| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39253 | παύλα | [παῦλα] παύ-λα ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης που χρησιμοποιείται για την παρεμβολή (παρενθετικής ή αυτοτελούς) φράσης ή πρότασης σε κείμενο, την αλλαγή ομιλητή σε διάλογο, την ένωση δύο λέξεων που εκφέρονται μαζί ή το χώρισμα συλλαβών: διπλή ~ (--). Μεγάλη ~ (–) ή κεραία. Μικρή ~ (-). Κάτω ~ (_). Ανάμεσα σε ~ες. Βλ. ενωτικό, κόμμα, παρένθεση, τελεία. ● Υποκ.: παυλίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: κυματοειδής παύλα: ΛΕΞΙΚΟΓΡ. σύμβολο (~) που αντικαθιστά την κεφαλή (υπο)λήμματος, συμπλόκου ή έκφρασης. ΣΥΝ. τίλντα ● ΦΡ.: τελεία και παύλα βλ. τελεία [< αρχ. παῦλα ‘παύση, διακοπή, τέλος’, γαλλ. tiret] | |
| 39254 | παύση | παύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. διακοπή ή λήξη, σταμάτημα ενέργειας, κατάστασης: ~ (της) λειτουργίας σταθμού/συσκευής. (συνεκδ. το σχετικό κουμπί:) Πάτησε (την) ~.|| ~ της έρευνας/καταδίωξης. ~ των διαπραγματεύσεων/δραστηριοτήτων/εργασιών/εχθροπραξιών (πβ. κατάπαυση· βλ. μορατόριουμ). Πβ. τερματισμός.|| ~ διάρκειας λίγων ημερών. Πβ. ανάπαυλα.|| (ΙΑΤΡ.) Αναπνευστική/καρδιακή ~. Βλ. ανδρό-, ανθρωπό-παυση. 2. απόλυση, απομάκρυνση κάποιου από θέση εργασίας ή δημόσιο αξίωμα: οριστική/προσωρινή ~. ~ υπουργού. Ο υπάλληλος τιμωρήθηκε με ~ έξι μηνών χωρίς αποδοχές. 3. ΜΟΥΣ. διακοπή, χρονικό κενό της μελωδίας ενός μουσικού κομματιού και το αντίστοιχο σημείο στο πεντάγραμμο. 4. ΓΛΩΣΣ. εσκεμμένη ή ασυναίσθητη διακοπή της ομιλίας, μικρής συνήθ. διάρκειας: Έκανε μια μικρή/παρατεταμένη ~ και μετά συνέχισε να μιλάει. Βλ. σιγή, σιωπή. ● ΣΥΜΠΛ.: στάση πληρωμών βλ. πληρωμή [< 1: μτγν. παῦσις, γαλλ. pause, αγγλ. pause] | |
| 39255 | παυσίλυπος | , η, ο παυ-σί-λυ-πος επίθ. (αρχαιοπρ.): που μετριάζει ή απομακρύνει τη λύπη: (κ. ως ουσ.) Το ~ο(ν) (ενν. φάρμακο). [< αρχ. παυσίλυπος] | |
| 39256 | παυσίπονος | , η, ο παυ-σί-πο-νος επίθ.: που μετριάζει ή σταματά τον πόνο: ~η: δράση/ένεση. Βλ. -πονος2. ● Ουσ.: παυσίπονα (τα): ΦΑΡΜΑΚ. ενν. φάρμακα: ~ για τον πονοκέφαλο. Βλ. ασπιρίνη, ντεπόν, παναντόλ, πονστάν. ΣΥΝ. αναλγητικά (τα) [< μτγν. παυσίπονος ‘αυτός που σταματά την κούραση’] | |
| 39257 | παύω | παύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έπα-ψα (λόγ.) έπαυ-σα, πά-ψει (λόγ.) παύ-σει, παύ-θηκε (προφ.) -τηκε (λόγ. επαύθ-η, -ησαν, μτχ. παυθ-είς, -είσα, -έν), παυ-θεί (προφ.) -τεί, παύ-οντας, (σπάν.) -μένος} 1. σταματώ: Η διάταξη ~ει να ισχύει (= καταργείται). Δεν ~ει να είναι ωραία παρά την ηλικία της. Δεν ~ψα στιγμή να σ' αγαπώ. ~ψε να ελπίζει. Πάψε να κλαις. Πάψτε να υποκρίνεστε.|| ~σαν οι εχθροπραξίες (= τερματίστηκαν). Είναι καιρός να ~ψουν (= τελειώσουν) οι εσωτερικές έριδες. Πβ. διακόπτω, κατα~.|| ~ψε να χτυπά η καρδιά του (= πέθανε). 2. (επίσ.) απομακρύνω κάποιον από το αξίωμα ή τη θέση που κατείχε: ~θηκε από το δικαστικό σώμα/(+ γεν., λόγ.) των καθηκόντων του (μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου)/(οριστικά) από Πρόεδρος. Πβ. απο-κεφαλίζω, -λύω, -πέμπω, εκθρονίζω, ξηλώνω. ΣΥΝ. καθαιρώ (1) ● ΦΡ.: πάψε! (προφ.): σταμάτα να μιλάς, σώπασε: ~ πια (= βούλωσ' το, σκάσε)!, παύσατε πυρ! βλ. πυρ [< αρχ. παύω] | |
