| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39350 | πεζούλι | πε-ζού-λι ουσ. (ουδ.): κτιστό τοιχίο σε εξωτερικό χώρο, που χρησιμεύει συνήθ. για να κάθεται κάποιος: πέτρινο/ψηλό ~. ~ της εισόδου. Ανεβαίνω/στέκομαι (πάνω) στο ~. Πβ. ξερολιθιά.|| Το ~ του πεζοδρομίου (: η άκρη του). ● Υποκ.: πεζουλάκι (το) [< μεσν. πεζούλι(ον)] | |
| 39351 | πεζούρα | πε-ζού-ρα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): πεζικό. [< μεσν. πεζούρα] | |
| 39352 | πεθαίνω | πε-θαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πέθαν-α, πεθα-μένος, πεθαίν-οντας} 1. παύω να ζω, σταματούν οι βιολογικές μου λειτουργίες: ~ε ακαριαία (= άφησε την τελευταία του πνοή, έμεινε στον τόπο, ξεψύχησε)/νέος/στην αφάνεια/στον δρόμο/στο νοσοκομείο/στη φυλακή. ~ε (= πήγε) από έμφραγμα. Πβ. έσβησε, έφυγε από τη ζωή, τα κακάρωσε, τα τέζαρε, τα τίναξε.|| Θέλω να πεθάνω (= φύγω) με αξιοπρέπεια/όρθιος.|| ~αν (= έδωσαν τη ζωή τους, θυσιάστηκαν) για την πατρίδα τους. 2. (μτφ.-επιτατ.) έχω έντονη επιθυμία ή πάθος για κάποιον ή κάτι· μου αρέσει υπερβολικά: ~ για σένα. ~ για διακοπές/σοκολάτα/σένα.|| ~ει (= τρελαίνεται, ψοφάει) για κομπλιμέντα/κουτσομπολιό. 3. (μτφ.-επιτατ.) για να δηλωθεί υπερβολή: ~ από περιέργεια (= είμαι πολύ περίεργος) να μάθω τι έγινε. ~ από τη ζέστη/το κρύο. ~ει από έρωτα για εκείνη. ~α στα γέλια/στο κλάμα. ~ε από τον πόνο (= πόνεσε πάρα πολύ). Κόντεψα να πεθάνω από τον φόβο μου. ~α για να το φτιάξω (= κουράστηκα πολύ, μου βγήκε ο πάτος). Έχω πεθάνει (= σκοτωθεί) στη δουλειά. 4. (μτφ.-επιτατ.) βασανίζω, ταλαιπωρώ κάποιον ή του προκαλώ έντονο πόνο: Με έχει πεθάνει (= ζαλίσει) στην πολυλογία. Με ~αν (= με κούρασαν) οι αναμονές.|| Με ~ει η κοιλιά/μέση μου. 5. προκαλώ τον θάνατο κάποιου: Τον ~αν τον άνθρωπο.|| (μτφ.-επιτατ.) Θα με πεθάνει (= ξεκάνει) με αυτά που κάνει. ● πεθαίνει (μτφ.): χάνεται: Η ελπίδα ~ τελευταία. Η μουσική του ποτέ δεν θα πεθάνει. Ο έρωτάς τους ~ε (= έσβησε).|| Υδροβιότοποι που ~ουν σιγά σιγά (πβ. αργο~, αργοσβήνω, φθίνω). ● ΦΡ.: δεν θα (πέσω να) πεθάνω (κιόλας) & (σπάν.) δεν θ' αρρωστήσω & όχι και να (πέσω να) πεθάνω για ... (προφ.): ως έκφρ. που δηλώνει ότι δεν αξίζει να στενοχωριόμαστε ή να κουραζόμαστε υπερβολικά για κάτι: ~ ~, επειδή χάσαμε. Ό,τι θέλει ας γίνει, ~ ~. Ε, όχι και να ~ ~ για χάρη του., έπεσε/έχει πέσει να πεθάνει (προφ.-επιτατ.): στενοχωρήθηκε πάρα πολύ: Δεν έγραψε καλά και ~ ~., έχει πεθάνει/πέθανε/είναι πεθαμένος για μένα & έχει τελειώσει/τελείωσε/είναι τελειωμένος (μτφ.-προφ.): παύει να με ενδιαφέρει πια, τον έχω διαγράψει από τη ζωή μου., ζει (ή πέθανε); βλ. ζω1, η εγχείρηση πέτυχε, (αλλά) ο ασθενής απεβίωσε/απέθανε βλ. εγχείρηση, όποιου του μέλλει να πνιγεί, ποτέ του δεν πεθαίνει βλ. μέλλει, πεθαίνω της δίψας/από τη δίψα/στη δίψα βλ. δίψα, πεθαίνω/ψοφώ της πείνας/από την πείνα βλ. πείνα, πέθανε/έμεινε στην ψάθα βλ. ψάθα [< μεσν. πεθαίνω] | |
| 39353 | πεθαμενατζής | πε-θα-με-να-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): υπάλληλος γραφείου τελετών. Πβ. κοράκι, νεκροθάφτης. | |
