Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [39940-39960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39334πεζοδρόμιοπε-ζο-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. πλευρικό τμήμα δρόμου, ελαφρώς υπερυψωμένο και συνήθ. πλακοστρωμένο, το οποίο προορίζεται για την κυκλοφορία των πεζών: αριστερό/δεξί/στενό/φαρδύ ~. Το κράσπεδο/οι πλάκες/το ρείθρο του ~ίου. Άδεια χρήσης ~ίου για τραπεζοκαθίσματα. Στην άκρη του ~ίου. Ανάπλαση/διαπλάτυνση/(ανα)κατασκευή/κατάληψη (από μηχανάκια)/συντήρηση ~ίων. Ζαρντινιέρες/παγκάκια/παράνομο παρκάρισμα/φύτευση δέντρων στα ~α. Ανεβαίνω/περπατώ στο ~. Περνώ από το ένα ~ στο άλλο/στο απέναντι (= αλλάζω ~). Βλ. -δρόμιο, νησίδα. 2. (προφ.) οι συνθήκες ζωής που χαρακτηρίζουν τα πιο φτωχά και περιθωριοποιημένα κοινωνικά στρώματα ή τον υπόκοσμο: Μεγάλωσε στο ~. Το ~ με δίδαξε πολλά. Έβγαλα το πανεπιστήμιο του ~ίου (: αποκόμισα σημαντικές εμπειρίες, ζώντας σε αυτό το περιβάλλον). Πβ. (κοινωνικό) περιθώριο. ● ΦΡ.: κατέληξε στο/βγήκε στο/κάνει πεζοδρόμιο (προφ.): εκπορνεύεται. ΣΥΝ. βγήκε στο κλαρί (1), βγήκε στο κουρμπέτι (1), βγήκε/έχει βγει στην πιάτσα (2), του πεζοδρομίου (μειωτ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι χαμηλού επιπέδου, χυδαίο ή ταιριάζει στον υπόκοσμο: εκφράσεις/πολιτική/συζήτηση ~ ~. Γυναίκα ~ ~ (= πόρνη· πβ. (γυναίκα) του δρόμου). [< πβ. μεσν. πεζοδρόμιον 'αγώνας δρόμου πεζών', γερμ. Fussgängerweg, γαλλ. trottoir]
39335πεζόδρομοςπε-ζό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): ειδικά διαμορφωμένος δρόμος, στον οποίο έχει απαγορευθεί η κυκλοφορία και η στάθμευση οχημάτων, που προορίζεται αποκλειστικά για την κυκλοφορία πεζών: εμπορικός/κεντρικός/παραλιακός ~. ~ της οδού ... Δημιουργία/κατασκευή ~ου. Εκδηλώσεις/φεστιβάλ βιβλίου στον ~ο ... Βλ. -δρομος. [< πβ. αγγλ. pedestrian zone, γαλλ. zone piétonnière]
39336πεζοδρομώ[πεζοδρομῶ] πε-ζο-δρο-μώ ρ. (μτβ.) {πεζοδρομ-εί ... | πεζοδρόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, συνήθ. στο γ' πρόσ. παθ. φωνής}: μετατρέπω ολόκληρο δρόμο ή τμήμα του σε πεζόδρομο: Θα ~ηθεί η λεωφόρος ...
39337πεζοκεφαλαίαπε-ζο-κε-φα-λαί-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΤΥΠΟΓΡ. πεζά και κεφαλαία γράμματα στην ίδια λέξη, φράση ή κείμενο: Θα γίνονται δεκτές μόνο αιτήσεις που είναι γραμμένες σε ~ (: μικρά και μεγάλα).
39338πεζολογίαπε-ζο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. πεζός λόγος, προφορικός ή γραπτός. 2. (αρνητ. συνυποδ.) λόγος που χαρακτηρίζεται από πεζότητα. Βλ. -λογία. [< μτγν. πεζολογία]
39339πεζολογικός, ή, ό πε-ζο-λο-γι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με την πεζολογία: ~ός: τόνος (του ποιήματος). ~ό ύφος, χωρίς λυρικές εξάρσεις. Βλ. ποιητικός. [< μεσν. πεζολογικός]
39340πεζομαχίαπε-ζο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. μάχη ανάμεσα σε στρατιώτες που πολεμούν πεζοί. Βλ. αερο-, ναυ-μαχία. [< αρχ. πεζομαχία]
39341πεζοναύτηςπε-ζο-ναύ-της ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. άνδρας των Ειδικών Δυνάμεων, εκπαιδευμένος για αμφίβιες αποβατικές επιχειρήσεις σε συνεργασία με το Πολεμικό Ναυτικό: δυνάμεις/μονάδα/(επίλεκτο) σώμα ~ών. Βλ. καταδρομέας.
