| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3038 | ανακαθορίζω | [ἀνακαθορίζω] α-να-κα-θο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {ανακαθόρι-σε, ανακαθορί-στηκε}: καθορίζω εκ νέου: ~ονται οι αρμοδιότητες/οι στόχοι/οι συντάξεις. ΣΥΝ. επανακαθορίζω, επαναπροσδιορίζω | |
| 3039 | ανακαθορισμός | [ἀνακαθορισμός] α-να-κα-θο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακαθορίζω: ~ των αποδοχών/κριτηρίων/προτεραιοτήτων. ΣΥΝ. επανακαθορισμός, επαναπροσδιορισμός | |
| 3040 | ανακαινίζω | [ἀνακαινίζω] α-να-και-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ανακαίνι-σα, ανακαινίζ-εται, ανακαινί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, ανακαινιζ-όμενος} 1. κάνω επισκευές, ανανεώνω τη διακόσμηση ή αναδιαμορφώνω τον χώρο, συνήθ. σε οίκημα που έχει παλιώσει ή/και δεν είναι πια λειτουργικό: ~ διαμέρισμα/κτίριο. Βλ. αναπαλαιώνω. 2. (μτφ.) βελτιώνω, αναμορφώνω: Θεσμοί που πρέπει να ~στούν (ριζικά). Πβ. εκσυγχρονίζω, μεταρρυθμίζω. [< μτγν. ἀνακαινίζω, γαλλ. rénover] | |
| 3041 | ανακαίνιση | [ἀνακαίνιση] α-να-καί-νι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακαινίζω: γενική/εξωτερική/πλήρης/ριζική/συνολική ~. ~ διαμερίσματος/επίπλωσης/καταστήματος. ~ και αποκατάσταση/συντήρηση κτιρίων. Εργασίες ~ης. ~ίσεις (= επισκευές) χώρων. Βλ. αναπαλαίωση.|| (μτφ.) ~ του προγράμματος. Πβ. ανα-βάθμιση, -μόρφωση.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ του ανθρώπου. Πβ. αναγέννηση, αναδημιουργία. [< μτγν. ἀνακαίνισις, γαλλ. rénovation] | |
| 3042 | ανακαινισμένος | , η, ο [ἀνακαινισμένος] α-να-και-νι-σμέ-νος επίθ.: που έχει ανακαινιστεί: ~η: αίθουσα ~ο: κτίριο. Πλήρως ~ο και μοντέρνο κατάστημα. Πολυτελώς ~η οικία. Πβ. αναπαλαιωμένος, αποκατεστημένος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~α: συστήματα πληροφορικής (= αναβαθμισμένα).|| (ΘΕΟΛ.) Ένας νέος, ~ άνθρωπος (= αναγεννημένος). [< αρχ. ἀνακεκαινισμένος, γαλλ. rénové] | |
| 3043 | ανακαινιστής | [ἀνακαινιστής] α-να-και-νι-στής ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) ανανεωτής, αναμορφωτής: ~ της δημόσιας διοίκησης/της νομοθεσίας/της οικονομίας. Καινοτόμος, ~ και φορέας νέων ιδεών. Πβ. μεταρρυθμιστής. 2. πρόσωπο που κάνει ανακαινίσεις κτιρίων. [< μτγν. ἀνακαινιστής, γαλλ. rénovateur] | |
| 3044 | ανακαινιστικός | , ή, ό [ἀνακαινιστικός] α-να-και-νι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την ανακαίνιση: ~ές: επεμβάσεις/εργασίες (= επισκευαστικές). Αναστηλωτικό και ~ό έργο. Στεγαστικό και ~ό δάνειο.|| (κυρ. μτφ.) ~ός: ρόλος/χαρακτήρας (της τέχνης). ~ή: πορεία. ~ό: πνεύμα. ~ές: προσπάθειες/τάσεις. Πβ. αναμορφωτικός, ανανεωτικός, μεταρρυθμιστικός.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ή δύναμη του Αγίου Πνεύματος. ● επίρρ.: ανακαινιστικά [< μεσν. ανακαινιστικός, γαλλ. rénovateur] | |
