| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3046 | ανακαλυπτικός | , ή, ό [ἀνακαλυπτικός] α-να-κα-λυ-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανακάλυψη και ειδικότ. με την ανακαλυπτική μάθηση: ~ή: μέθοδος/προσέγγιση. ● ΣΥΜΠΛ.: ανακαλυπτική μάθηση: ΠΑΙΔΑΓ. στρατηγική κατά την οποία ο μαθητής προσπαθεί να ανακαλύψει σταδιακά τη γνώση μέσα από συνεργατικές δραστηριότητες και επίλυση προβλημάτων υπό την καθοδήγηση του εκπαιδευτικού. Βλ. βιωματική, διερευνητική, ενεργητική μάθηση. [< μεσν. ανακαλυπτικός] | |
| 3047 | ανακαλύπτω | [ἀνακαλύπτω] α-να-κα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) {ανακάλυ-ψα, ανακαλύπτ-εται, -φθηκε (κ. -φτηκε) (λόγ. ανεκαλύφθη, μτχ. ανακαλυ-φθείς, -φθείσα, -φθέν)} 1. βρίσκω πρώτος κάτι του οποίου την ύπαρξη ή τη θέση ο κόσμος αγνοούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή: Οι αστρονόμοι ~ψαν νέο πλανήτη. ~φθηκαν αρχαία/(άγνωστα/νέα) είδη φυτών/κοιτάσματα πετρελαίου. Πρόσφατα ~φθέν γονίδιο/~φθέντα χειρόγραφα.|| ~ει ταλέντα και τα προωθεί. 2. εντοπίζω συνήθ. μετά από αναζήτηση κάποιον, κάτι που παρέμενε σκόπιμα κρυφό(ς) ή που δεν γνώριζα και το(ν) γνωστοποιώ, το(ν) φανερώνω: Θα ~ψω (= θα μάθω) ποιος κρύβεται πίσω από την υπόθεση! ~φθηκαν ναρκωτικά σε πλοίο. Έχουν ~φθεί λάθη και παραλείψεις. ~φθέντα κενά στο σύστημα. Σύμφωνα με τα ~φθέντα στοιχεία ... Πβ. αποκαλύπτω, βρίσκω, φέρνω στο φως. 3. συνειδητοποιώ, αντιλαμβάνομαι κάτι που δεν ήξερα: ~ψα τυχαία ότι/πως μου έλειπαν χρήματα. ~ψαμε ότι έχουμε κοινούς γνωστούς/τα ίδια γούστα. Βοηθήστε τα παιδιά να ~ψουν τις ικανότητές/τα ταλέντα τους. Πβ. διαπιστώνω, καταλαβαίνω. || ~ει ξανά τον εαυτό της. Πβ. επανευρίσκω. 4. αποκτώ ενδιαφέρον και γνώσεις για κάτι μέσω της παρατήρησης και της έρευνας: ~ τη Γη/τον κόσμο/τη φύση (μέσα από τα βιβλία/τα ταξίδια). Το παιδί αρχίζει να ~ει το σώμα του. 5. (καταχρ.) εφευρίσκω: Ο επιστήμονας που ~ψε την πενικιλίνη. ● ΦΡ.: ανακαλύπτω την Αμερική/τον τροχό/την πυρίτιδα (ειρων.): για κάποιον που νομίζει ότι έχει κάνει κάποια σπουδαία ανακάλυψη: Κάνει λες και ανακάλυψε ~. [< αρχ. ἀνακαλύπτω, γαλλ. découvrir] | |
