| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39391 | πειραματικός | , ή, ό πει-ρα-μα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το πείραμα: ~ός: έλεγχος/σχεδιασμός. ~ή: απόδειξη/διαδικασία/επαλήθευση/μέθοδος/μελέτη/έρευνα. ~ές: ασκήσεις/δραστηριότητες/μετρήσεις/συνθήκες (: ελεγχόμενες)/τεχνικές. ~ά: αποτελέσματα/δεδομένα. ~ή Ψυχολογία. ~ές Επιστήμες (: Βιολογία, Φυσική, Χημεία). Βλ. εργαστηριακός.|| ~ός: αντιδραστήρας/σταθμός. ~ό: εργαστήριο.|| ~ή: ομάδα (: που συμμετέχει σε πείραμα). 2. που εφαρμόζεται ακόμα δοκιμαστικά: ~ή: θεραπεία/λειτουργία. ~ό: αυτοκίνητο (: υβριδικό)/μοντέλο/πρόγραμμα. ~ές: εφαρμογές/συσκευές. Φάρμακο που βρίσκεται/παραμένει σε ~ό στάδιο (= ~ό φάρμακο). Πβ. δοκιμαστ-, πιλοτ-ικός. 3. που πειραματίζεται με νέες, καινοτόμες ιδέες ή τεχνικές: (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ός: κινηματογράφος. ~ή: μουσική/(θεατρική) σκηνή/ταινία. ~ό: εργαστήρι Τέχνης/θέατρο. Πβ. πρωτοποριακός, σύγχρονος.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ή: διδασκαλία. ~ό: νηπιαγωγείο. Πβ. πρότυπος.|| Χρηματοδότηση ~ών δράσεων/ενεργειών στον τομέα της τεχνολογίας. Πβ. προοδευτικός.|| ~ή: αλιεία/καλλιέργεια (βλ. βιολογική, οργανική). ~οί: αγροί. ● επίρρ.: πειραματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ αποδεδειγμένο. Έχει διαπιστωθεί/επιβεβαιωθεί ~ ότι ...|| Υπηρεσία που λειτουργεί (προς το παρόν) ~ (= δοκιμαστικά). ● ΣΥΜΠΛ.: Πειραματικό Σχολείο & (προφ.) Πειραματικό: δημόσιο σχολείο το οποίο έχει ως βασικό σκοπό την προαγωγή της εκπαιδευτικής και ψυχοπαιδαγωγικής έρευνας, καθώς και την πρακτική άσκηση των φοιτητών των Παιδαγωγικών Τμημάτων και του εκπαιδευτικού προσωπικού της περιοχής στην οποία ανήκει. Βλ. πρότυπο σχολείο., πειραματική αρχαιολογία βλ. αρχαιολογία [< γαλλ. expérimental] | |
| 39392 | πειραματισμός | πει-ρα-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. προσπάθεια, εγχείρημα με αβέβαια αποτελέσματα: ~ στην τέχνη. ~ των μαθητών πάνω στα είδη του γραπτού λόγου (βλ. άσκηση, γύμνασμα). Εικαστικοί/καλλιτεχνικοί/μουσικοί ~οί. (αρνητ. συνυποδ.) Η κρισιμότητα της κατάστασης δεν επιτρέπει ~ούς. Βλ. δοκιμή. 2. επιστημονική μέθοδος έρευνας που βασίζεται στην πρόκληση και μελέτη φαινομένων. Πβ. πείραμα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. expérimentation] | |
| 39393 | πειραματιστής | πει-ρα-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. πειραματίστρια} 1. αυτός που πειραματίζεται. 2. επιστήμονας που εκτελεί πειράματα. [< γαλλ. expérimentateur] | |