| 39354 | πεθαμενατζίδικος | , η, ο πε-θα-με-να-τζί-δι-κος επίθ. (προφ.-μειωτ.): που παραπέμπει σε κηδεία ή πένθος: ~ο: χρώμα (π.χ. μαύρο). Πβ. λυπητερός, πένθιμος. Βλ. -τζίδικος. ● Ουσ.: πεθαμενατζίδικο (το): γραφείο κηδειών. Βλ. -τζίδικο. | |
| 39355 | πεθαμένος | , η, ο πε-θα-μέ-νος επίθ. 1. που έχει πεθάνει, νεκρός: Βρέθηκε ~. Για χρόνια τον νόμιζαν ~ο. Πβ. μακαρίτης, συγχωρεμένος. ΑΝΤ. ζωντανός (2) 2. (μτφ.) που δεν υπάρχει πια, που είναι αδύνατον να αποκατασταθεί ή να δημιουργηθεί ξανά· χαμένος: ~η: ελπίδα/θρησκεία. ~ο: παρελθόν. ~α: όνειρα. Πβ. ξοφλη-, τελειω-μένος. 3. (μτφ.-εμφατ.) εξαντλημένος, εξουθενωμένος: Γύρισε ~ (= κατάκοπος, ξεθεωμένος, ψόφιος) από την κούραση. 4. (μτφ.) χωρίς ένταση ή ζωντάνια· άτονος, ανιαρός ή μουντός: ~η: πόλη.|| ~α: χρώματα. ● ΦΡ.: Θεός σχωρέσ'/να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σου!: ως ευχή σε κάποιον για σωτηρία της ψυχής των αγαπημένων του νεκρών συγγενών, συνήθ. όταν του ζητάμε κάποια χάρη: (επίκληση ζητιάνου:) Δώσε κάτι/μια μικρή βοήθεια ~ ~!, έχει πεθάνει/πέθανε/είναι πεθαμένος για μένα βλ. πεθαίνω [< μεσν. πεθαμένος] | |
| 39356 | πεθαμός | πε-θα-μός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.): θάνατος, αποβίωση. ● ΦΡ.: του πεθαμού: του θανατά. [< μεσν. απεθαμός] | |
| 39357 | πεθερά | πε-θε-ρά ουσ. (θηλ.): η μητέρα του/της συζύγου κάποιας/κάποιου: γαμπρός/νύφη και ~. Βλ. πεθερός, συμπέθερος. ● Υποκ.: πεθερούλα (η) ● ΦΡ.: κακιά πεθερά (μειωτ.): για γκρινιάρη, δύστροπο άνθρωπο: Σαν ~ ~ κάνεις/συμπεριφέρεσαι!, τα λέω στην πεθερά, για να τ' ακούσει η νύφη (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι μια παρατήρηση, υπόδειξη, διαταγή ή παράπονο απευθύνεται σε τρίτο πρόσωπο, ώστε να γίνει αντιληπτό και από τον άμεσα ενδιαφερόμενο ή θιγόμενο. Βλ. υπαινικτική αναφορά., όπως η/σαν τη νύφη με την πεθερά βλ. νύφη, σ' αγαπάει η πεθερά σου βλ. αγαπώ [< μεσν. πεθερά < αρχ. πενθερά] | |
| 39358 | πεθερικά | πε-θε-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): ο πεθερός και η πεθερά. Βλ. συμπέθεροι. [< μεσν. πε(ν)θερικά] | |
| 39359 | πεθερός | πε-θε-ρός ουσ. (αρσ.): ο πατέρας του/της συζύγου κάποιας/κάποιου. Βλ. πεθερά, συμπέθερος. ● Υποκ.: πεθερούλης (ο) ● ΦΡ.: σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) βλ. νύφη [< μεσν. πεθερός < αρχ. πενθερός] | |
| 39360 | πεθυμιά | βλ. αποθυμιά | |
| 39361 | πεθυμώ | βλ. αποθυμώ | |
| 39362 | πει | βλ. λέω | |
| 39363 | πειθαναγκάζω | πει-θα-να-γκά-ζω ρ. (μτβ.) {πειθανάγκα-σε, πειθαναγκά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, πειθαναγκάζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): υποχρεώνω, πιέζω κάποιον να υπακούσει και να κάνει κάτι με χρήση ψυχολογικής βίας ή/και απειλών. Πβ. εξ-, κατ-αναγκάζω. | |
| 39364 | πειθαναγκασμός | πει-θα-να-γκα-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): εξαναγκασμός που γίνεται κυρ. μέσω ψυχολογικής πίεσης. Πβ. καταναγκασμός. | |
