| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39370 | πειθαρχώ | [πειθαρχῶ] πει-θαρ-χώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πειθαρχ-είς ..., -ώντας | πειθάρχ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. υπακούω, ακούσια ή εκούσια, σε κάποιον ιεραρχικά ανώτερο, σε κανόνες, διαταγές: ~εί στις αποφάσεις/στις εντολές/στους νόμους. Αρνείται να ~ήσει σε οποιεσδήποτε υποδείξεις. Πβ. συμμορφώνομαι. ΑΝΤ. απειθαρχώ, απειθώ, παρακούω (2) 2. επιβάλλομαι σε κάτι, το χαλιναγωγώ: Το παιδί μαθαίνει να ~εί το σώμα του. Προσπαθεί να ~ήσει τις επιθυμίες του. Πβ. τιθασεύω, υποτάσσω. ● βλ. πειθαρχημένος [< αρχ. πειθαρχῶ] | |
| 39372 | πειθώ | πει-θώ ουσ. (θηλ.) {πειθ-ούς}: η ικανότητα κάποιου να πείθει, πειστικότητα: η ~ στη διαφήμιση/στον πολιτικό λόγο. Η δύναμη της ~ούς. Μέσα/τρόποι ~ούς (: επίκληση στην αυθεντία, στη λογική, στο συναίσθημα). [< αρχ. πειθώ] | |
| 39373 | πείθω | πεί-θω ρ. (μτβ.) {έπει-σα, πείσ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τώ (λόγ.) -θώ, (λόγ.) πεπεισμένος, πείθ-οντας}: κάνω κάποιον να πιστέψει κάτι ή να υιοθετήσει τις απόψεις μου και να ενεργήσει σύμφωνα με αυτές: Προσωπικά δεν με ~εις. Με ~σες ότι λες αλήθεια. Έχω ~τεί για την αθωότητά του. Προσπαθούσε να με ~σει (με δάκρυα/παρακάλια) να αλλάξω γνώμη. Πείσε με. Πείστε τους να … Βλ. κατα~, μετα~.|| Η ιστορία σου δεν ~ει (: δεν είναι πειστική). ● ΦΡ.: ου με πείσεις καν με πείσης (λόγ.): για πρόσωπο που παραμένει ανυποχώρητο στις απόψεις του και δεν πείθεται με τίποτα., ανάγκα και (οι) θεοί πείθονται βλ. ανάγκη ● βλ. πεπεισμένος [< αρχ. πείθω] | |
| 39374 | πείνα | [πεῖνα] πεί-να ουσ. (θηλ.) 1. αίσθημα έντονης ανάγκης για κατανάλωση τροφής: ακόρεστη ~. Κορεσμός ~ας. Το αίσθημα της ~ας. Ικανοποιώ/χορταίνω την ~ μου. Γουργουρίζει η κοιλιά μου από την ~. Βλ. αφαγία, όρεξη.|| (προφ.-επιτατ.) Έχω μία ~/κάτι ~ες (= πεινώ πάρα πολύ). 2. χρόνιος υποσιτισμός του πληθυσμού μιας περιοχής: το ζήτημα/το πρόβλημα της ~ας (στον Τρίτο Κόσμο). Αντιμετώπιση/εξάλειψη/καταπολέμηση της ~ας. Μάχη ενάντια στην παγκόσμια ~. Θερίζει η ~. Χιλιάδες παιδιά πεθαίνουν από την ~ (= λιμοκτονούν). Πβ. ασιτία, λιμός, σιτοδεία. 3. (μτφ.) έλλειψη, στέρηση ή/και ακατανίκητη επιθυμία: πνευματική/σεξουαλική/συναισθηματική ~.|| ~ για δόξα/εξουσία/έρωτα/ζωή/μάθηση (πβ. λαχτάρα, πόθος). ΣΥΝ. δίψα (2) ● πείνας (μτφ.): για πολύ χαμηλές αποδοχές: μισθοί/συντάξεις (της) ~ (= φτώχειας). ● ΣΥΜΠΛ.: απεργία πείνας/δίψας βλ. απεργία ● ΦΡ.: βρομούν τα χνότα του από την πείνα (μτφ.-προφ.) 1. πεινά πάρα πολύ. 2. είναι πολύ φτωχός., δεν βλέπω μπροστά μου/δεν σε βλέπω από την πείνα (προφ.): πεινώ υπερβολικά., πεθαίνω/ψοφώ της πείνας/από την πείνα (προφ.): ψωμολυσσάω., πείνα και των γονέων (προφ.): έντονος υποσιτισμός, λιμοκτονία., με κόβει (η) λόρδα/πείνα βλ. λόρδα, ξεγελώ την πείνα μου βλ. ξεγελώ [< αρχ. πεῖνα] | |