| 3045 | ανακαλλιέργεια | [ἀνακαλλιέργεια] α-να-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. καλλιέργεια μικροβίων που προέρχεται από κάποια άλλη: ~ μικροοργανισμών. Βλ. άγαρ. 2. (σπανιότ.) εκ νέου καλλιέργεια. Βλ. -καλλιέργεια. [< αγγλ. subculture] | |
| 3046 | ανακαλυπτικός | , ή, ό [ἀνακαλυπτικός] α-να-κα-λυ-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανακάλυψη και ειδικότ. με την ανακαλυπτική μάθηση: ~ή: μέθοδος/προσέγγιση. ● ΣΥΜΠΛ.: ανακαλυπτική μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. στρατηγική κατά την οποία ο μαθητής προσπαθεί να ανακαλύψει σταδιακά τη γνώση μέσα από συνεργατικές δραστηριότητες και επίλυση προβλημάτων υπό την καθοδήγηση του εκπαιδευτικού. Βλ. βιωματική, διερευνητική, ενεργητική μάθηση. [< μεσν. ανακαλυπτικός] | |
| 3047 | ανακαλύπτω | [ἀνακαλύπτω] α-να-κα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) {ανακάλυ-ψα, ανακαλύπτ-εται, -φθηκε (κ. -φτηκε) (λόγ. ανεκαλύφθη, μτχ. ανακαλυ-φθείς, -φθείσα, -φθέν)} 1. βρίσκω πρώτος κάτι του οποίου την ύπαρξη ή τη θέση ο κόσμος αγνοούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή: Οι αστρονόμοι ~ψαν νέο πλανήτη. ~φθηκαν αρχαία/(άγνωστα/νέα) είδη φυτών/κοιτάσματα πετρελαίου. Πρόσφατα ~φθέν γονίδιο/~φθέντα χειρόγραφα.|| ~ει ταλέντα και τα προωθεί. 2. εντοπίζω συνήθ. μετά από αναζήτηση κάποιον, κάτι που παρέμενε σκόπιμα κρυφό(ς) ή που δεν γνώριζα και το(ν) γνωστοποιώ, το(ν) φανερώνω: Θα ~ψω (= θα μάθω) ποιος κρύβεται πίσω από την υπόθεση! ~φθηκαν ναρκωτικά σε πλοίο. Έχουν ~φθεί λάθη και παραλείψεις. ~φθέντα κενά στο σύστημα. Σύμφωνα με τα ~φθέντα στοιχεία ... Πβ. αποκαλύπτω, βρίσκω, φέρνω στο φως. 3. συνειδητοποιώ, αντιλαμβάνομαι κάτι που δεν ήξερα: ~ψα τυχαία ότι/πως μου έλειπαν χρήματα. ~ψαμε ότι έχουμε κοινούς γνωστούς/τα ίδια γούστα. Βοηθήστε τα παιδιά να ~ψουν τις ικανότητές/τα ταλέντα τους. Πβ. διαπιστώνω, καταλαβαίνω. || ~ει ξανά τον εαυτό της. Πβ. επανευρίσκω. 4. αποκτώ ενδιαφέρον και γνώσεις για κάτι μέσω της παρατήρησης και της έρευνας: ~ τη Γη/τον κόσμο/τη φύση (μέσα από τα βιβλία/τα ταξίδια). Το παιδί αρχίζει να ~ει το σώμα του. 5. (καταχρ.) εφευρίσκω: Ο επιστήμονας που ~ψε την πενικιλίνη. ● ΦΡ.: ανακαλύπτω την Αμερική/τον τροχό/την πυρίτιδα (ειρων.): για κάποιον που νομίζει ότι έχει κάνει κάποια σπουδαία ανακάλυψη: Κάνει λες και ανακάλυψε ~. [< αρχ. ἀνακαλύπτω, γαλλ. découvrir] | |