| 39365 | πειθαρχείο | [πειθαρχεῖο] πει-θαρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): (σε σωφρονιστικό κατάστημα) χώρος απομόνωσης φυλακισμένων με ανάρμοστη συμπεριφορά· (σε στρατόπεδο) μέρος όπου εκτίουν την ποινή τους στρατιώτες που έχουν τιμωρηθεί με αυστηρή φυλάκιση. [< γαλλ. local disciplinaire] | |
| 39366 | πειθαρχημένος | , η, ο πει-θαρ-χη-μέ-νος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από πειθαρχία: ~ος: στρατός. ~η: διατροφή/ζωή/ομάδα/πολιτική/σκέψη (πβ. οργανω-, συγκροτη-μένος)/συμπεριφορά. ~ο: άτομο (πβ. υπάκουος)/παιχνίδι/πνεύμα. ~ες: κινήσεις.|| (ειρων.) ~α: στρατιωτάκια. Πβ. ευπειθής. ΑΝΤ. απειθάρχητος, απείθαρχος, απειθής ● επίρρ.: πειθαρχημένα ● βλ. πειθαρχώ | |
| 39367 | πειθάρχηση | πει-θάρ-χη-ση ουσ. (θηλ.): υπακοή σε κανόνες. Βλ. συμμόρφωση, τήρηση. [< μτγν. πειθάρχησις] | |
| 39368 | πειθαρχία | πει-θαρ-χί-α ουσ. (θηλ.): υπακοή σε αρχές, διαταγές, κανόνες, νόμους ή σε πρόσωπα ανώτερα στην ιεραρχία· (συνήθ. στον πληθ.) σύνολο, σύστημα κανόνων: αυστηρή/σιδηρά (ή σιδερένια)/σκληρή/υποδειγματική ~. Εργασιακή/κομματική/συλλογική/σχολική ~. Εξωτερική (: από φόβο ή απειλή)/εσωτερική (: εκούσια, συνειδητή) ~. ~ των αθλητών/του προσωπικού. ~ στην τάξη. Ασκήσεις/έλλειψη (βλ. ανταρσία)/εξασφάλιση/επιβολή/κλίμα/πνεύμα/προβλήματα ~ας. Τήρηση/χαλάρωση της ~ας. Πβ. ευπείθεια, συμμόρφωση.|| Δημοσιονομική/νομισματική/πνευματική (: αυτοσυγκράτηση) ~. Βλ. αυτο~, -αρχία.|| Επιστημονικές ~ες. ΣΥΝ. απείθεια ΑΝΤ. απειθαρχία ● ΣΥΜΠΛ.: στρατιωτική πειθαρχία: υποταγή στρατιώτη σε ανώτερο και κατ' επέκτ. αυστηρή υπακοή σε κανόνες και εκτέλεση υπηρεσιών βάσει ιεραρχίας. [< αρχ. πειθαρχία, γαλλ. discipline] | |
| 39369 | πειθαρχικός | , ή, ό πει-θαρ-χι-κός επίθ. 1. ΝΟΜ. που σχετίζεται με την πειθαρχία: ~ός: κώδικας. ~ή: αγωγή/δικαιοδοσία/εξέταση. ~ό: όργανο. ~ές: διατάξεις/υποθέσεις. Ποινική-~ή ευθύνη. ~ή έρευνα για παράβαση καθηκόντων. Διάπραξη ~ού αδικήματος. Επιβολή ~ών κυρώσεων. Απολογήθηκε ενώπιον της ~ής Επιτροπής. 2. (σπάν.) πειθαρχημένος, υπάκουος: ~ός: μαθητής/στρατιώτης. ~ό: παιδί. ΑΝΤ. απείθαρχος ● επίρρ.: πειθαρχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πειθαρχική ποινή: ΝΟΜ. η οποία επιβάλλεται από Πειθαρχικό Συμβούλιο ή από αρμόδιες Αρχές σε περιπτώσεις πειθαρχικού παραπτώματος: Τιμωρήθηκε με την ~ ~ της επίπληξης/της προσωρινής παύσης/του χρηματικού προστίμου., Πειθαρχικό Δίκαιο: ΝΟΜ. τμήμα του Δημοσίου Δικαίου το οποίο καθορίζει τις υποχρεώσεις των δημοσίων υπαλλήλων και τις ποινές, σε περίπτωση παράβασής τους., Πειθαρχικό Συμβούλιο & (προφ.) Πειθαρχικό: ΝΟΜ. που συγκροτείται για την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου και την επιβολή αντίστοιχων ποινών στα μέλη ενός φορέα: ανώτατο/πρωτοβάθμιο/δευτεροβάθμιο/υπηρεσιακό ~ ~. Παραπομπή στο ~ ~.|| Πέρασε από ~ό., πειθαρχική δίωξη βλ. δίωξη, πειθαρχική εξουσία βλ. εξουσία [< 1: γαλλ. disciplinaire 2: αρχ. πειθαρχικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