| 3048 | ανακάλυψη | [ἀνακάλυψη] α-να-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανακαλύπτω: επαναστατική/σημαντική/σπουδαία/τυχαία ~. Η ~ της Αμερικής. ~ αρχαίων αγγείων και αγαλμάτων/ενός ιού/χρυσού. Έγινε/κάνω μια ~. Πβ. εύρεση.|| ~ των κλοπιμαίων. ~ της αλήθειας/της απάτης. Συνεχίζονται οι έρευνες για την ~ των δραστών. Πβ. αποκάλυψη, ανεύρεση, εντοπισμός.|| ~ της κλοπής. ~ κοινών στοιχείων μεταξύ ... Πβ. διαπίστωση, συνειδητοποίηση.|| ~ του εαυτού (= αυτογνωσία)/του έρωτα/του παρελθόντος/του σώματος. Πβ. γνωριμία, γνώση.|| (καταχρ.) ~ ενός εμβολίου/της τυπογραφίας/ενός φαρμάκου. Πβ. εφεύρεση. 2. (συνεκδ.) εύρημα: η ~ του αιώνα! Επιστημονικές/καινοτόμες/τεχνολογικές ~ύψεις. Συσκευή που αποτελεί/συνιστά μια καινούργια/νέα/πρωτοποριακή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: οι μεγάλες ανακαλύψεις: ΙΣΤ. ενν. των Νέων Χωρών: η εποχή των ~ων ~ύψεων. Βλ. Νέος Κόσμος. [< μτγν. ἀνακάλυψις ‘αποκάλυψη’, γαλλ. découverte] | |
| 3049 | ανακαλώ | [ἀνακαλῶ] α-να-κα-λώ ρ. (μτβ.) {ανακαλ-είς ... | ανακάλε-σα, ανακαλ-είται, ανακλή-θηκε (λόγ. ανεκλήθη, μτχ. ανακλη-θείς, -θείσα, -θέν), ανακαλ-ούμενος} 1. επαναφέρω στον νου μου, θυμάμαι: ~ εικόνες/περιστατικά (από το παρελθόν). Πβ. ανα-θυμάμαι, -λογίζομαι. 2. (επίσ.) αναιρώ, ακυρώνω προηγούμενη δήλωση ή απόφαση: Ο κατηγορούμενος ~σε την κατάθεσή του/την ομολογία του. Απαιτώ να ~σεις αμέσως/δημόσια (όσα είπες) (: να πάρεις πίσω τα λόγια σου)! ~θηκε η απόφαση της ΓΣ (πβ. καταργώ, παύω). ~θείσα άδεια/(παρ)αίτηση. Διατάξεις που θεωρούνται αυτοδικαίως/νομίμως ~θείσες. 3. δίνω εντολή να επιστρέψει στη χώρα του επίσημο πρόσωπο (κυρ. διπλωμάτης) ή να σταλεί πίσω κάτι: Η χώρα ~σε τον πρεσβευτή της από την ...|| Η αυτοκινητοβιομηχανία ~σε το τελευταίο της μοντέλο, επειδή ήταν ελαττωματικό (: το απέσυρε). 4. ΣΤΡΑΤ. επαναφέρω απόστρατο ή καλώ έφεδρο: ~θηκε στο στράτευμα.|| ~θείς από την εφεδρεία/εξ αποστρατείας/στην ενεργό υπηρεσία. ~θέντες αξιωματικοί. 5. ΠΛΗΡΟΦ. επαναφέρω, κυρ. δεδομένα: ~ αρχείο/πρόγραμμα. ● ΦΡ.: ανακαλώ στη μνήμη (& σπάν.) στο μυαλό (μου): επαναφέρω στη μνήμη μου, θυμάμαι: Δεν μπορώ να ~σω ~ το συμβάν/τι έγινε. [< γαλλ. rappeler à la mémoire] , ανακαλώ/επαναφέρω κάποιον στην τάξη βλ. τάξη [< αρχ. ἀνακαλῶ, αγγλ. recall, revoke, retrieve, γαλλ. rappeler, révoquer] | |
| 3050 | ανακάμπτω | [ἀνακάμπτω] α-να-κά-μπτω ρ. (αμτβ.) {ανέκαμ-ψε, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): ακολουθώ ξανά ανοδική πορεία έπειτα από περίοδο υποχώρησης, ύφεσης ή σοβαρών προβλημάτων· ξεπερνώ τις δυσχέρειες: (ΟΙΚΟΝ.) ~ει η αγορά/η τιμή (του πετρελαίου). ~ουν οι πωλήσεις. ~ει το δολάριο έναντι του ευρώ. Η εταιρεία ~ψε οικονομικά. Πβ. ορθοποδώ, παίρνω τα πάνω μου.|| Προσπαθεί να ~ψει (σωματικά και ψυχικά) μετά το ατύχημα (πβ. ανανήφω, αναρρώνω, συνέρχομαι). ΣΥΝ. επανακάμπτω (2) [< αρχ. ἀνακάμπτω, γαλλ. (se) redresser, αγγλ. recover] | |