| 3048 | ανακάλυψη | [ἀνακάλυψη] α-να-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανακαλύπτω: επαναστατική/σημαντική/σπουδαία/τυχαία ~. Η ~ της Αμερικής. ~ αρχαίων αγγείων και αγαλμάτων/ενός ιού/χρυσού. Έγινε/κάνω μια ~. Πβ. εύρεση.|| ~ των κλοπιμαίων. ~ της αλήθειας/της απάτης. Συνεχίζονται οι έρευνες για την ~ των δραστών. Πβ. αποκάλυψη, ανεύρεση, εντοπισμός.|| ~ της κλοπής. ~ κοινών στοιχείων μεταξύ ... Πβ. διαπίστωση, συνειδητοποίηση.|| ~ του εαυτού (= αυτογνωσία)/του έρωτα/του παρελθόντος/του σώματος. Πβ. γνωριμία, γνώση.|| (καταχρ.) ~ ενός εμβολίου/της τυπογραφίας/ενός φαρμάκου. Πβ. εφεύρεση. 2. (συνεκδ.) εύρημα: η ~ του αιώνα! Επιστημονικές/καινοτόμες/τεχνολογικές ~ύψεις. Συσκευή που αποτελεί/συνιστά μια καινούργια/νέα/πρωτοποριακή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: οι μεγάλες ανακαλύψεις: ΙΣΤ. ενν. των Νέων Χωρών: η εποχή των ~ων ~ύψεων. Βλ. Νέος Κόσμος. [< μτγν. ἀνακάλυψις ‘αποκάλυψη’, γαλλ. découverte] | |
| 3049 | ανακαλώ | [ἀνακαλῶ] α-να-κα-λώ ρ. (μτβ.) {ανακαλ-είς ... | ανακάλε-σα, ανακαλ-είται, ανακλή-θηκε (λόγ. ανεκλήθη, μτχ. ανακλη-θείς, -θείσα, -θέν), ανακαλ-ούμενος} 1. επαναφέρω στον νου μου, θυμάμαι: ~ εικόνες/περιστατικά (από το παρελθόν). Πβ. ανα-θυμάμαι, -λογίζομαι. 2. (επίσ.) αναιρώ, ακυρώνω προηγούμενη δήλωση ή απόφαση: Ο κατηγορούμενος ~σε την κατάθεσή του/την ομολογία του. Απαιτώ να ~σεις αμέσως/δημόσια (όσα είπες) (: να πάρεις πίσω τα λόγια σου)! ~θηκε η απόφαση της ΓΣ (πβ. καταργώ, παύω). ~θείσα άδεια/(παρ)αίτηση. Διατάξεις που θεωρούνται αυτοδικαίως/νομίμως ~θείσες. 3. δίνω εντολή να επιστρέψει στη χώρα του επίσημο πρόσωπο (κυρ. διπλωμάτης) ή να σταλεί πίσω κάτι: Η χώρα ~σε τον πρεσβευτή της από την ...|| Η αυτοκινητοβιομηχανία ~σε το τελευταίο της μοντέλο, επειδή ήταν ελαττωματικό (: το απέσυρε). 4. ΣΤΡΑΤ. επαναφέρω απόστρατο ή καλώ έφεδρο: ~θηκε στο στράτευμα.|| ~θείς από την εφεδρεία/εξ αποστρατείας/στην ενεργό υπηρεσία. ~θέντες αξιωματικοί. 5. ΠΛΗΡΟΦ. επαναφέρω, κυρ. δεδομένα: ~ αρχείο/πρόγραμμα. ● ΦΡ.: ανακαλώ στη μνήμη (& σπάν.) στο μυαλό (μου): επαναφέρω στη μνήμη μου, θυμάμαι: Δεν μπορώ να ~σω ~ το συμβάν/τι έγινε. [< γαλλ. rappeler à la mémoire] , ανακαλώ/επαναφέρω κάποιον στην τάξη βλ. τάξη [< αρχ. ἀνακαλῶ, αγγλ. recall, revoke, retrieve, γαλλ. rappeler, révoquer] | |