| 39394 | πειραματόζωο | πει-ρα-μα-τό-ζω-ο ουσ. (ουδ.): ζώο που χρησιμοποιείται για επιστημονικά πειράματα: Οι πίθηκοι και τα χάμστερ γίνονται συχνά ~α σε εργαστήρια.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Ανθρώπινα ~α. | |
| 39395 | πειρασμός | πει-ρα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. έντονη επιθυμία και εσωτερική παρόρμηση που προκαλείται σε κάποιον και τον ωθεί να κάνει κάτι το οποίο δεν θεωρείται σωστό ή χαρακτηρίζεται ως απαγορευμένο ή αμαρτία: Δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον ~ό του φαγητού. Δεν άντεξα στον ~ό να μην τον ρωτήσω. Ενέδωσε/υπέκυψε (τελικά) στον ~ό. 2. (συνεκδ.) οτιδήποτε προκαλεί το συγκεκριμένο συναίσθημα: (για φαγητό ή γλύκισμα) απολαυστικός/γλυκός/σοκολατένιος ~. Γαστρονομικοί/γευστικοί ~οί. Πβ. δέλεαρ, πρόκληση.|| (κυρ. για γυναίκα) Θηλυκός ~. Είναι αληθινός/σωστός ~!|| (ΕΚΚΛΗΣ., ως ηθική, πνευματική δοκιμασία από τον Διάβολο) Επιρρεπής στους ~ούς της εγκόσμιας ζωής (: στις σαρκικές και υλικές απολαύσεις). Πβ. σκανδαλισμός. ● ΦΡ.: με βάζει σε/στον πειρασμό (προφ.): με παρακινεί, με παρασύρει να κάνω κάτι που κανονικά δεν πρέπει: Αυτοκίνητο/πρόταση που βάζει σε ~ και τους πιο εγκρατείς. Μη με βάζεις στον ~ να σου απαντήσω., μπαίνω στον πειρασμό (προφ.): με κυριεύει η επιθυμία να κάνω κάτι που δεν ενδείκνυται: Μπήκε ~ να ανοίξει το γράμμα/να δοκιμάσει το γλυκό., πέφτω στον πειρασμό (προφ.): ενδίδω σε απαγορευμένη επιθυμία, διαπράττω σφάλμα: Έπεσε στον ~ να φάει πολύ. Δεν θα πέσουμε ~ της εύκολης κριτικής. [< μτγν. πειρασμός] | |
| 39396 | πειρατεία | πει-ρα-τεί-α ουσ. (θηλ.) 1. (από την αρχαιότητα μέχρι τα μέσα του 19ου αι.) η δράση των πειρατών. ΣΥΝ. κούρσος 2. ΝΟΜ. κατάληψη πλοίων (κυρ. εμπορικών, φορτηγών ή κρουαζιερόπλοιων) από το οπλισμένο πλήρωμα ιδιωτικών σκαφών με σκοπό τη ληστεία ή την απαίτηση λύτρων για την απελευθέρωσή τους· γενικότ. κάθε παράνομη πράξη βίας, κράτησης ή διαρπαγής που διαπράττεται εναντίον του πληρώματος ή/και των επιβατών μεταφορικού μέσου. Βλ. αερο~. 3. (μτφ.) παράνομη χρήση ή εμπορική εκμετάλλευση προϊόντος προστατευμένου από πνευματικά δικαιώματα· ειδικότ. λειτουργία ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού πομπού χωρίς νόμιμη άδεια: διαδικτυακή (= δικτυο~)/ηλεκτρονική/μουσική/ψηφιακή ~. ~ ταινιών. Καταπολέμηση της ~ας. Ανθεί/αυξήθηκε η ~ λογισμικού. Οι δισκογραφικές εταιρείες προσπαθούν να εμποδίσουν/να πατάξουν την ~ (ενν. των σιντί). Βλ. λογοκλοπή, ραδιο~, τηλε~. [< 1: μτγν. πειρατεία 3: αγγλ. piracy, γαλλ. piratage, περ. 1979] | |