| 3051 | ανάκαμψη | [ἀνάκαμψη] α-νά-καμ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακάμπτω: (ΟΙΚΟΝ.) δυναμική/θεαματική/οικονομική/φυσική ~. ~ του Γενικού Δείκτη (του Χρηματιστηρίου)/των επενδύσεων. (για νομισματικές μονάδες:) ~ του δολαρίου έναντι του ευρώ. Ενδείξεις/περίοδος ~ης. Σε φάση ~ης. Κλάδος που παρουσιάζει/σημειώνει ~. Προβλέπεται να (επ)ακουλουθήσει/επέλθει ~.|| ~ του ασθενούς (πβ. ανάνηψη, ανάρρωση).|| (Αγωνιστική) ~ της ομάδας. ΣΥΝ. βελτίωση, καλυτέρευση 2. ΓΥΜΝ. άσκηση κατά την οποία τα χέρια τοποθετούνται με τα δάχτυλα πλεγμένα στη βάση του κεφαλιού (στην ινιακή χώρα). Βλ. κάμψεις. [< αρχ. ἀνάκαμψις, γαλλ. redressement, αγγλ. recovery] | |
| 3052 | ανακατάκτηση | [ἀνακατάκτηση] α-να-κα-τά-κτη-ση ουσ. (θηλ.): κατάκτηση εκ νέου: ~ εδαφών. ~ της ελευθερίας/εξουσίας. Πβ. ανακατάληψη, (επ)ανάκτηση. [< γαλλ. reconquête] | |
| 3053 | ανακαταλαμβάνω | [ἀνακαταλαμβάνω] α-να-κα-τα-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) (κυρ. ΣΤΡΑΤ.): καταλαμβάνω εκ νέου: Ο στρατός ανακατέλαβε τις αρχικές του θέσεις/το οχυρό. Πβ. (επ)ανακτώ. [< γαλλ. reconquérir] | |
| 3054 | ανακατάληψη | [ἀνακατάληψη] α-να-κα-τά-λη-ψη ουσ. (θηλ.) (κυρ. ΣΤΡΑΤ.): κατάληψη εκ νέου: ~ εδαφών/της πόλης. ΣΥΝ. ανακατάκτηση [< γαλλ. reconquête] | |
| 3055 | ανακαταμέτρηση | [ἀνακαταμέτρηση] α-να-κα-τα-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): εκ νέου καταμέτρηση, επανακαταμέτρηση: ~ των ψήφων λόγω αμφισβήτησης του εκλογικού αποτελέσματος. [< αγγλ. recount] | |
| 3056 | ανακατανέμω | [ἀνακατανέμω] α-να-κα-τα-νέ-μω ρ. (μτβ.) {ανακατ-ένειμα, ανακατενεμή-θηκε, -μένος}: κατανέμω εκ νέου: ~θηκαν οι εθνικοί πόροι. ~μένες: αρμοδιότητες/δαπάνες. Πβ. αναδιανέμω. [< γαλλ. redistribuer] | |
| 3057 | ανακατανομή | [ἀνακατανομή] α-να-κα-τα-νο-μή ουσ. (θηλ.): εκ νέου διανομή ή καταμερισμός: δίκαιη/μερική/ριζική ~. ~ της γης (= αναδασμός, αναδιανομή)/των δυνάμεων (= ανακατάταξη)/του εισοδήματος/των κονδυλίων/των ρόλων. Πβ. ξαναμοίρασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κατανομή/διανομή του πλούτου βλ. κατανομή [< γαλλ. redistribution] | |
