| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39411 | πέιστ | πέ-ιστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. επικόλληση δεδομένων (π.χ. κειμένου ή εικόνας): Κάνω ~ (= επικολλώ). Βλ. αντι-, δια-γραφή, αποκοπή. ● ΦΡ.: κόπι-πέιστ βλ. κόπι [< αγγλ. paste] | |
| 39412 | πειστήριο | πει-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {πειστηρί-ου}: ΝΟΜ. αντικείμενο που αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο σε δίκη και βεβαιώνει την ενοχή ή αθωότητα κατηγορουμένου· γενικότ. οτιδήποτε αποτελεί τεκμήριο για κάτι: αδιάσειστο/σημαντικό ~.|| Τα αρχαιολογικά ευρήματα αποτελούν ~ της ακμής της αρχαίας πόλης. Πβ. απόδειξη, μαρτυρία, ντοκουμέντο. ● ΣΥΜΠΛ.: πειστήρια του εγκλήματος βλ. έγκλημα [< αρχ. πειστήριος, γαλλ. (πληθ.) (pièces) à conviction] | |
| 39413 | πειστικός | , ή, ό πει-στι-κός επίθ.: που πείθει: ~ός: λόγος. ~ή: απάντηση/εξήγηση. ~ά: επιχειρήματα. Η ηθοποιός ήταν ~ή στον ρόλο της (πβ. φυσικός). Βλ. παρα~. ● επίρρ.: πειστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. πειστικός] | |
| 39414 | πειστικότητα | πει-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πειστικού: η ~ των επιχειρημάτων. Ενσαρκώνει/υποδύεται με απόλυτη ~ τον ήρωα (πβ. φυσικότητα). Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. πειθώ | |
| 39415 | πείτε | βλ. λέω | |
| 39416 | ΠΕΚ | : (το) Περιφερειακό Επιμορφωτικό Κέντρο. | |
| 39417 | πεκάν | πε-κάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. είδος μικρού καρυδιού με καφέ, λείο και οβάλ κέλυφος, συνήθ. αμερικανικής προέλευσης· κυρ. η εδώδιμη ψίχα του: || (ΖΑΧΑΡ.-ΜΑΓΕΙΡ.) Πίτα ~. Βλ. ξηροί καρποί. [< αμερικ. pecan] | |
| 39418 | πεκινουά | πε-κι-νου-ά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. μικρόσωμο σκυλί ράτσας, με πλούσιο και μακρύ τρίχωμα, πεπλατυσμένη μουσούδα, μεγάλα μάτια, κρεμαστά αυτιά και ουρά που στρέφεται πάνω από τη ράχη. Βλ. κόκερ. [< γαλλ. pékinois, 1923] | |
| 39419 | πεκορίνο | πε-κο-ρί-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό σκληρό κίτρινο τυρί από αιγοπρόβειο γάλα, με αλμυρή και πικάντικη γεύση, το οποίο σερβίρεται συνήθ. τριμμένο. Βλ. παρμεζάνα. [< ιταλ. pecorino] | |
| 39420 | πελαγικός | , ή, ό πε-λα-γι-κός επίθ. (επίσ.): πελαγίσιος: ~ή: αλιεία/τράτα. ~ά: είδη ψαριών (βλ. γαύρος, ξιφίας, σαρδέλα).|| (ΓΕΩΛ.) ~ά: ιζήματα (= που συναντώνται κυρίως στα μεγάλα βάθη). Βλ. βενθικός. [< μτγν. πελαγικός, γαλλ. pélagique, αγγλ. pelagic] | |
| 39421 | πελάγιος | , α, ο πε-λά-γι-ος επίθ. (σπάν.-λόγ.): πελαγίσιος. [< αρχ. πελάγιος] | |
| 39422 | πελαγίσιος | , ια, ιο πε-λα-γί-σιος επίθ.: που σχετίζεται με το πέλαγος: ~ια: αλμύρα/αύρα. ~ιο: αεράκι/κύμα. ~ια: ψάρια. Βλ. παράκτιος, -ίσιος. ΣΥΝ. πελαγικός, πελάγιος | |
