| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39267 | παχυ- & παχύ- | : επίθετο παχύς ως α' συνθετικό λέξεων: παχυ-σαρκία. Βλ. χοντρο-.|| Παχύ-ρρευστος (ΑΝΤ. λεπτό-). | |
| 39268 | παχυδερμία | πα-χυ-δερ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αναισθησία, αναλγησία, απάθεια: πολιτική ~. Η ~ των αρμοδίων. Βλ. οχαδερφισμός. ΣΥΝ. παχυδερμισμός 2. ΙΑΤΡ. ανώμαλη πάχυνση του δέρματος σε συγκεκριμένη περιοχή του σώματος. Βλ. ελεφαντίαση, λειχηνοποίηση, σκληρόδερμα. [< 2: αρχ. παχυδερμία, γαλλ. pachydermie, αγγλ. pachydermia] | |
| 39269 | παχυδερμικός | , ή, ό πα-χυ-δερ-μι-κός επίθ.: που δείχνει παχυδερμισμό, αναισθησία: ~ή: αδιαφορία/συμπεριφορά. Πβ. χοντρόπετσος. [< γαλλ. pachydermique, αγγλ. pachydermatous] | |
| 39270 | παχυδερμισμός | πα-χυ-δερ-μι-σμός ουσ. (αρσ.): αναισθησία, αναλγησία: κρατικός/πολιτικός ~. Ο ~ των υπευθύνων. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. παχυδερμία (1) | |
| 39271 | παχύδερμος | , η, ο πα-χύ-δερ-μος επίθ. (μτφ.-μειωτ., κυρ. για πρόσ.): σκληρός και αναίσθητος, χωρίς λεπτότητα στη συμπεριφορά. Βλ. -δερμος. ΣΥΝ. χοντρόπετσος ● Ουσ.: παχύδερμα (τα): ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμα οπληφόρα θηλαστικά με παχύ και συνήθ. άτριχο δέρμα (π.χ. ελέφαντας, ιπποπόταμος, ρινόκερος). [< αρχ. παχύδερμος, γαλλ. pachyderme, αγγλ. pachyderm] | |
| 39272 | παχυλός | , ή, ό πα-χυ-λός επίθ. (λόγ.) 1. (κυρ. για χρηματικό ποσό) αδρός, υπέρογκος: ~ός: μισθός. ~ή: αποζημίωση/επιδότηση/σύνταξη. ~ό: εισόδημα/συμβόλαιο. ~ές: αμοιβές (= παχιές)/αποδοχές/αυξήσεις. ~ά: κέρδη/μπόνους. ΑΝΤ. ισχνός (1) 2. (αρνητ. συνυποδ.) παντελής, πλήρης: ~ή: άγνοια/αμάθεια. Πβ. ολοκληρωτικός.|| ~ές: υποσχέσεις (= υπερβολικές). ~ά: λόγια (πβ. μεγάλα/παχιά λόγια). ● επίρρ.: παχυλά & (λογιότ.) -ώς [-ῶς]: πλουσιοπάροχα: ~ αμειβόμενος υπάλληλος. [< μτγν. παχυλός, παχυλῶς] | |
| 39273 | παχυμετρικός | , ή, ό πα-χυ-με-τρι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με το παχύμετρο: ~ός: διαβήτης. | |
| 39274 | παχύμετρο | πα-χύ-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ακριβείας για τη μέτρηση του πάχους διαφόρων υλικών, αντικειμένων: αναλογικό/ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. ~ υπερήχων. ~ κερατοειδούς. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. pachymeter, pachometer] | |
| 39275 | πάχυνση | πά-χυν-ση ουσ. (θηλ.): αύξηση του πάχους: (ΙΑΤΡ.) ~ του δέρματος/του τοιχώματος (των αρτηριών)/της κεράτινης στιβάδας.|| (ειδικότ. για εκτροφή ζώων, με σκοπό να φτάσουν στο κατάλληλο μέγεθος:) Μονάδα ~ης αρνιών/εριφίων/ιχθύων/μόσχων. Βοοειδή/κοτόπουλα προς ~. ΑΝΤ. λέπτυνση [< αρχ. πάχυνσις, γαλλ. engraissement] | |
| 39276 | παχυντήριο | πα-χυ-ντή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εγκαταστάσεις πάχυνσης ζώων: ~α βοοειδών/τόνου. Βλ. -τήριο. | |
| 39277 | παχυντικός | , ή, ό πα-χυ-ντι-κός επίθ.: που συντελεί στην αύξηση του πάχους, βάρους: ~ό: γλυκό. ~ές: τροφές. ~ά: γεύματα/φαγητά/τρόφιμα. Βλ. λιπαρός. ΑΝΤ. απισχναντικός [< μτγν. παχυντικός] | |