| 3058 | ανακατασκευάζω | [ἀνακατασκευάζω] α-να-κα-τα-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ανακατασκεύα-σα, -στηκε, -σμένος}: κατασκευάζω εκ νέου, επιδιορθώνω κάτι που έχει καταστραφεί ή έχει πάθει ζημιά: Θα ~σουν (= ξαναφτιάξουν) το οδικό δίκτυο. Το κτίριο ~στηκε (πβ. ανα-καινίστηκε, -παλαιώθηκε, αποκαταστάθηκε).|| (μτφ.) ~ το παρελθόν/την πραγματικότητα (πβ. ανα-δημιουργώ, -συνθέτω). ~σμένη: γέφυρα. ~σμένα: μελάνια (= ξαναγεμισμένα)/προϊόντα (: σε χαμηλότερη τιμή από τα νέα· πβ. μεταχειρισμένα). Ο εξοπλισμός είναι πλήρως ~σμένος. [< γαλλ. reconstruire] | |
| 3059 | ανακατασκευή | [ἀνακατασκευή] α-να-κα-τα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακατασκευάζω: μερική/ολική/ριζική ~. ~ πλατείας/στέγης (πβ. επισκευή). Εικονική/ψηφιακή ~ αρχαίων μνημείων. Πβ. αναμόρφωση, ανάπλαση, αποκατάσταση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ο δικτυακός τόπος/η ιστοσελίδα βρίσκεται υπό ~.|| (μτφ.) ~ των γεγονότων. Πβ. ανα-δημιουργία, -σύνθεση. [< γαλλ. reconstruction] | |
| 3060 | ανακατάταξη | [ἀνακατάταξη] α-να-κα-τά-τα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακατατάσσω: ~ θέσεων (ΣΥΝ. ανακατανομή)/υλικού. 2. ΣΤΡΑΤ. (σπανιότ.) εθελοντική παράταση της θητείας ή εκ νέου κατάταξη στον στρατό: πενταετής/τριετής ~. ● ανακατατάξεις (οι) (μτφ.): μεταβολές, μετατροπές, αλλαγές: γεωπολιτικές/κοινωνικές/οικονομικές/παγκόσμιες/πληθυσμιακές/πολιτικές/τεκτονικές ~. (Δραματικές/ριζικές/σημαντικές/σπουδαίες) ~ στην αγορά/στην παιδεία/στο πολιτικό σκηνικό/στο (διοικητικό) συμβούλιο. Γεγονός που επέφερε/προκάλεσε/πυροδότησε ~. [< 1: γερμ. Neuordnung 2: γαλλ. rengagement] | |
| 3061 | ανακατατάσσω | [ἀνακατατάσσω] α-να-κα-τα-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {ανακατέτα-ξε, ανακατατά-ξει, -χτηκε κ. -χθηκε, -χτεί κ. -χθεί, -γμένος}: κατατάσσω εκ νέου: ~ξε τα βιβλία στη βιβλιοθήκη/το προσωπικό σε νέες ομάδες καθηκόντων.|| (μτφ.) ~ (= επαναπροσδιορίζω) τις προτεραιότητές μου. ● Παθ.: ανακατατάσσομαι: ΣΤΡΑΤ. κατατάσσομαι εκ νέου στον στρατό εθελοντικά. [< γαλλ. (se) rengager] [< γερμ. neu ordnen] | |
