Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39920-39940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39330πεζοδιάβασηπε-ζο-δι-ά-βα-ση ουσ. (θηλ.): διάβαση πεζών: υπόγεια ~.
39331πεζοδρομημένος, η, ο πε-ζο-δρο-μη-μέ-νος επίθ.: που έχει πεζοδρομηθεί: ~η: περιοχή. ~ο: εμπορικό/ιστορικό κέντρο (πόλης). ~ο: τμήμα οδού. ~α: δρομάκια.
39332πεζοδρόμησηπε-ζο-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.): μετατροπή δρόμου σε πεζόδρομο: εκτεταμένη/ευρεία/μερική ~. Έργα/σχέδιο ~ης (της οδού ...). Το μέτρο της ~ης. [< γαλλ. piétonnisation, 1977]
39333πεζοδρομιακός, ή, ό πε-ζο-δρο-μι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το πεζοδρόμιο: ~ές: εκδηλώσεις.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ές: εκφράσεις (= αγοραίες, χυδαίες). ● επίρρ.: πεζοδρομιακά
39334πεζοδρόμιοπε-ζο-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. πλευρικό τμήμα δρόμου, ελαφρώς υπερυψωμένο και συνήθ. πλακοστρωμένο, το οποίο προορίζεται για την κυκλοφορία των πεζών: αριστερό/δεξί/στενό/φαρδύ ~. Το κράσπεδο/οι πλάκες/το ρείθρο του ~ίου. Άδεια χρήσης ~ίου για τραπεζοκαθίσματα. Στην άκρη του ~ίου. Ανάπλαση/διαπλάτυνση/(ανα)κατασκευή/κατάληψη (από μηχανάκια)/συντήρηση ~ίων. Ζαρντινιέρες/παγκάκια/παράνομο παρκάρισμα/φύτευση δέντρων στα ~α. Ανεβαίνω/περπατώ στο ~. Περνώ από το ένα ~ στο άλλο/στο απέναντι (= αλλάζω ~). Βλ. -δρόμιο, νησίδα. 2. (προφ.) οι συνθήκες ζωής που χαρακτηρίζουν τα πιο φτωχά και περιθωριοποιημένα κοινωνικά στρώματα ή τον υπόκοσμο: Μεγάλωσε στο ~. Το ~ με δίδαξε πολλά. Έβγαλα το πανεπιστήμιο του ~ίου (: αποκόμισα σημαντικές εμπειρίες, ζώντας σε αυτό το περιβάλλον). Πβ. (κοινωνικό) περιθώριο. ● ΦΡ.: κατέληξε στο/βγήκε στο/κάνει πεζοδρόμιο (προφ.): εκπορνεύεται. ΣΥΝ. βγήκε στο κλαρί (1), βγήκε στο κουρμπέτι (1), βγήκε/έχει βγει στην πιάτσα (2), του πεζοδρομίου (μειωτ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι χαμηλού επιπέδου, χυδαίο ή ταιριάζει στον υπόκοσμο: εκφράσεις/πολιτική/συζήτηση ~ ~. Γυναίκα ~ ~ (= πόρνη· πβ. (γυναίκα) του δρόμου). [< πβ. μεσν. πεζοδρόμιον 'αγώνας δρόμου πεζών', γερμ. Fussgängerweg, γαλλ. trottoir]
39335πεζόδρομοςπε-ζό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): ειδικά διαμορφωμένος δρόμος, στον οποίο έχει απαγορευθεί η κυκλοφορία και η στάθμευση οχημάτων, που προορίζεται αποκλειστικά για την κυκλοφορία πεζών: εμπορικός/κεντρικός/παραλιακός ~. ~ της οδού ... Δημιουργία/κατασκευή ~ου. Εκδηλώσεις/φεστιβάλ βιβλίου στον ~ο ... Βλ. -δρομος. [< πβ. αγγλ. pedestrian zone, γαλλ. zone piétonnière]
39336πεζοδρομώ[πεζοδρομῶ] πε-ζο-δρο-μώ ρ. (μτβ.) {πεζοδρομ-εί ... | πεζοδρόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, συνήθ. στο γ' πρόσ. παθ. φωνής}: μετατρέπω ολόκληρο δρόμο ή τμήμα του σε πεζόδρομο: Θα ~ηθεί η λεωφόρος ...
39337πεζοκεφαλαίαπε-ζο-κε-φα-λαί-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΤΥΠΟΓΡ. πεζά και κεφαλαία γράμματα στην ίδια λέξη, φράση ή κείμενο: Θα γίνονται δεκτές μόνο αιτήσεις που είναι γραμμένες σε ~ (: μικρά και μεγάλα).
