Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [39920-39940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39314ΠΕΔΥ(το): Περιφερειακό Εργαστήριο Δημόσιας Υγείας.
39315ΠΕΕΑ(η): Πανελλήνια Ένωση Εφέδρων Αξιωματικών.
39316πεζεβέγκηςπε-ζε-βέ-γκης ουσ. (αρσ.) {πεζεβέγκηδες} & μπεζεβέγκης (ιδιωμ.) 1. (υβριστ.) αισχρός, αχρείος, φαύλος. 2. (παρωχ.) προαγωγός, μαστρωπός. [< μεσν. (θηλ.) πεζεβέγκισσα, τουρκ. pezevenk]
39317πεζεύωπε-ζεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πέζεψε} (λαϊκό): κατεβαίνω από άλογο ή υποζύγιο, ξεπεζεύω. Πβ. αφιππεύω. ΣΥΝ. ξεκαβαλικεύω ΑΝΤ. καβαλώ (1) [< αρχ. πεζεύω]
39318πεζή[πεζῇ] πε-ζή επίρρ. (λόγ.): με τα πόδια, βαδίζοντας: Πήγαμε ~. Μάχονταν ~ ή έφιπποι. [< αρχ. πεζῇ]
39319πεζικάριοςπε-ζι-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) (προφ.): ΣΤΡΑΤ. οπλίτης ή (υπ)αξιωματικός του Πεζικού. Βλ. -άριος.
39320πεζικόπε-ζι-κό ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. Π): ΣΤΡΑΤ. μάχιμο σώμα του Στρατού Ξηράς του οποίου οι στρατιώτες μάχονται πεζοί· συνεκδ. όσοι υπηρετούν σε αυτό. Βλ. Πολεμικό Ναυτικό.
39321πεζικός, ή, ό πε-ζι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με το πεζικό: ~ές: δυνάμεις. [< αρχ. πεζικός]
39322πεζο-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στον πεζό λόγο: πεζο-γράφημα/~γράφος. [< μτγν. πεζο-]
39323πεζο- & πεζό-α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στους πεζούς ή την οδοιπορία: πεζό-δρομος. Πεζο-γέφυρα/-διάβαση.|| Πεζο-πόρος. 2. ΣΤΡΑΤ. στο πεζικό: πεζο-μαχία.
39324πεζόβολοπε-ζό-βο-λο ουσ. (ουδ.) & πεζόβολος (ο): αλιευτικό δίχτυ κωνικού σχήματος με βαρίδια που χρησιμεύει για ψάρεμα από τη στεριά και σε ρηχά νερά. [< μεσν. πεζόβολος]
39325πεζογέφυραπε-ζο-γέ-φυ-ρα ουσ. (θηλ.): γέφυρα για τη διάβαση πεζών: εναέρια/κρεμαστή ~. Βλ. αν(ισόπεδη)/υπόγεια διάβαση, οδογέφυρα.
39326πεζογράφημαπε-ζο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΛΟΓΟΤ. λογοτεχνικό έργο σε πεζό λόγο: συλλογή ~άτων. Βλ. -γράφημα, αφήγημα, διήγημα, μυθιστόρημα, νουβέλα.
39327πεζογραφίαπε-ζο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΟΤ. η τέχνη της συγγραφής πεζογραφημάτων ή το σύνολο των πεζογραφικών έργων ενός συγγραφέα ή μιας εποχής: μεταφρασμένη/νεοελληνική/παγκόσμια/σύγχρονη ~. Πβ. πρόζα. Βλ. -γραφία. ΣΥΝ. πεζός λόγος [< μεσν. πεζογραφία]
39328πεζογραφικός, ή, ό πε-ζο-γρα-φι-κός επίθ.: ΛΟΓΟΤ. που σχετίζεται με την πεζογραφία: ~ή: ανθολογία/παραγωγή/παράδοση. ~ό: είδος/ύφος. Πβ. πεζός. Βλ. ποιητικός.
39329πεζογράφοςπε-ζο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συγγραφέας πεζών λογοτεχνικών έργων: κορυφαίος/μεταπολεμικός ~. Βλ. -γράφος. [< μτγν. πεζογράφος]
39330πεζοδιάβασηπε-ζο-δι-ά-βα-ση ουσ. (θηλ.): διάβαση πεζών: υπόγεια ~.
39331πεζοδρομημένος, η, ο πε-ζο-δρο-μη-μέ-νος επίθ.: που έχει πεζοδρομηθεί: ~η: περιοχή. ~ο: εμπορικό/ιστορικό κέντρο (πόλης). ~ο: τμήμα οδού. ~α: δρομάκια.
39332πεζοδρόμησηπε-ζο-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.): μετατροπή δρόμου σε πεζόδρομο: εκτεταμένη/ευρεία/μερική ~. Έργα/σχέδιο ~ης (της οδού ...). Το μέτρο της ~ης. [< γαλλ. piétonnisation, 1977]
39333πεζοδρομιακός, ή, ό πε-ζο-δρο-μι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το πεζοδρόμιο: ~ές: εκδηλώσεις.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ές: εκφράσεις (= αγοραίες, χυδαίες). ● επίρρ.: πεζοδρομιακά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.