Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [39900-39920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39307πέδησηπέ-δη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): φρενάρισμα: αυτόματη ~. Ηλεκτρονικός κατανεμητής/ποδόπληκτρο/σύστημα ~ης. ΣΥΝ. τροχοπέδηση ● ΣΥΜΠΛ.: σύστημα αντιεμπλοκής (κατά την πέδηση) βλ. αντιεμπλοκή [< μεσν. πέδησις]
39308πεδιάδαπε-δι-ά-δα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. επίπεδη και ομαλή επιφάνεια γης σε μικρό ή μέτριο υψόμετρο, με χαμηλή βλάστηση: απέραντη/εύφορη/καταπράσινη ~. Άρδευση της ~ας. Βλ. κοιλάδα, λεκανοπέδιο, λιβάδι, λόγγος, πάμπα, σαβάνα, στέπα. ΣΥΝ. κάμπος (1) [< αρχ. πεδιάς]
39309πέδιλοπέ-δι-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίλου, συνήθ. στον πληθ.} 1. παπούτσι που αφήνει συνήθ. το πίσω μέρος του πέλματος καθώς και τα δάχτυλα των ποδιών ακάλυπτα και φοριέται κυρ. το καλοκαίρι: ανδρικά/γυναικεία ~α. Ένα ζευγάρι ~α. ~α με ψηλό τακούνι. Βλ. σανδάλι. 2. (κατ' επέκτ.) ειδικό υπόδημα ή εξάρτημα που προσαρτάται σε υπόδημα, επίμηκες και επίπεδο, για συγκεκριμένη δραστηριότητα: ~α του πατινάζ (= παγοπέδιλα). ~α (του) σκι (= χιονοπέδιλα). Βλ. βατραχο~, τροχο~. 3. ΟΙΚΟΔ. δομικό στοιχείο της φέρουσας κατασκευής πάνω στο οποίο στηρίζεται το υποστύλωμα: τα ~α της γέφυρας/του κτιρίου. Βλ. πέλμα. ● Υποκ.: πεδιλάκι (το): στις σημ. 1,2. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμό πέδιλο: ΦΩΤΟΓΡ. υποδοχή, βάση του φλας της φωτογραφικής μηχανής. [< αγγλ. hot-shoe, 1971] [< αρχ. πέδιλον ‘σανδάλι, μπότα’ 3: αγγλ. footing]
39310πεδιλοδοκόςπε-δι-λο-δο-κός ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΔ. είδος θεμελίωσης το οποίο στηρίζει περισσότερα από δύο υποστυλώματα ή ένα περιμετρικό τοιχίο υπογείου σε μια ενιαία δοκό στο έδαφος και χρησιμοποιείται κυρ. για τη δημιουργία αντισεισμικών κατασκευών: άκαμπτη ~. Ισχυρές ~οί. Βλ. κοιτόστρωση, πέδιλο.