39338πεζολογίαπε-ζο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. πεζός λόγος, προφορικός ή γραπτός. 2. (αρνητ. συνυποδ.) λόγος που χαρακτηρίζεται από πεζότητα. Βλ. -λογία. [< μτγν. πεζολογία]
39339πεζολογικός, ή, ό πε-ζο-λο-γι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με την πεζολογία: ~ός: τόνος (του ποιήματος). ~ό ύφος, χωρίς λυρικές εξάρσεις. Βλ. ποιητικός. [< μεσν. πεζολογικός]
39340πεζομαχίαπε-ζο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. μάχη ανάμεσα σε στρατιώτες που πολεμούν πεζοί. Βλ. αερο-, ναυ-μαχία. [< αρχ. πεζομαχία]
39341πεζοναύτηςπε-ζο-ναύ-της ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. άνδρας των Ειδικών Δυνάμεων, εκπαιδευμένος για αμφίβιες αποβατικές επιχειρήσεις σε συνεργασία με το Πολεμικό Ναυτικό: δυνάμεις/μονάδα/(επίλεκτο) σώμα ~ών. Βλ. καταδρομέας.
39342πεζοπορίαπε-ζο-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.): περπάτημα∙ κυρ. ειδικότ. πορεία στη φύση με τα πόδια, συνήθ. για μεγάλη απόσταση, με σκοπό την ψυχαγωγία και την εκγύμναση: Πβ. ποδαρόδρομος.|| Απλή/ορεινή (= ορειβασία) ~. Διαδρομή/παπούτσια/σακίδιο ~ας. Λάτρεις της ~ας. Πβ. οδοιπορία, τρέκινγκ. Βλ. ανάβαση, περιήγηση. [< μτγν. πεζοπορία]
39343πεζοπορικός, ή, ό πε-ζο-πο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πεζοπορία ή/και τον πεζοπόρο: ~ός: οδηγός/όμιλος/σύλλογος/χάρτης. ~ό: διήμερο/μονοπάτι. Πβ. οδοιπορικός.
39344πεζοπόροςπε-ζο-πό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που κάνει πεζοπορία. Πβ. οδοιπόρος, στρατοκόπος.|| (ως επίθ.) ~α τμήματα της Πυροσβεστικής/του στρατού. [< μτγν. πεζοπόρος ‘αυτός που κινείται διά της ξηράς’]
39345πεζοπορώ[πεζοπορῶ] πε-ζο-πο-ρώ ρ. (αμτβ.) {πεζοπορ-είς ..., -ώντας | πεζοπόρ-ησα}: περπατώ· κυρ. ειδικότ. καλύπτω μεγάλη απόσταση βαδίζοντας. Πβ. οδοιπορώ. [< αρχ. πεζοπορῶ]
39346πεζός, ή, ό πε-ζός επίθ. 1. (για πρόσ.) που βαδίζει ή πηγαίνει κάπου με τα πόδια (και όχι με μεταφορικό μέσο): Κυκλοφορώ/μετακινούμαι/φεύγω ~. Θα πας ~ ή με το αυτοκίνητο; Διέσχισαν ~οί την πόλη.|| (συνεκδ.) ~ή: μετακίνηση/περιπολία (ΑΝΤ. έφιππη). Βλ. πεζή. 2. (μτφ.) μονότονος, κοινότοπος, τετριμμένος: ~ή: καθημερινότητα/λογική/πραγματικότητα/σκέψη. Η ζωή μας έχει γίνει αρκετά ~ή.|| Πόσο ~ είσαι! ΣΥΝ. συνηθισμένος (2) 3. γραμμένος σε πεζό λόγο: ~ή: λογοτεχνία. Πβ. πεζογραφικός. ΑΝΤ. έμμετρος, ποιητικός (1) 4. ΤΥΠΟΓΡ. (για γράμματα του αλφαβήτου) μικρός. ΑΝΤ. κεφαλαίος ● Ουσ.: πεζό (το) 1. ΛΟΓΟΤ. ενν. κείμενο· πεζογράφημα: ποιήματα και ~ά. 2. ΤΥΠΟΓΡ. ενν. γράμμα: ~ά (= μικρά) και κεφαλαία., πεζός (ο): πρόσωπο που μετακινείται με τα πόδια (σε αντίθεση με τον οδηγό ή τον μοτοσικλετιστή): γέφυρα ~ών (= πεζογέφυρα). Προτεραιότητα στους ~ούς. Απαγορεύεται η διέλευση ~ών. Βλ. πεζο-.|| (παλαιότ., για το πεζικό) ~οί και ιππείς. ● επίρρ.: πεζά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πεζός λόγος: ΛΟΓΟΤ. πεζογραφία: είδη ~ού ~ου (π.χ. διήγημα, μυθιστόρημα, νουβέλα). ΣΥΝ. πρόζα (1), διάβαση πεζών βλ. διάβαση [< αρχ. πεζός]
39347πεζότηταπε-ζό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία πρωτοτυπίας, φαντασίας ή λυρισμού, κοινοτοπία. Βλ. μονοτονία, -ότητα. [< μτγν. πεζότης 'το να έχει κάποιος πόδια', γαλλ. prosaïsme]
39348πεζοτράγουδοπε-ζο-τρά-γου-δο ουσ. (ουδ.): ΛΟΓΟΤ. περιορισμένης έκτασης κείμενο σε πεζό λόγο με έντονο λυρισμό. Βλ. ποίημα, πρόζα.
39349πεζούλαπε-ζού-λα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λαϊκό): πεζούλι. ● πεζούλες (οι): ΓΕΩΡΓ. αναβαθμίδες. [< μεσν. πεζούλα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.