| 39397 | πειρατής | πει-ρα-τής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. πειρατίνα} 1. (από την αρχαιότητα μέχρι τα μέσα του 19ου αι.) καθένα από τα μέλη πληρώματος πλοίων που λεηλατούσαν άλλα πλοία και νησιά ή παραθαλάσσιες περιοχές: διαβόητος/θρυλικός ~. Σαρακηνοί ~ές. Οι ~ές της Μεσογείου. Ο θησαυρός/το ορμητήριο/η σημαία (: νεκροκεφαλή πάνω σε διασταυρούμενα οστά) των ~ών. Πβ. κουρσάρος. 2. καθένας από τους άνδρες που ζουν σε πλοία-ορμητήρια και καταλαμβάνουν πλοία-στόχους (κυρ. εμπορικά, φορτηγά ή κρουαζιερόπλοια) με ταχύπλοα, βαρύ οπλισμό και ανεμόσκαλες, ληστεύοντάς τα ή ζητώντας λύτρα για την απελευθέρωση του πληρώματός τους. Βλ. αερο~, νηοψία. 3. (μτφ.) πρόσωπο που χρησιμοποιεί ή κυρ. εκμεταλλεύεται εμπορικά προϊόν, χωρίς να έχει άδεια: ~ές μουσικής/λογισμικού/ταινιών. Οι ~ές του διαδικτύου (= κράκερ, κυβερνοπειρατές, χάκερ).|| ~ές των ερτζιανών (= ραδιοπειρατές). Βλ. τηλε~.|| (ειδικότ.) ~ές της ασφάλτου (: που οδηγούν με μεγάλη ταχύτητα, παραβιάζοντας τον ΚΟΚ). [< 1: μτγν. πειρατής 2,3: αγγλ.-γαλλ. pirate] | |
| 39398 | πειρατικός | , ή, ό πει-ρα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πειρατεία ή τους πειρατές: ~ές: επιδρομές. ΣΥΝ. κουρσάρικος 2. (μτφ.) λαθραίος, παράνομος: ~ός: (ραδιοφωνικός) σταθμός. ~ή: μουσική. ~ό: ταξί. ~ά: ντιβιντί/σιντί. Βλ. αυθεντικός, γνήσιος. ΑΝΤ. αντιπειρατικός (1) ● Ουσ.: πειρατικό (το): ενν. πλοίο. ● επίρρ.: πειρατικά [< 1: μτγν. πειρατικός] | |
| 39399 | πειραχτήρι | πει-ρα-χτή-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πρόσωπο που του αρέσει να πειράζει τους άλλους, να αστειεύεται μαζί τους. Πβ. διαβολάκι. Βλ. καλαμπουρτζής, πλακατζής, -τήρι. ΣΥΝ. ζιζάνιο (2) | |
| 39400 | πειραχτικός | , ή, ό πει-ρα-χτι-κός επίθ. & (λόγ.) πειρακτικός: που στοχεύει στο πείραγμα: ~ή: διάθεση. ~ά: λόγια. Βλ. δηκτ-, προσβλητ-ικός. ● επίρρ.: πειραχτικά | |
| 39401 | πείρος | βλ. πίρος | |
| 39402 | πεισιθάνατος | , η, ο πει-σι-θά-να-τος επίθ. & (σπάν.) πεισιθανάτιος, α, ο (απαιτ. λεξιλόγ.): που περιστρέφεται γύρω από τον θάνατο· κατ' επέκτ. απαισιόδοξος, μελαγχολικός: ~ος: ποιητής. Βλ. -θάνατος. [< μτγν. πεισιθάνατος ‘αυτός που πείθει κάποιον να πεθάνει’] | |