| 39278 | παχύνω | βλ. παχαίνω | |
| 39279 | παχύρρευστος | , η, ο πα-χύρ-ρευ-στος επίθ. & παχύρευστος: (για υγρά) που είναι πυκνός ως προς τη σύστασή του και ρέει αργά: ~ος: χυλός. ~η: κρέμα/μάζα/μορφή/ουσία/σάλτσα/υφή. ~ο: έκκριμα/λάδι/μείγμα/σιρόπι. ΣΥΝ. πηχτός (2), πυκνόρρευστος ΑΝΤ. αραιός (1), λεπτόρρευστος [< γερμ. dickflüßig] | |
| 39280 | παχύς | , ιά, ύ πα-χύς επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. παχεία | παχ-ύ (προφ.) -ιού (λόγ.) -έος | -ιοί (λόγ.) -είς, (θηλ.) -ιές (λόγ.) -είες, (ουδ.) -ιά (λόγ.) -έα, -ιών (αρσ. κ. ουδ. λόγ.) -έων (θηλ. λόγ. -ειών) | παχύτ-ερος, -ατος} 1. (για πρόσ.) παχύσαρκος, χοντρός: ~ιά: γυναίκα. ~ιά: παιδιά. Κοντός και ~. Βλ. τετράπαχος. ΑΝΤ. αδύνατος (1), ισχνός (2), λεπτός (1), λιπόσαρκος 2. που το πάχος του είναι μεγαλύτερο από το κανονικό: ~ύς: κορμός (δέντρου). ~ιά: γραμμή/σκόνη/στρώση (σοκολάτας). ~ύ: στρώμα (μπογιάς)/φύλλο (ζύμης)/χιόνι. ~ιές: φέτες (ψωμιού).|| ~ύς: λαιμός. ~ιά: μύτη. ~ύ: δέρμα. ~ιά: δάχτυλα/χείλη (= σαρκώδη).|| ~ύς: ίσκιος (= βαθύς). ~ιά: γενειάδα/γούνα (ζώου)/ομίχλη. ~ύ: μουστάκι/τρίχωμα. ~ιά: σύννεφα/φρύδια. Πβ. πυκνός. ΣΥΝ. χοντρός (2) ΑΝΤ. λεπτός (1) 3. πλούσιος σε λιπαρά και κατ' επέκτ. θερμίδες: ~ιά: κρέατα (: αρνίσιο, κατσικίσιο, χοιρινό)/τυριά (: κίτρινα τυριά, φέτα)/ψάρια (: γαύρος, σαρδέλα, σκουμπρί, σολομός, τσιπούρα). Πβ. λιπαρός, ολόπαχος. ΑΝΤ. άπαχος 4. (μτφ.-προφ.) που αφορά μεγάλα χρηματικά ποσά ή φανερώνει πλούτο: ~ιά: αμοιβή (= παχυλή). Πελάτες με ~ιές τσέπες (= βαθιές)/~ιά πορτοφόλια. ΣΥΝ. χοντρός (5) 5. παχύρρευστος, πηχτός: ~ιά: σάλτσα/σούπα. ΑΝΤ. αραιός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: μεγάλα λόγια βλ. λόγια, παχύ έντερο βλ. έντερο ● ΦΡ.: περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων βλ. αγελάδα [< αρχ. παχύς] | |
| 39281 | παχυσαρκία | πα-χυ-σαρ-κί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική αύξηση του σωματικού βάρους λόγω υπέρμετρης συσσώρευσης λίπους: κακοήθης/νοσογόνος/παιδική ~. Γενετικά καθορισμένη προδιάθεση/τάση για ~. Οι καρδιαγγειακές παθήσεις συχνά συνδέονται με την ~. Πβ. πάχος. [< γαλλ. obésité] | |
| 39282 | παχύσαρκος | , η, ο πα-χύ-σαρ-κος επίθ.: ΙΑΤΡ. που πάσχει από παχυσαρκία, χοντρός: ~α: παιδιά. Μέτρια/σοβαρά ~. (ως ουσ.) Αυξάνεται το ποσοστό των ~ων. Πβ. υπέρβαρος. ΣΥΝ. παχύς (1) ΑΝΤ. αδύνατος (1), λιπόσαρκος [< μτγν. παχύσαρκος 'που έχει ανθεκτικές ίνες', γαλλ. obèse] | |
| 39283 | παχύτητα | πα-χύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) (σπάν.): πάχος, όγκος· (ειδικότ., για υγρά) πυκνότητα. Βλ. -ύτητα. [< αρχ. παχύτης] | |
| 39284 | παχύφυλλος | , η, ο βλ. παχυ-, -φυλλος | |
| 39285 | παχύφυτα | πα-χύ-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. παχύφυτο}: ΒΟΤ. ευρύτερη κατηγορία φυτών με παχιά φύλλα, που έχουν την ικανότητα να αποθηκεύουν μεγάλες ποσότητες νερού στους ιστούς τους, ώστε να μπορούν να συντηρούνται για πολύ καιρό. Βλ. καλαγχόη, κακτοειδή, -φυτο. ΣΥΝ. σαρκόφυτα | |
| 39286 | πάω | βλ. πηγαίνω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