ~ατα. ● ΦΡ.: είναι στα πατώματα (προφ.-μτφ.): βρίσκεται σε πολύ χαμηλό σημείο: Η αυτοπεποίθησή/διάθεσή/ψυχολογία μου ~ ~ (= καταρρακώθηκε)., έχει πέσει στα πατώματα (προφ.-μτφ.): (για πρόσ.) περνά μεγάλη στενοχώρια, βρίσκεται σε κατάθλιψη: ~ ~ από ερωτική απογοήτευση. [< μεσν. πάτωμα] | |
| 39251 | πατωματζής | πα-τω-μα-τζής ουσ. (αρσ.) & πατωματάς: τεχνίτης με ειδίκευση στην κατασκευή και τοποθέτηση πατωμάτων. Βλ. οικοδόμος, -τζής. | |
| 39252 | πατώνω | πα-τώ-νω ρ. (αμτβ.) {πάτω-σα} 1. πατώ στον βυθό, στον πυθμένα θάλασσας (ή σε λίμνη, ποτάμι, πισίνα), χωρίς να βυθίζεται το κεφάλι μου κάτω από την επιφάνεια του νερού: Κολυμπάει στα ρηχά, μέχρι εκεί που ~ει. 2. (μτφ.) αποτυγχάνω πλήρως, πιάνω πάτο: Δίσκος/ταινία που ~σε εμπορικά. Το κόμμα ~σε στις εκλογές. Οι εξεταζόμενοι ~σαν στην ιστορία. Πβ. πάει/πηγαίνει άπατος. ΑΝΤ. αριστεύω, πρωτεύω [< μεσν. πατώνω 'καλύπτω το έδαφος με πλάκες'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