| 39403 | πείσμα | [πεῖσμα] πεί-σμα ουσ. (ουδ.) {πείσμ-ατος | -ατα} 1. επιμονή: ~ στη δουλειά. ~ (και θέληση) για την επιτυχία/για κάτι καλύτερο/για να προχωρήσουν. Έδειξε/έχει ~. Ο αθλητισμός θέλει ~ και υπομονή. Αγωνίστηκε/αντιστάθηκε/αρνήθηκε/εργάζεται με ~ (= επίμονα, πεισματικά). Συνεχίζουν με μεγαλύτερο/περισσότερο ~ (βλ. ζήλος). Νίκησε χάρη στο ~ του. 2. ισχυρογνωμοσύνη, έλλειψη υποχωρητικότητας: γαϊδουρινό/γεροντικό/έντονο/μουλαρίσιο/νεανικό/παιδικό/τυφλό ~. Αμάν το ~ σου! Πβ. ξεροκεφαλιά. Βλ. εγωισμός. ΣΥΝ. γινάτι, πίκα (1) ● πείσματα (τα): νάζια, καμώματα: ερωτικά ~. Άσε τα/μην κάνεις ~. Πβ. καπρίτσια, κόνξες, τσακίσματα, τσαλίμια. ● Υποκ.: πεισματάκι (το) {κυρ. στον πληθ.} ● ΦΡ.: με πιάνει το πείσμα (μου) (προφ.): πεισμώνω, μουλαρώνω., σε πείσμα & (σπάν.) προς πείσμα: παρά την αντίθεση, την αμφιβολία κάποιου ή τις αντίξοες συνθήκες: ~ ~ όσων …/~ ~ των καιρών. ~ ~ όλων/των δυσκολιών, έφτασε στην κορυφή. Το συλλαλητήριο πραγματοποιήθηκε, ~ ~ των αντιδράσεων/της βροχής., το βάζω πείσμα (προφ.): το βάζω σκοπό μου να πετύχω κάτι: Tο είχε βάλει ~ να κερδίσει και τα κατάφερε. ΣΥΝ. το βάζω γινάτι [< μτγν. πεῖσμα ‘πειθώ, πεποίθηση’] | |
| 39404 | πεισματάρης | , α, ικο πει-σμα-τά-ρης επίθ. {πεισματάρηδες}: (για πρόσ.) που επιμένει υπερβολικά σε κάτι: ~ικο: παιδί.|| (ως ουσ.) Οι ~ηδες δύσκολα το βάζουν κάτω. Πβ. τζόρας. ΣΥΝ. αγύριστο/ξερό/αρβανίτικο κεφάλι, ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλος, πείσμων [< μεσν. πεισματάρης] | |
| 39405 | πεισματάρικος | , η, ο πει-σμα-τά-ρι-κος επίθ.: που φανερώνει πείσμα, αδιαλλαξία: ~η: στάση/συμπεριφορά. ~ο: ύφος. Πβ. επίμονος. ΣΥΝ. ανυποχώρητος ● επίρρ.: πεισματάρικα | |
| 39406 | πεισματικός | , ή, ό πει-σμα-τι-κός επίθ.: πολύ επίμονος: ~ή: άρνηση/εμμονή/επιμονή. ● επίρρ.: πεισματικά: ΣΥΝ. αμέτι-μουχαμέτι [< μεσν. πεισματικός] | |
| 39407 | πεισματώδης | , ης, ες πει-σμα-τώ-δης επίθ. {πεισματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): πεισματικός: ~ης: μάχη (= άγρια, λυσσαλέα). Πρόβαλαν ~η αντίσταση. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: πεισματωδώς [-ῶς] (σπάν.) | |
| 39408 | πεισματώνω | βλ. πεισμώνω | |
| 39409 | πείσμων | , ων, ον πεί-σμων επίθ. {πείσμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα), -όνων} (λόγ.): πεισματάρης ή πεισματικός: ~ων: χαρακτήρας.|| Συνέχισαν τον αγώνα με ~ονα επιμονή. ● επίρρ.: πεισμόνως [< γαλλ. obstiné] | |
| 39410 | πεισμώνω | πει-σμώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πείσμω-σα, -μένος, πεισμών-οντας} & (σπάν.) πεισματώνω 1. κάνω κάποιον να αντιδράσει με πείσμα, με επιμονή: Οι δυσκολίες μάς ~σαν ακόμα περισσότερο. 2. γίνομαι ισχυρογνώμων, αδιάλλακτος: ~ει με το παραμικρό. ~σε και δεν του ξανατηλεφώνησε. ΣΥΝ. με πιάνει το πείσμα (μου), μουλαρώνω [< μεσν. πεισμώνω, πεισματώνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