| 3050 | ανακάμπτω | [ἀνακάμπτω] α-να-κά-μπτω ρ. (αμτβ.) {ανέκαμ-ψε, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): ακολουθώ ξανά ανοδική πορεία έπειτα από περίοδο υποχώρησης, ύφεσης ή σοβαρών προβλημάτων· ξεπερνώ τις δυσχέρειες: (ΟΙΚΟΝ.) ~ει η αγορά/η τιμή (του πετρελαίου). ~ουν οι πωλήσεις. ~ει το δολάριο έναντι του ευρώ. Η εταιρεία ~ψε οικονομικά. Πβ. ορθοποδώ, παίρνω τα πάνω μου.|| Προσπαθεί να ~ψει (σωματικά και ψυχικά) μετά το ατύχημα (πβ. ανανήφω, αναρρώνω, συνέρχομαι). ΣΥΝ. επανακάμπτω (2) [< αρχ. ἀνακάμπτω, γαλλ. (se) redresser, αγγλ. recover] | |
| 3051 | ανάκαμψη | [ἀνάκαμψη] α-νά-καμ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακάμπτω: (ΟΙΚΟΝ.) δυναμική/θεαματική/οικονομική/φυσική ~. ~ του Γενικού Δείκτη (του Χρηματιστηρίου)/των επενδύσεων. (για νομισματικές μονάδες:) ~ του δολαρίου έναντι του ευρώ. Ενδείξεις/περίοδος ~ης. Σε φάση ~ης. Κλάδος που παρουσιάζει/σημειώνει ~. Προβλέπεται να (επ)ακουλουθήσει/επέλθει ~.|| ~ του ασθενούς (πβ. ανάνηψη, ανάρρωση).|| (Αγωνιστική) ~ της ομάδας. ΣΥΝ. βελτίωση, καλυτέρευση 2. ΓΥΜΝ. άσκηση κατά την οποία τα χέρια τοποθετούνται με τα δάχτυλα πλεγμένα στη βάση του κεφαλιού (στην ινιακή χώρα). Βλ. κάμψεις. [< αρχ. ἀνάκαμψις, γαλλ. redressement, αγγλ. recovery] | |
| 3052 | ανακατάκτηση | [ἀνακατάκτηση] α-να-κα-τά-κτη-ση ουσ. (θηλ.): κατάκτηση εκ νέου: ~ εδαφών. ~ της ελευθερίας/εξουσίας. Πβ. ανακατάληψη, (επ)ανάκτηση. [< γαλλ. reconquête] | |
| 3053 | ανακαταλαμβάνω | [ἀνακαταλαμβάνω] α-να-κα-τα-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) (κυρ. ΣΤΡΑΤ.): καταλαμβάνω εκ νέου: Ο στρατός ανακατέλαβε τις αρχικές του θέσεις/το οχυρό. Πβ. (επ)ανακτώ. [< γαλλ. reconquérir] | |
| 3054 | ανακατάληψη | [ἀνακατάληψη] α-να-κα-τά-λη-ψη ουσ. (θηλ.) (κυρ. ΣΤΡΑΤ.): κατάληψη εκ νέου: ~ εδαφών/της πόλης. ΣΥΝ. ανακατάκτηση [< γαλλ. reconquête] | |
| 3055 | ανακαταμέτρηση | [ἀνακαταμέτρηση] α-να-κα-τα-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): εκ νέου καταμέτρηση, επανακαταμέτρηση: ~ των ψήφων λόγω αμφισβήτησης του εκλογικού αποτελέσματος. [< αγγλ. recount] | |
| 3056 | ανακατανέμω | [ἀνακατανέμω] α-να-κα-τα-νέ-μω ρ. (μτβ.) {ανακατ-ένειμα, ανακατενεμή-θηκε, -μένος}: κατανέμω εκ νέου: ~θηκαν οι εθνικοί πόροι. ~μένες: αρμοδιότητες/δαπάνες. Πβ. αναδιανέμω. [< γαλλ. redistribuer] | |
| 3057 | ανακατανομή | [ἀνακατανομή] α-να-κα-τα-νο-μή ουσ. (θηλ.): εκ νέου διανομή ή καταμερισμός: δίκαιη/μερική/ριζική ~. ~ της γης (= αναδασμός, αναδιανομή)/των δυνάμεων (= ανακατάταξη)/του εισοδήματος/των κονδυλίων/των ρόλων. Πβ. ξαναμοίρασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κατανομή/διανομή του πλούτου βλ. κατανομή [< γαλλ. redistribution] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