| 39375 | πεινάλας | πει-νά-λας ουσ. (αρσ.) , πεινάλα (η) (λαϊκό-μειωτ.): πειναλέος. ΣΥΝ. λιμάρης, λιμασμένος | |
| 39376 | πειναλέος | , α, ο πει-να-λέ-ος επίθ. (λαϊκό-μειωτ.): που πεινάει συνέχεια και υπερβολικά, είναι πολύ φτωχός· κατ' επέκτ. που χαρακτηρίζεται από έντονη, ανικανοποίητη επιθυμία για κάτι: ρακένδυτοι, άστεγοι και ~οι (= πάμφτωχοι). ΣΥΝ. πεινάλας. Πβ. λιγούρης.|| ~ο: βλέμμα. Βλ. -αλέος. ΣΥΝ. λιμασμένος [< μτγν. πειναλέος] | |
| 39377 | πεινασμένος | , η, ο πει-να-σμέ-νος επίθ.: που πεινά: ~ος: ζητιάνος. ~α: παιδιά. Πβ. νηστικός.|| (κατ' επέκτ.) ~η: κοινωνία.|| (μτφ.) ~οι γα τη νίκη. ΑΝΤ. χορτασμένος, χορτάτος.|| (ως ουσ.) Ορδές ~ων. ● ΦΡ.: ο πεινασμένος/ο νηστικός/όποιος πεινάει καρβέλια ονειρεύεται βλ. ονειρεύομαι ● βλ. πεινώ [< μεσν. πεινασμένος] | |
| 39378 | πεινάω | βλ. πεινώ | |
| 39379 | πεϊνιρλί | πε-ϊ-νιρ-λί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. είδος μακρόστενης πίτας με γέμιση από διάφορα υλικά, κυρ. τυρί, μπέικον και ντομάτα. Βλ. πιροσκί. [< τουρκ. peynirli] | |
| 39380 | πέιντμπολ | πέ-ι-ντμπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παιχνίδι που παίζεται σε ειδικά διαμορφωμένο εξωτερικό χώρο από δύο ομάδες, οι παίκτες των οποίων προσπαθούν να εξουδετερώσουν τους αντιπάλους τους, χρησιμοποιώντας αεροβόλα όπλα που εκτοξεύουν χρωμόσφαιρες. ΣΥΝ. χρωματοσφαίριση [< αμερικ. paintball, 1987, γαλλ. ~, 1995] | |
| 39381 | πεινώ | [πεινῶ] πει-νώ ρ. (αμτβ.) {πειν-άς ..., -ώντας | πείνα-σα, -σμένος} & πεινάω 1. αισθάνομαι πείνα: ~ λίγο/πολύ. Δεν ~ (καθόλου). Το μωρό κλαίει γιατί ~άει. Αν ~άτε, έχει φαγητό στο φούρνο. 2. υποσιτίζομαι, λιμοκτονώ, βρίσκομαι σε κατάσταση φτώχειας και εξαθλίωσης: ~άει ο κόσμος. Εκατομμύρια παιδιά πάνω στη Γη ~άνε. Εντάξει, έχασε τη δουλειά του, δεν θα ~άσει όμως. 3. (μτφ.) επιθυμώ κάτι σφοδρά: ~άει για νίκες/χρήμα. ΣΥΝ. διψώ (2) ● ΦΡ.: πεινώ/τρώω σαν λύκος βλ. λύκος, πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν βλ. πτωχεύω, των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν βλ. παιδί ● βλ. πεινασμένος [< αρχ. πεινῶ] | |
| 39382 | πείρα | [πεῖρα] πεί-ρα ουσ. (θηλ.): γνώσεις και ικανότητες που αποκτώνται μέσω της πράξης, κατά τη μακρόχρονη ενασχόληση με κάποιο αντικείμενο· η γνώση που αποκτά κάποιος από τα γεγονότα που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της ζωής του, από τις εμπειρίες τις δικές του ή των άλλων: Διαθέτει/έχει αξιόλογη/την απαραίτητη/διοικητική/επαγγελματική/εργασιακή/ερευνητική/κλινική/πολιτική/πολύτιμη/τεράστια ~. Έλλειψη ~ας. ~ γύρω από το θέμα. Χωρίς ~ (= άπειρος). Βεβαίωση διδακτικής ~ας. Εταιρεία με μακροχρόνια/μεγάλη/πολυετή ~ (= έμπειρη) στον χώρο. Αξιοποίηση της ~ας κάποιου. Στερείται ~ας. Αποκτώ ~. Νίκησε λόγω ~ας. Η ιστορική ~ δείχνει ότι ... Βλ. βίωμα. ΑΝΤ. απειρία1 ● ΦΡ.: εκ πείρας & εξ (ιδίας) εμπειρίας (λόγ.): με βάση την πείρα μου: Σου μιλάω ~ ~. Γνωρίζω ~ ~ το θέμα.