| 39423 | πελαγοδρομώ | [πελαγοδρομῶ] πε-λα-γο-δρο-μώ ρ. (αμτβ.) {πελαγοδρομ-είς ..., -ώντας | πελαγοδρόμ-ησα} 1. (μτφ.) ενεργώ χωρίς σειρά ή πρόγραμμα, βρίσκομαι σε αμηχανία ή σύγχυση, χάνω τον ειρμό μου: Μην ~είς άδικα. Ο αναγνώστης ~εί (= αμφιταλαντεύεται) ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Πβ. πελαγώνω, χάνομαι.|| ~ούσε σε αδιέξοδες συνομιλίες. Πβ. απεραντολογώ. 2. (σπάν.) ταξιδεύω σε ανοιχτή θάλασσα. [< 2: μτγν. πελαγοδρομῶ] | |
| 39424 | πέλαγος | πέ-λα-γος ουσ. (ουδ.) {πελάγ-ους | -η} & (λαϊκό-λογοτ.) πέλαγο & πέλαο 1. έκταση αλμυρού ύδατος μικρότερη από τη θάλασσα και τον ωκεανό· γενικότ. η ανοιχτή θάλασσα: το Aιγαίο/Θρακικό/Iόνιο/Κρητικό/Λιβυκό ~ (: ελληνικά ~η). (ΜΕΤΕΩΡ.) Θυελλώδεις άνεμοι πνέουν στα ~η. Βλ. αρχι~.|| Άγριο/αφρισμένο/βαθύ/γαλάζιο/ήρεμο/μαύρο/ταραγμένο/φουρτουνιασμένο ~. Στη μέση του ~ους (= μεσοπέλαγα). Αγναντεύω/ατενίζω το ~. Το πλοίο βγήκε στο ~. Αρμενίζω στο ~. Πβ. πόντος2.|| (μτφ.) Ταξιδεύουν σε γευστικά/μουσικά ~η. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) για καταστάσεις που παρουσιάζουν ένα χαρακτηριστικό σε μεγάλο, έντονο βαθμό: βουτιά στο ~ της αβεβαιότητας. Έχει βυθιστεί στο ~ της σιωπής/φτώχειας. Πλέει σε ~η άγνοιας. ● ΦΡ.: πλέει σε πελάγη ευτυχίας: είναι πανευτυχής: Έγινε πατέρας και ~ ~. Πβ. στον έβδομο ουρανό. [< αρχ. πέλαγος] | |
| 39425 | πελάγρα | πε-λά-γρα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια νόσος που οφείλεται σε έλλειψη νιασίνης και χαρακτηρίζεται από δερματίτιδα, φλεγμονή του βλεννογόνου του στόματος, διάρροια και νευροψυχολογικές διαταραχές. [< ιταλ. pellagra, γαλλ. pellagre] | |
| 39426 | πελάγωμα | πε-λά-γω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): σάστισμα, σύγχυση. [< μεσν. πελάγωμα 'υπερχείλιση'] | |
| 39427 | πελαγώνω | πε-λα-γώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πελάγω-σα, πελαγώ-σω, -μένος, πελαγών-οντας}: βρίσκομαι σε σύγχυση ή αμηχανία: Έχει ~σει με τόσες υποχρεώσεις.|| (σπάν.) Η πολλή δουλειά τον έχει ~σει. Πβ. βραχυκυκλώνω, σαστίζω, τα 'χω χαμένα. [< μτγν. πελαγῶ 'κατακλύζω'] | |
| 39428 | πελάδα | πε-λά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): καλύβα στερεωμένη σε πασσάλους μέσα σε λιμνοθάλασσα: οι ~ες του Μεσολογγίου. | |
| 39429 | πελάζει | πε-λά-ζει ρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: όμοιος ομοίω αεί πελάζει (αρχαιοπρ.-αρνητ. συνυποδ.): ο καθένας επιλέγει να συναναστρέφεται ανθρώπους που του μοιάζουν στον χαρακτήρα. Πβ. βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ, κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι. ΣΥΝ. όμοιος (σ)τον όμοιο κι η κοπριά (σ)τα λάχανα [< αρχ. πελάζω ‘πλησιάζω, προσεγγίζω’] | |
| 39430 | πελαργόνι | πε-λαρ-γό-νι ουσ. (ουδ.) & πελαργόνιο: ΒΟΤ. ποώδες ή θαμνώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Pelargonium) με πολύχρωμα άνθη: ~ο το μεγανθές. Βλ. αρμπαρόριζα, βαμβακούλα, γεράνι. [< ιταλ. pelargonio, γαλλ. pélargonium] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