| 3062 | ανακάτεμα | [ἀνακάτεμα] α-να-κά-τε-μα ουσ. (ουδ.) {ανακατέμ-ατος | -ατα} (προφ.) & (λαϊκό) ανακάτωμα 1. ανάμειξη των στοιχείων ενός συνόλου, συνήθ. με περιστροφικές κινήσεις: απαλό/αργό/γρήγορο/συνεχές ~. ~ της σούπας (με την κουτάλα)/του τσιμέντου (με το φτυάρι/στην μπετονιέρα)/του φραπέ (με το καλαμάκι). Συνεχίζουμε το ~ υλικών, μέχρι να πήξει η κρέμα. Πβ. ανάδευση, ανακίνηση. 2. (μτφ.) συνδυασμός διαφορετικών, ετερόκλιτων στοιχείων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ανομοιογενούς συνόλου: ~ ήχων (πβ. (πρόσ)μειξη). ~ λαών/φυλών (βλ. χοάνη, χωνευτήρι). ~ ρόλων και θέσεων. Πβ. κράμα, συμφυρμός, συνονθύλευμα. 3. στομαχικές διαταραχές, τάση για εμετό· κατ' επέκτ. αίσθημα αηδίας, αποστροφής: Έχω/νιώθω (ένα) ~ στο στομάχι. Πβ. ναυτία. ΣΥΝ. αναγούλα, ανακατωσούρα (2) 4. {συνήθ. στον πληθ.} ανάμειξη, παρέμβαση τρίτου· κατ' επέκτ. η προκαλούμενη αναστάτωση: Η παρουσία του μόνο ~ατα και φασαρίες θα φέρει! Πβ. ανα-κατωσούρα, -μπουμπούλα, -ταραχή, μπερδέματα, μπλεξίματα. 5. ακαταστασία· κατ' επέκτ. μπέρδεμα, σύγχυση: Επικρατεί μεγάλο/φοβερό ~ εδώ μέσα! ● ΦΡ.: ανακάτεμα της τράπουλας 1. τυχαία αλλαγή της σειράς των τραπουλόχαρτων: ~, κόψιμο και μοίρασμα της τράπουλας. 2. (μτφ.) αναδιανομή ρόλων: Με τον ανασχηματισμό ο πρωθυπουργός έκανε/επιχειρεί ένα μικρό ~ ~. [< μεσν. ανακάτωμα] | |
| 3063 | ανακατεμένος | , η, ο [ἀνακατεμένος] α-να-κα-τε-μέ-νος επίθ. & (προφ.) ανακατωμένος 1. που έχει ανακατευτεί: ~η: τράπουλα. ~α: χρώματα.|| ~α: μαλλιά (= μπερδεμένα)/πράγματα (= ακατάστατα).|| (μτφ.) ~ες: σκέψεις. Όλα είναι ~α (= μπλεγμένα) στο κεφάλι μου.|| (μτφ.) ~ο: πλήθος (= ανομοιογενές, ετερόκλιτο). Πβ. ανάμεικτος. 2. που έχει αναμειχθεί, εμπλακεί σε μια υπόθεση: Είναι ~ σε ύποπτες ιστορίες! ΣΥΝ. αναμεμειγμένος (1) ΑΝΤ. αμέτοχος 3. που νιώθει ανακάτεμα, ναυτία: ~ο: στομάχι. ● ΦΡ.: ανακατωμένος/ανακατεμένος ο ερχόμενος (οικ.): σε περιπτώσεις που επικρατεί μεγάλη ακαταστασία: Το δωμάτιό του είναι ~ ~. Πβ. χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. | |
| 3064 | ανακατεύθυνση | [ἀνακατεύθυνση] α-να-κα-τεύ-θυν-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. αλλαγή στην κατεύθυνση μιας διεργασίας: ~ εισόδου/εξόδου. Σελίδα ~ης (: που οδηγεί τους αναγνώστες σε άλλη ιστοσελίδα, προκειμένου να ανακτήσουν τις πληροφορίες που αναζητούν).|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ κλήσης (βλ. εκτροπή). ΣΥΝ. αναδρομολόγηση (1) [< αγγλ. redirection] | |
| 3065 | ανακατευθύνω | [ἀνακατευθύνω] α-να-κα-τευ-θύ-νω ρ. (μτβ.): κάνω ανακατεύθυνση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