39342πεζοπορίαπε-ζο-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.): περπάτημα∙ κυρ. ειδικότ. πορεία στη φύση με τα πόδια, συνήθ. για μεγάλη απόσταση, με σκοπό την ψυχαγωγία και την εκγύμναση: Πβ. ποδαρόδρομος.|| Απλή/ορεινή (= ορειβασία) ~. Διαδρομή/παπούτσια/σακίδιο ~ας. Λάτρεις της ~ας. Πβ. οδοιπορία, τρέκινγκ. Βλ. ανάβαση, περιήγηση. [< μτγν. πεζοπορία]
39343πεζοπορικός, ή, ό πε-ζο-πο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πεζοπορία ή/και τον πεζοπόρο: ~ός: οδηγός/όμιλος/σύλλογος/χάρτης. ~ό: διήμερο/μονοπάτι. Πβ. οδοιπορικός.
39344πεζοπόροςπε-ζο-πό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που κάνει πεζοπορία. Πβ. οδοιπόρος, στρατοκόπος.|| (ως επίθ.) ~α τμήματα της Πυροσβεστικής/του στρατού. [< μτγν. πεζοπόρος ‘αυτός που κινείται διά της ξηράς’]
39345πεζοπορώ[πεζοπορῶ] πε-ζο-πο-ρώ ρ. (αμτβ.) {πεζοπορ-είς ..., -ώντας | πεζοπόρ-ησα}: περπατώ· κυρ. ειδικότ. καλύπτω μεγάλη απόσταση βαδίζοντας. Πβ. οδοιπορώ. [< αρχ. πεζοπορῶ]
39346πεζός, ή, ό πε-ζός επίθ. 1. (για πρόσ.) που βαδίζει ή πηγαίνει κάπου με τα πόδια (και όχι με μεταφορικό μέσο): Κυκλοφορώ/μετακινούμαι/φεύγω ~. Θα πας ~ ή με το αυτοκίνητο; Διέσχισαν ~οί την πόλη.|| (συνεκδ.) ~ή: μετακίνηση/περιπολία (ΑΝΤ. έφιππη). Βλ. πεζή. 2. (μτφ.) μονότονος, κοινότοπος, τετριμμένος: ~ή: καθημερινότητα/λογική/πραγματικότητα/σκέψη. Η ζωή μας έχει γίνει αρκετά ~ή.|| Πόσο ~ είσαι! ΣΥΝ. συνηθισμένος (2) 3. γραμμένος σε πεζό λόγο: ~ή: λογοτεχνία. Πβ. πεζογραφικός. ΑΝΤ. έμμετρος, ποιητικός (1) 4. ΤΥΠΟΓΡ. (για γράμματα του αλφαβήτου) μικρός. ΑΝΤ. κεφαλαίος ● Ουσ.: πεζό (το) 1. ΛΟΓΟΤ. ενν. κείμενο· πεζογράφημα: ποιήματα και ~ά. 2. ΤΥΠΟΓΡ. ενν. γράμμα: ~ά (= μικρά) και κεφαλαία., πεζός (ο): πρόσωπο που μετακινείται με τα πόδια (σε αντίθεση με τον οδηγό ή τον μοτοσικλετιστή): γέφυρα ~ών (= πεζογέφυρα). Προτεραιότητα στους ~ούς. Απαγορεύεται η διέλευση ~ών. Βλ. πεζο-.|| (παλαιότ., για το πεζικό) ~οί και ιππείς. ● επίρρ.: πεζά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πεζός λόγος: ΛΟΓΟΤ. πεζογραφία: είδη ~ού ~ου (π.χ. διήγημα, μυθιστόρημα, νουβέλα). ΣΥΝ. πρόζα (1), διάβαση πεζών βλ. διάβαση [< αρχ. πεζός]
39347πεζότηταπε-ζό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία πρωτοτυπίας, φαντασίας ή λυρισμού, κοινοτοπία. Βλ. μονοτονία, -ότητα. [< μτγν. πεζότης 'το να έχει κάποιος πόδια', γαλλ. prosaïsme]
39348πεζοτράγουδοπε-ζο-τρά-γου-δο ουσ. (ουδ.): ΛΟΓΟΤ. περιορισμένης έκτασης κείμενο σε πεζό λόγο με έντονο λυρισμό. Βλ. ποίημα, πρόζα.