| 39260 | παφ-πουφ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πάφα πούφα (προφ.-ειρων.): το (πολύ) κάπνισμα: ~ κάθε μέρα/όλη την ώρα. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 39258 | παφλάζει | πα-φλά-ζει ρ. (αμτβ.) {πάφλα-σε} (συχνά λογοτ.): (κυρ. για θάλασσα ή κύμα) δημιουργεί παφλασμό. Πβ. φλοισβίζει. Βλ. κελαρύζει. [< αρχ. παφλάζω] | |
| 39259 | παφλασμός | πα-φλα-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) πάφλασμα (το) (συχνά λογοτ.): χαρακτηριστικός ήχος κυρ. από κύμα που σκάει σε ακτή ή από κινούμενο, ορμητικό νερό κυρ. θάλασσας, ποταμού. Πβ. φλοίσβος. [< αρχ. πάφλασμα ‘κοχλασμός, αναβρασμός’] | |
| 39261 | παχαίνω | πα-χαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πάχυν-α, -όμενος, παχαίν-οντας} 1. παίρνω βάρος, χοντραίνω: Τρώει πολύ, αλλά δεν ~ει. Κάνει δίαιτα, γιατί ~ε. Έχω ~ύνει τελευταία και δεν μου κάνουν τα ρούχα μου. Πβ. βαραίνω. ΑΝΤ. αδυνατίζω (1) 2. (& παχύνω) κάνω κάποιον (ή κάτι) να γίνει ή να φαίνεται πιο παχύς (ή πιο παχύ): Αυτό το παντελόνι/φόρεμα/χρώμα με ~ει. Παραταΐζει τα ζώα, για να τα ~ύνει. Τα αναψυκτικά/τα γλυκά/τα τηγανητά ~ουν. ~όμενα: κουνέλια/χοιρίδια. ΑΝΤ. λεπταίνω (1) [< μεσν. παχαίνω] | |
| 39262 | παχάκια | πα-χά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): περιττό λίπος που έχει συγκεντρωθεί σε συγκεκριμένα σημεία του ανθρώπινου σώματος: τοπικά ~. ~ στους γοφούς/στην κοιλιά (= ψωμάκια). ~ γύρω από το στομάχι (πβ. πατσές, σαμπρέλα, σωσίβιο). Τα έχει τα ~ του/της. Βλ. πιασίματα. | |
| 39263 | πάχνη | πά-χνη ουσ. (θηλ.) (συχνά κ. λογοτ.): ΜΕΤΕΩΡ. φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο υδρατμοί της ατμόσφαιρας συμπυκνώνονται σε μικροσκοπικούς παγοκρυστάλλους που επικάθονται ιδ. σε φυτά, στην ύπαιθρο,όταν η θερμοκρασία του αέρα είναι κάτω του μηδενός· κατ' επέκτ. υγρασία, παγωμένη δροσιά που εμφανίζεται νωρίς το πρωί. Πβ. αγιάζι. Βλ. δρόσος. [< αρχ. πάχνη] | |
| 39264 | παχνί | πα-χνί ουσ. (ουδ.): κοίλη κατασκευή σε στάβλο, όπου τοποθετούνται οι ζωοτροφές. Πβ. φάτνη. [< μεσν. παχνί] | |
| 39265 | πάχος | πά-χος ουσ. (ουδ.) {πάχ-ους | -η (σπάν. λαϊκό -ια)} 1. η απόσταση μεταξύ των δύο παράλληλων επιφανειών ενός σώματος: το ~ του βιβλίου/της γραμμής/της ζύμης/της μόνωσης/του στρώματος/του σωλήνα/του τοίχου/του χαρτιού/του χιονιού. (Ελάχιστο/μέγιστο) ~ ... χιλιοστά. Δύο πόντοι ~. Γυαλί μεγάλου/μεσαίου ~ους. Ράφια ~ους ... εκατοστών. Μολύβια σε διάφορα ~η γραφής. Βλ. πλάτος.