39311πεδινός, ή, ό πε-δι-νός επίθ.: που βρίσκεται ή ζει σε πεδιάδα: ~ός: οικισμός/τόπος. ~ή: ζώνη/περιοχή.|| ~ή: πέρδικα. ΣΥΝ. καμπίσιος ΑΝΤ. ορεινός ● Ουσ.: πεδινά (τα): ενν. μέρη: βροχές στα ~. [< αρχ. πεδινός]
39312πεδίοπε-δί-ο ουσ. (ουδ.) 1. χώρος, περιοχή όπου αναπτύσσεται συγκεκριμένη δραστηριότητα ή που παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: αναρριχητικό/στρατιωτικό ~. Το ~ της μάχης (πβ. μέτωπο).|| (ΦΥΣ.) Βαρυτικό/δυναμικό/ηλεκτρικό/ηλεκτροστατικό/(ηλεκτρο)μαγνητικό ~. Κβαντική Θεωρία ~ου.|| (ΓΕΩΦ.) Γεωθερμικό ~.|| (ΜΑΘ.) Διακριτό/διανυσματικό/τανυστικό ~. Το ~ ορισμού μιας συνάρτησης.|| (ΓΛΩΣΣ.) Λεξιλογικό/σημασιολογικό ~ (: ομάδα σημασιολογικά συγγενών λέξεων). 2. τομέας ανθρώπινης δραστηριότητας: γεωπολιτικό/ιατρικό ~. Κατάταξη Σχολών σε επιστημονικά ~α (: 1ο: ανθρωπιστικές, νομικές και κοινωνικές επιστήμες. 2ο: θετικές και τεχνολογικές επιστήμες. 3ο: επιστήμες υγείας και ζωής. 4ο: επιστήμες της εκπαίδευσης. 5ο: επιστήμες Οικονομίας και πληροφορική). Εξελίξεις στο διπλωματικό ~. Γνωστικά (= κλάδοι· π.χ. φυσική, ιστορία, μαθηματικά)/θεματικά ~α (= κατηγορίες). Έχει (ένα) ευρύ/περιορισμένο ~ (= σφαίρα) ενδιαφερόντων. Θέματα που καλύπτουν (ένα) τεράστιο ~ (= φάσμα) έρευνας/εφαρμογής. 3. ΠΛΗΡΟΦ. οριοθετημένο τμήμα πίνακα ή σελίδας όπου γίνεται εγγραφή στοιχείων: εισαγωγή/προσθήκη νέου ~ου. Προαιρετικά/υποχρεωτικά (συνήθ. με αστερίσκο) ~α (: ως προς τη συμπλήρωσή τους). Αυτόματη ενημέρωση ~ων. Στο ~ "Όνομα" γράφετε το επώνυμό σας. Βλ. κελί, στήλη. 4. (σπάν.-λόγ.) πεδιάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: έρευνα/μελέτη πεδίου: ΣΤΑΤΙΣΤ. που διεξάγεται σε φυσικό περιβάλλον, υπό πραγματικές συνθήκες και με προσωπικές συνεντεύξεις (σε αντιδιαστολή με την έρευνα που γίνεται στα εργαστήρια): ~ ~ με ερωτηματολόγιο., οπτικό πεδίο: ΟΠΤ. το εύρος του χώρου το οποίο μπορεί να δει κάποιος με γυμνό μάτι ή με οπτικό όργανο και το οποίο υπολογίζεται σε μοίρες: περιορισμένο ~ ~. Το ~ ~ κάμερας/τηλεσκοπίου/φακού.|| (προφ.) Μην μπαίνεις μπροστά, γιατί μου κλείνεις/περιορίζεις το ~ ~ (= δεν μπορώ να δω). [< γαλλ. champ visuel] , πεδίο ασκήσεων: ΣΤΡΑΤ. περιοχή όπου ασκούνται ή εκπαιδεύονται στρατιωτικές μονάδες., πεδίο βολής: ΣΤΡΑΤ. αυστηρά οριοθετημένη περιοχή στην οποία εκτελούνται βολές. [< γαλλ. champ de tir] , πεδίο δοκιμών: περιοχή κατάλληλη για τη διεξαγωγή δοκιμών, πειραμάτων, για παρατήρηση ή άσκηση: ~ ~ νέων όπλων/τεχνολογιών., πεδίο δράσης: τομέας, χώρος δραστηριοποίησης: Επεκτείνεται συνέχεια το ~ ~ του. [< γαλλ. champ d'action] , πεδίο μάχης: χώρος όπου εκτυλίσσονται συγκρούσεις ή έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ (ομάδων) ατόμων: Το κέντρο της πόλης θύμιζε ~ ~. Οι δρόμοι μετατράπηκαν σε ~ ~ κατά τη διάρκεια της πορείας. Πβ. ρινγκ. [< γαλλ. champ de bataille] , βάθος πεδίου βλ. βάθος, δυναμικό πεδίο βλ. δυναμικός, ηλεκτρικό πεδίο βλ. ηλεκτρικός, Ηλύσια Πεδία βλ. ηλύσιος, πρόσφορο/γόνιμο/εύφορο έδαφος/κλίμα/πεδίο βλ. έδαφος ● ΦΡ.: (αφήνω/μένει) το πεδίο/το έδαφος ελεύθερο βλ. ελεύθερος, ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν βλ. ιδού [< 1,2: γαλλ. champ 3: αγγλ. field, 1946, 4: αρχ. πεδίον]
39313πεδιόμετροπε-δι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΠ. όργανο μέτρησης μαγνητικών πεδίων: δορυφορικό/επίγειο ~. ~ τσέπης. Βλ. -μετρο.