|| Έχω ιδίαν πείραν., έχω πικρή πείρα από κάποιον/κάτι: έχω δυσάρεστη εμπειρία: Η χώρα έχει ~ από εθνοσωτήρες., μιλάει η πείρα/η εμπειρία: για λόγια ή πράξεις πεπειραμένου ανθρώπου: (ως επιχείρημα πειθούς) Έχε μου εμπιστοσύνη, (σου) ~ ~ (τώρα).|| Στο τέλος μίλησε (= έπαιξε καθοριστικό ρόλο) ~. [< αρχ. πεῖρα, γαλλ. expérience] | |
| 39383 | πείραγμα | πεί-ραγ-μα ουσ. (ουδ.) {πειράγμ-ατος | -ατα} 1. ενέργεια ή λόγος που προκαλεί, ενοχλεί κάποιον ή αποτελεί αστεϊσμό: αθώο/καλοπροαίρετο/φιλικό/χοντρό ~. Διάθεση ~ατος. Αντικείμενο/στόχος ~άτων. Πβ. τσίγκλισμα. Βλ. γέλιο, χιούμορ. 2. (αργκό) μετατροπή σε μηχανισμό για βελτίωση της απόδοσής του: ~ του κινητήρα (αυτοκινήτου)/υπολογιστή. | |
| 39384 | πειραγμένος | , η, ο πει-ραγ-μέ-νος επίθ. 1. που έχει υποστεί αλλαγές, για να αποδίδει καλύτερα ή για απόκρυψη των πραγματικών στοιχείων: (αργκό) ~η: αντλία/εξάτμιση/μηχανή. ~ο: αυτοκίνητο (= φτιαγμένο).|| ~η: φωτογραφία (βλ. ρετουσάρισμα, φώτοσοπ). ~α: αποτελέσματα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: έκδοση. ~ο: αρχείο/λογισμικό. ΑΝΤ. απείραχτος (2) 2. ενοχλημένος, εκνευρισμένος, προσβεβλημένος: Είναι φανερά ~ από τη στάση τους.|| (κατ' επέκτ.) ~α: νεύρα. 3. (αργκό, για πρόσ.) που δεν είναι διανοητικώς καλά ή δημιουργεί τέτοια εντύπωση: ~ στο κεφάλι/στο μυαλό. [< μεσν. πειραγμένος 'ανόητος'] | |
| 39385 | πειράζω | πει-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {πείρα-ξα, πειρά-χτηκα, -γμένος, πειράζ-οντας} 1. ενοχλώ, δυσαρεστώ, προσβάλλω: Με ~ξε η συμπεριφορά/το ύφος τους (πβ. τσαντίζω). Με ~ει η αδιακρισία/ακαταστασία. Είπα/έκανα κάτι που σε ~ξε; Δεν με ~ει που δεν ήρθε. Δεν θα με πειράξει (καθόλου) αν δεν πάω.|| (έκφρ. ευγένειας) Αν δεν σας ~ει, θα ήθελα να μείνω μόνη μου. 2. αγγίζω, πιάνω κάτι ή κάποιον, εκνευρίζοντάς τον: Γιατί ~εις τα ξένα πράγματα; Ορκίζομαι, δεν ~ξα τίποτα.|| Σταμάτα να με ~εις. Δεν θέλω να μου ~ουν τα μαλλιά. 3. αστειεύομαι, κάνω πλάκα σε βάρος κάποιου, συνήθ. χωρίς κακή πρόθεση, προκαλώντας του όμως δυσαρέσκεια: Σε ~, μην τα παίρνεις στα σοβαρά. Του αρέσει να ~ει τους πάντες (βλ. πειραχτήρι). ~ονται συνέχεια μεταξύ τους. Πβ. κοροϊδεύω, περιπαίζω, τσιγκλάω. 4. βλάπτω, κάνω κακό: Ποτέ του δεν ~ξε άνθρωπο. Μην τολμήσεις να πειράξεις την οικογένειά μου!