39349πεζούλαπε-ζού-λα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λαϊκό): πεζούλι. ● πεζούλες (οι): ΓΕΩΡΓ. αναβαθμίδες. [< μεσν. πεζούλα]
39350πεζούλιπε-ζού-λι ουσ. (ουδ.): κτιστό τοιχίο σε εξωτερικό χώρο, που χρησιμεύει συνήθ. για να κάθεται κάποιος: πέτρινο/ψηλό ~. ~ της εισόδου. Ανεβαίνω/στέκομαι (πάνω) στο ~. Πβ. ξερολιθιά.|| Το ~ του πεζοδρομίου (: η άκρη του). ● Υποκ.: πεζουλάκι (το) [< μεσν. πεζούλι(ον)]
39351πεζούραπε-ζού-ρα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): πεζικό. [< μεσν. πεζούρα]
39352πεθαίνωπε-θαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πέθαν-α, πεθα-μένος, πεθαίν-οντας} 1. παύω να ζω, σταματούν οι βιολογικές μου λειτουργίες: ~ε ακαριαία (= άφησε την τελευταία του πνοή, έμεινε στον τόπο, ξεψύχησε)/νέος/στην αφάνεια/στον δρόμο/στο νοσοκομείο/στη φυλακή. ~ε (= πήγε) από έμφραγμα. Πβ. έσβησε, έφυγε από τη ζωή, τα κακάρωσε, τα τέζαρε, τα τίναξε.|| Θέλω να πεθάνω (= φύγω) με αξιοπρέπεια/όρθιος.|| ~αν (= έδωσαν τη ζωή τους, θυσιάστηκαν) για την πατρίδα τους. 2. (μτφ.-επιτατ.) έχω έντονη επιθυμία ή πάθος για κάποιον ή κάτι· μου αρέσει υπερβολικά: ~ για σένα. ~ για διακοπές/σοκολάτα/σένα.|| ~ει (= τρελαίνεται, ψοφάει) για κομπλιμέντα/κουτσομπολιό. 3. (μτφ.-επιτατ.) για να δηλωθεί υπερβολή: ~ από περιέργεια (= είμαι πολύ περίεργος) να μάθω τι έγινε. ~ από τη ζέστη/το κρύο. ~ει από έρωτα για εκείνη. ~α στα γέλια/στο κλάμα. ~ε από τον πόνο (= πόνεσε πάρα πολύ). Κόντεψα να πεθάνω από τον φόβο μου. ~α για να το φτιάξω (= κουράστηκα πολύ, μου βγήκε ο πάτος). Έχω πεθάνει (= σκοτωθεί) στη δουλειά. 4. (μτφ.-επιτατ.) βασανίζω, ταλαιπωρώ κάποιον ή του προκαλώ έντονο πόνο: Με έχει πεθάνει (= ζαλίσει) στην πολυλογία. Με ~αν (= με κούρασαν) οι αναμονές.|| Με ~ει η κοιλιά/μέση μου. 5. προκαλώ τον θάνατο κάποιου: Τον ~αν τον άνθρωπο.|| (μτφ.-επιτατ.) Θα με πεθάνει (= ξεκάνει) με αυτά που κάνει.πεθαίνει (μτφ.): χάνεται: Η ελπίδα ~ τελευταία. Η μουσική του ποτέ δεν θα πεθάνει. Ο έρωτάς τους ~ε (= έσβησε).|| Υδροβιότοποι που ~ουν σιγά σιγά (πβ. αργο~, αργοσβήνω, φθίνω). ● ΦΡ.: δεν θα (πέσω να) πεθάνω (κιόλας) & (σπάν.) δεν θ' αρρωστήσω & όχι και να (πέσω να) πεθάνω για ... (προφ.): ως έκφρ. που δηλώνει ότι δεν αξίζει να στενοχωριόμαστε ή να κουραζόμαστε υπερβολικά για κάτι: ~ ~, επειδή χάσαμε. Ό,τι θέλει ας γίνει, ~ ~. Ε, όχι και να ~ ~ για χάρη του., έπεσε/έχει πέσει να πεθάνει (προφ.-επιτατ.): στενοχωρήθηκε πάρα πολύ: Δεν έγραψε καλά και ~ ~., έχει πεθάνει/πέθανε/είναι πεθαμένος για μένα & έχει τελειώσει/τελείωσε/είναι τελειωμένος (μτφ.-προφ.): παύει να με ενδιαφέρει πια, τον έχω διαγράψει από τη ζωή μου., ζει (ή πέθανε); βλ. ζω1, η εγχείρηση πέτυχε, (αλλά) ο ασθενής απεβίωσε/απέθανε βλ. εγχείρηση, όποιου του μέλλει να πνιγεί, ποτέ του δεν πεθαίνει βλ. μέλλει, πεθαίνω της δίψας/από τη δίψα/στη δίψα βλ. δίψα, πεθαίνω/ψοφώ της πείνας/από την πείνα βλ. πείνα, πέθανε/έμεινε στην ψάθα βλ. ψάθα [< μεσν. πεθαίνω]
39353πεθαμενατζήςπε-θα-με-να-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): υπάλληλος γραφείου τελετών. Πβ. κοράκι, νεκροθάφτης.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.