| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 39314 | ΠΕΔΥ | (το): Περιφερειακό Εργαστήριο Δημόσιας Υγείας. | |
| 39315 | ΠΕΕΑ | (η): Πανελλήνια Ένωση Εφέδρων Αξιωματικών. | |
| 39316 | πεζεβέγκης | πε-ζε-βέ-γκης ουσ. (αρσ.) {πεζεβέγκηδες} & μπεζεβέγκης (ιδιωμ.) 1. (υβριστ.) αισχρός, αχρείος, φαύλος. 2. (παρωχ.) προαγωγός, μαστρωπός. [< μεσν. (θηλ.) πεζεβέγκισσα, τουρκ. pezevenk] | |
| 39317 | πεζεύω | πε-ζεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πέζεψε} (λαϊκό): κατεβαίνω από άλογο ή υποζύγιο, ξεπεζεύω. Πβ. αφιππεύω. ΣΥΝ. ξεκαβαλικεύω ΑΝΤ. καβαλώ (1) [< αρχ. πεζεύω] | |
| 39318 | πεζή | [πεζῇ] πε-ζή επίρρ. (λόγ.): με τα πόδια, βαδίζοντας: Πήγαμε ~. Μάχονταν ~ ή έφιπποι. [< αρχ. πεζῇ] | |
| 39319 | πεζικάριος | πε-ζι-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) (προφ.): ΣΤΡΑΤ. οπλίτης ή (υπ)αξιωματικός του Πεζικού. Βλ. -άριος. | |
| 39320 | πεζικό | πε-ζι-κό ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. Π): ΣΤΡΑΤ. μάχιμο σώμα του Στρατού Ξηράς του οποίου οι στρατιώτες μάχονται πεζοί· συνεκδ. όσοι υπηρετούν σε αυτό. Βλ. Πολεμικό Ναυτικό. | |
| 39321 | πεζικός | , ή, ό πε-ζι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με το πεζικό: ~ές: δυνάμεις. [< αρχ. πεζικός] | |
| 39322 | πεζο- | : α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στον πεζό λόγο: πεζο-γράφημα/~γράφος. [< μτγν. πεζο-] | |
| 39323 | πεζο- & πεζό- | α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στους πεζούς ή την οδοιπορία: πεζό-δρομος. Πεζο-γέφυρα/-διάβαση.|| Πεζο-πόρος. 2. ΣΤΡΑΤ. στο πεζικό: πεζο-μαχία. | |
| 39324 | πεζόβολο | πε-ζό-βο-λο ουσ. (ουδ.) & πεζόβολος (ο): αλιευτικό δίχτυ κωνικού σχήματος με βαρίδια που χρησιμεύει για ψάρεμα από τη στεριά και σε ρηχά νερά. [< μεσν. πεζόβολος] | |
| 39325 | πεζογέφυρα | πε-ζο-γέ-φυ-ρα ουσ. (θηλ.): γέφυρα για τη διάβαση πεζών: εναέρια/κρεμαστή ~. Βλ. αν(ισόπεδη)/υπόγεια διάβαση, οδογέφυρα. | |
| 39326 | πεζογράφημα | πε-ζο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΛΟΓΟΤ. λογοτεχνικό έργο σε πεζό λόγο: συλλογή ~άτων. Βλ. -γράφημα, αφήγημα, διήγημα, μυθιστόρημα, νουβέλα. | |
| 39327 | πεζογραφία | πε-ζο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΟΤ. η τέχνη της συγγραφής πεζογραφημάτων ή το σύνολο των πεζογραφικών έργων ενός συγγραφέα ή μιας εποχής: μεταφρασμένη/νεοελληνική/παγκόσμια/σύγχρονη ~. Πβ. πρόζα. Βλ. -γραφία. ΣΥΝ. πεζός λόγος [< μεσν. πεζογραφία] | |
| 39328 | πεζογραφικός | , ή, ό πε-ζο-γρα-φι-κός επίθ.: ΛΟΓΟΤ. που σχετίζεται με την πεζογραφία: ~ή: ανθολογία/παραγωγή/παράδοση. ~ό: είδος/ύφος. Πβ. πεζός. Βλ. ποιητικός. | |
| 39329 | πεζογράφος | πε-ζο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συγγραφέας πεζών λογοτεχνικών έργων: κορυφαίος/μεταπολεμικός ~. Βλ. -γράφος. [< μτγν. πεζογράφος] | |
| 39330 | πεζοδιάβαση | πε-ζο-δι-ά-βα-ση ουσ. (θηλ.): διάβαση πεζών: υπόγεια ~. | |
| 39331 | πεζοδρομημένος | , η, ο πε-ζο-δρο-μη-μέ-νος επίθ.: που έχει πεζοδρομηθεί: ~η: περιοχή. ~ο: εμπορικό/ιστορικό κέντρο (πόλης). ~ο: τμήμα οδού. ~α: δρομάκια. | |
| 39332 | πεζοδρόμηση | πε-ζο-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.): μετατροπή δρόμου σε πεζόδρομο: εκτεταμένη/ευρεία/μερική ~. Έργα/σχέδιο ~ης (της οδού ...). Το μέτρο της ~ης. [< γαλλ. piétonnisation, 1977] | |
| 39333 | πεζοδρομιακός | , ή, ό πε-ζο-δρο-μι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το πεζοδρόμιο: ~ές: εκδηλώσεις.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ές: εκφράσεις (= αγοραίες, χυδαίες). ● επίρρ.: πεζοδρομιακά | |