|| Με ~ει ο καπνός/το ποτό. Έφαγα κάτι και με ~ξε (= με πόνεσε το στομάχι μου). Έχει ~χτεί ο μηνίσκος/το συκώτι του. 5. (προφ.) παρενοχλώ, φλερτάρω: ~ει τα κορίτσια. Στον δρόμο την ~ουν συνεχώς. ΣΥΝ. κολλώ (5) 6. (αργκό) αλλάζω κάτι, με σκοπό να βελτιώσω την απόδοσή του: Έχει πειράξει την εξάτμιση/τον σκληρό (ενν. δίσκο). ~ξε κατά λάθος τις ρυθμίσεις του κινητού του. ● Παθ.: πειράζομαι (προφ.): προσβάλλομαι, θίγομαι: ~εται με το παραμικρό. Δεν έδειξε να ~χτηκε (από τα σχόλιά τους). ● ΦΡ.: (και) τι πειράζει ...; (προφ.): δεν υπάρχει πρόβλημα: ~ ~ αν/που δεν θα βγούμε το βράδυ;, δεν πειράζει: δεν υπάρχει πρόβλημα, όλα είναι εντάξει: -Συγγνώμη που σας ξύπνησα. -~ ~. ~ ~ που έχασες. ~ ~, όλοι κάνουμε λάθη., πειράζει; (προφ.): υπάρχει πρόβλημα; ~ αν/να/που θα λείψω για λίγο;|| -Εμένα μου αρέσει να ...· ~ (= ενοχλώ κανέναν);, δεν άγγιξα/δεν πείραξα ούτε τρίχα βλ. τρίχα, δεν πειράζει/δεν βλάπτει/δεν μπορεί να σκοτώσει ούτε μυρμήγκι βλ. μυρμήγκι [< μτγν., μεσν. πειράζω] | |
| 39386 | πειραϊκός | , ή, ό πει-ρα-ϊ-κός επίθ. & (προφ.) πειραιώτικος, η, ο: που σχετίζεται με τον Πειραιά ή/και τους Πειραιώτες. [< αρχ. Πειραϊκός] | |
| 39387 | Πειραιώτης, Πειραιώτισσα | Πει-ραι-ώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τον Πειραιά. | |
| 39388 | πειρακτικός | , ή, ό βλ. πειραχτικός | |
| 39389 | πείραμα | πεί-ρα-μα ουσ. (ουδ.) {πειράμ-ατος | -ατα} 1. διαδικασία η οποία πραγματοποιείται σε ελεγχόμενο περιβάλλον και με συγκεκριμένες παραμέτρους, με σκοπό την επαλήθευση υπόθεσης ή θεωρίας· ειδικότ. πρόκληση ενός φαινομένου με τεχνητές διαδικασίες, με σκοπό τη μελέτη των αιτιών που το προκαλούν και των νόμων που το διέπουν: επιστημονικό/ιστορικό (= σπουδαίο)/κοινωνικό/πιλοτικό/ψυχολογικό ~. Τα αποτελέσματα/ο σκοπός/τα στάδια/τα υποκείμενα του ~ατος. Συμμετοχή σε ~. Βιολογικά/γενετικά/εκπαιδευτικά/επικίνδυνα/εργαστηριακά/ιατρικά ~ατα (πβ. τεστ). ~ατα επίδειξης/φυσικής/χημείας. ~ατα σε ζώα (βλ. πειραματόζωο). Ανάλυση/διενέργεια/διεξαγωγή/εκτέλεση/σχεδιασμός/χρηματοδότηση ~άτων. Το ~ έγινε από την ομάδα του Πανεπιστημίου .../απέτυχε/πέτυχε. Κάνω ένα ~. 2. δοκιμή, πειραματισμός: Όλο ~ατα κάνει (= πειραματίζεται) με τον υπολογιστή. Δεν έχω καιρό για ~ατα. ● ΣΥΜΠΛ.: πείραμα τύχης & τυχαίο πείραμα: ΜΑΘ. (στη Θεωρία Πιθανοτήτων) πειραματική διαδικασία της οποίας το αποτέλεσμα δεν μπορεί να προβλεφθεί, όσες φορές κι αν επαναληφθεί υπό τις ίδιες συνθήκες (π.χ. ρίψη ζαριού). Βλ. δειγματικός χώρος. [< αγγλ. random experiment] [< μεσν. πείραμα, αγγλ. experiment] | |
| 39390 | πειραματίζομαι | πει-ρα-μα-τί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {πειραματίσ-τηκα (λόγ.) -θηκα, πειραματιζ-όμενος} 1. δοκιμάζω, επιχειρώ κάτι καινούργιο ή ασυνήθιστο: ~εται με τη μαγειρική/σε νέα μουσικά είδη. Πειραματιστείτε άφοβα με πιο έντονα χρώματα. 2. κάνω πείραμα: Επιστημονική ομάδα που ~εται (πάνω) σε νέο εμβόλιο κατά του ιού ... ~τηκαν με πρωτεΐνες και γονίδια/χημικές ουσίες. [< γαλλ. expérimenter] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