39314ΠΕΔΥ(το): Περιφερειακό Εργαστήριο Δημόσιας Υγείας.
39315ΠΕΕΑ(η): Πανελλήνια Ένωση Εφέδρων Αξιωματικών.
39316πεζεβέγκηςπε-ζε-βέ-γκης ουσ. (αρσ.) {πεζεβέγκηδες} & μπεζεβέγκης (ιδιωμ.) 1. (υβριστ.) αισχρός, αχρείος, φαύλος. 2. (παρωχ.) προαγωγός, μαστρωπός. [< μεσν. (θηλ.) πεζεβέγκισσα, τουρκ. pezevenk]
39317πεζεύωπε-ζεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πέζεψε} (λαϊκό): κατεβαίνω από άλογο ή υποζύγιο, ξεπεζεύω. Πβ. αφιππεύω. ΣΥΝ. ξεκαβαλικεύω ΑΝΤ. καβαλώ (1) [< αρχ. πεζεύω]
39318πεζή[πεζῇ] πε-ζή επίρρ. (λόγ.): με τα πόδια, βαδίζοντας: Πήγαμε ~. Μάχονταν ~ ή έφιπποι. [< αρχ. πεζῇ]
39319πεζικάριοςπε-ζι-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) (προφ.): ΣΤΡΑΤ. οπλίτης ή (υπ)αξιωματικός του Πεζικού. Βλ. -άριος.
39320πεζικόπε-ζι-κό ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. Π): ΣΤΡΑΤ. μάχιμο σώμα του Στρατού Ξηράς του οποίου οι στρατιώτες μάχονται πεζοί· συνεκδ. όσοι υπηρετούν σε αυτό. Βλ. Πολεμικό Ναυτικό.
39321πεζικός, ή, ό πε-ζι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με το πεζικό: ~ές: δυνάμεις. [< αρχ. πεζικός]
39322πεζο-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στον πεζό λόγο: πεζο-γράφημα/~γράφος. [< μτγν. πεζο-]
39323πεζο- & πεζό-α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στους πεζούς ή την οδοιπορία: πεζό-δρομος. Πεζο-γέφυρα/-διάβαση.|| Πεζο-πόρος. 2. ΣΤΡΑΤ. στο πεζικό: πεζο-μαχία.
39324πεζόβολοπε-ζό-βο-λο ουσ. (ουδ.) & πεζόβολος (ο): αλιευτικό δίχτυ κωνικού σχήματος με βαρίδια που χρησιμεύει για ψάρεμα από τη στεριά και σε ρηχά νερά. [< μεσν. πεζόβολος]
39325πεζογέφυραπε-ζο-γέ-φυ-ρα ουσ. (θηλ.): γέφυρα για τη διάβαση πεζών: εναέρια/κρεμαστή ~. Βλ. αν(ισόπεδη)/υπόγεια διάβαση, οδογέφυρα.
39326πεζογράφημαπε-ζο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΛΟΓΟΤ. λογοτεχνικό έργο σε πεζό λόγο: συλλογή ~άτων. Βλ. -γράφημα, αφήγημα, διήγημα, μυθιστόρημα, νουβέλα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.