|| (ΙΑΤΡ.) Εγκαύματα μερικού/ολικού ~ους. 2. η συνολική μάζα του σώματος και κυρ. τα περιττά κιλά· ειδικότ. ζωικό λίπος: ανεπιθύμητο ~. Αντιμετώπιση του ~ους (: με δίαιτα ή γυμναστική). Πβ. παχυσαρκία.|| Κρέας χωρίς ~ (= άπαχο). Πβ. ξίγκι. ● ΣΥΜΠΛ.: τοπικό πάχος: συσσώρευση λίπους σε συγκεκριμένη περιοχή του σώματος, κυρ. στους γοφούς και τους μηρούς στις γυναίκες και γύρω από τη μέση στους άνδρες: κρέμα κατά του ~ού ~ους. Καταπολέμηση της κυτταρίτιδας, του ~ού ~ους και της χαλάρωσης. Ασκήσεις για το ~ ~. Πβ. σαμπρέλα, σωσίβιο, ψωμάκια. Βλ. λιποαναρρόφηση, πιασίματα. ΣΥΝ. παχάκια ● ΦΡ.: τα πάχη μου τα κάλλη μου! (προφ.): ως δικαιολογία από παχύ άτομο, συνήθ. γυναίκα. [< αρχ. πάχος] | |
| 39266 | παχουλός | , ή, ό πα-χου-λός επίθ. (συχνά ευφημ.): που έχει επιπλέον πάχος, κάπως ευτραφής, στρουμπουλός: ~ό: μωρό. Πβ. αφρατ-, γεματ-, χοντρ-ούλης, μπαμπάτσικος, μπουλούκος, τσουπωτός.|| (ως ουσ.) Μόδα/ρούχα για ~ές. Βλ. -ουλός. ● Υποκ.: παχουλούλης (ο) {θηλ. παχουλούλα}, παχουλούτσικος , η, ο [< μεσν. παχουλός] | |
| 39267 | παχυ- & παχύ- | : επίθετο παχύς ως α' συνθετικό λέξεων: παχυ-σαρκία. Βλ. χοντρο-.|| Παχύ-ρρευστος (ΑΝΤ. λεπτό-). | |
| 39268 | παχυδερμία | πα-χυ-δερ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αναισθησία, αναλγησία, απάθεια: πολιτική ~. Η ~ των αρμοδίων. Βλ. οχαδερφισμός. ΣΥΝ. παχυδερμισμός 2. ΙΑΤΡ. ανώμαλη πάχυνση του δέρματος σε συγκεκριμένη περιοχή του σώματος. Βλ. ελεφαντίαση, λειχηνοποίηση, σκληρόδερμα. [< 2: αρχ. παχυδερμία, γαλλ. pachydermie, αγγλ. pachydermia] | |
| 39269 | παχυδερμικός | , ή, ό πα-χυ-δερ-μι-κός επίθ.: που δείχνει παχυδερμισμό, αναισθησία: ~ή: αδιαφορία/συμπεριφορά. Πβ. χοντρόπετσος. [< γαλλ. pachydermique, αγγλ. pachydermatous] | |
| 39270 | παχυδερμισμός | πα-χυ-δερ-μι-σμός ουσ. (αρσ.): αναισθησία, αναλγησία: κρατικός/πολιτικός ~. Ο ~ των υπευθύνων. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. παχυδερμία (1) | |
| 39271 | παχύδερμος | , η, ο πα-χύ-δερ-μος επίθ. (μτφ.-μειωτ., κυρ. για πρόσ.): σκληρός και αναίσθητος, χωρίς λεπτότητα στη συμπεριφορά. Βλ. -δερμος. ΣΥΝ. χοντρόπετσος ● Ουσ.: παχύδερμα (τα): ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμα οπληφόρα θηλαστικά με παχύ και συνήθ. άτριχο δέρμα (π.χ. ελέφαντας, ιπποπόταμος, ρινόκερος). [< αρχ. παχύδερμος, γαλλ. pachyderme, αγγλ. pachyderm] | |
| 39272 | παχυλός | , ή, ό πα-χυ-λός επίθ. (λόγ.) 1. (κυρ. για χρηματικό ποσό) αδρός, υπέρογκος: ~ός: μισθός. ~ή: αποζημίωση/επιδότηση/σύνταξη. ~ό: εισόδημα/συμβόλαιο. ~ές: αμοιβές (= παχιές)/αποδοχές/αυξήσεις. ~ά: κέρδη/μπόνους. ΑΝΤ. ισχνός (1) 2. (αρνητ. συνυποδ.) παντελής, πλήρης: ~ή: άγνοια/αμάθεια. Πβ. ολοκληρωτικός.|| ~ές: υποσχέσεις (= υπερβολικές). ~ά: λόγια (πβ. μεγάλα/παχιά λόγια). ● επίρρ.: παχυλά & (λογιότ.) -ώς [-ῶς]: πλουσιοπάροχα: ~ αμειβόμενος υπάλληλος. [< μτγν. παχυλός, παχυλῶς] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