Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40020-40040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39431πελαργόςπε-λαρ-γός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμο παρυδάτιο μεταναστευτικό πουλί (επιστ. ονομασ. Ciconia Ciconia) με άσπρο σώμα και ασπρόμαυρες φτερούγες, μακρύ λευκό λαιμό και κόκκινο μυτερό ράμφος, κοντή στρογγυλωπή ουρά και ψηλά πόδια, τα οποία το βοηθούν να ξεκουράζεται στηριζόμενο μόνο στο ένα: λευκός/μαύρος ~. Η φωλιά του ~ού. Βλ. καλοβατικά. ΣΥΝ. λελέκι (2) 2. σε φράσεις σχετικές με τη γέννηση παιδιού ή την εγκυμοσύνη: άφιξη/επίσκεψη του ~ού. Περιμένει τον ~ό (= είναι έγκυος).|| Τα παιδιά τα φέρνει ο ~ (: για δήλωση άγνοιας σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο γίνονται τα παιδιά). [< 1: αρχ. πελαργός]
39432πελατείαπε-λα-τεί-α ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο πελατών: απαιτητική/γυναικεία/εκλεκτή/τοπική/τουριστική ~. Δυνητική/υφιστάμενη ~. Η ~ μιας εταιρείας/ενός καταστήματος. Αποκτώ ~. Έχει εξασφαλισμένη/έτοιμη/μόνιμη/πιστή/σταθερή/τακτική ~. Αύξησε/διατήρησε/κράτησε/έχασε την ~ του. Δεν κατάφερε να προσελκύσει ~. Αναζητά νέα ~. 2. (μτφ.) το σύνολο των ατόμων που διατηρούν πελατειακές σχέσεις με ισχυρό πρόσωπο: η εκλογική/πολιτική ~ (= οι ψηφοφόροι ενός κόμματος ή βουλευτή). [< γαλλ. clientèle]
39433πελατειακός, ή, ό πε-λα-τει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πελατεία, τους πελάτες ή τις πελατειακές σχέσεις: ~ή: βάση (μιας εταιρείας). ~ό: κοινό. ~ές: ανάγκες/απαιτήσεις.|| (μτφ.) ~ή: αντίληψη/λογική. ~ό: κράτος/σύστημα (= ρουσφετολογικό). ~ές: σκοπιμότητες. ~ά: κριτήρια. ~ μηχανισμός (των κομμάτων). ● επίρρ.: πελατειακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πελατειακές σχέσεις: παροχή υπηρεσιών και ποικίλων εξυπηρετήσεων (διορισμών, μεταθέσεων) εκ μέρους πολιτικών προσώπων, με αντάλλαγμα την ψήφο των πολιτών. Βλ. λαϊκισμός, πατρωνία.
39434πελάτηςπε-λά-της ουσ. (αρσ.) {πελατ-ών} , πελάτισσα (η) 1. αγοραστής, καταναλωτής (προϊόντων ή/και υπηρεσιών): απαιτητικός/δύσκολος/εξωτερικός/εσωτερικός/νέος/παλιός/πιστός/συχνός/τακτικός ~. Δυνητικοί ~ες. Οι ~ες του μαγαζιού/του ξενοδοχείου/της τράπεζας (= πελατεία). Ενημέρωση/εξυπηρέτηση/κατάλογος/παράπονα/προσέλκυση/σχόλια/υποστήριξη ~ών. Ο ~ έχει πάντα δίκιο. Είναι ~ μας εδώ και χρόνια. Τον έχασαν από ~η.|| (για πτώση της εμπορικής κίνησης) Δεν μπορεί να σταυρώσει ~η. Κυνηγάει/ψάχνει τους ~ες με το ντουφέκι. Πβ. μουστερής. 2. θαμώνας: οι ~ες των νυχτερινών κέντρων. 3. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που διατηρεί πελατειακές σχέσεις με πολιτικό: οι εκλογικοί ~ες βουλευτή/κόμματος (= εκλογική πελατεία). 4. {μόνο στο αρσ.} (αθλητική αργκό, μειωτ.) ομάδα ή παίκτης που χάνει συστηματικά από ορισμένο αντίπαλο. 5. ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστής που συνδέεται με διακομιστή και χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του: επικοινωνία/συστήματα ~η-εξυπηρετητή. [< αρχ. πελάτης, γαλλ. client 5: αγγλ. client, 1979]
39435πελατοκεντρικός, ή, ό πε-λα-το-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει ως επίκεντρο ενδιαφέροντος και προσοχής τον πελάτη: ~ή: αντίληψη/εξυπηρέτηση/πολιτική/στρατηγική/φιλοσοφία. ~ό: μοντέλο/σύστημα. ~ές: υπηρεσίες. Εταιρεία με ~ό προσανατολισμό/χαρακτήρα. Βλ. -κεντρικός. [< αγγλ. customer-centered/driven]
39436πελατολόγιοπε-λα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): κατάλογος πελατών: Στο ~ της εταιρείας συγκαταλέγονται τράπεζες και επιχειρήσεις. Βλ. διευθυνσιογράφος, -λόγιο.
39437πελεκάνος[πελεκᾶνος] πε-λε-κά-νος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμο υδρόβιο ψαροφάγο πουλί (επιστ. ονομασ. Pelecanus onocrotalus) με λευκό ή ροδαλό φτέρωμα, κοντά πόδια και μακρύ ράμφος, με ένα είδος σάκου στο κάτω μέρος του για τη φύλαξη της τροφής του. Βλ. αργυρο~, ροδο~. [< μτγν. πελεκᾶνος < αρχ. πελεκάν]
39438πελέκημαπε-λέ-κη-μα ουσ. (ουδ.): κατεργασία, χτύπημα με αιχμηρό εργαλείο: το ~ του βράχου/του ξύλου/της πέτρας. Πβ. λάξευση, σκάλισμα. [< μτγν. πελέκημα]
39439πελεκητός, ή, ό πε-λε-κη-τός επίθ.: που έχει πελεκηθεί: ~ή: πέτρα. Πβ. κατεργασμένος, λαξευτός, σκαλιστός. ΑΝΤ. απελέκητος (2) [< μτγν. πελεκητός]
39440πελεκούδιπε-λε-κού-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. πελεκούδ-ια} (λαϊκό): μικρό κομμάτι ξύλου που έχει κοπεί με πελέκημα. Βλ. πριο-, ροκα-νίδι. ΣΥΝ. παρασχίδα, σκλήθρα (2), σχίζα ● ΦΡ.: θα/να καεί το πελεκούδι (μτφ.-προφ.): θα το κάψουμε. [< μεσν. πελεκούδα]
39441πέλεκυςπέ-λε-κυς ουσ. (αρσ.) {πέλεκ-υ κ. πελέκ-εως | -εις} (λόγ.) & (λαϊκό) πελέκι (το) 1. τσεκούρι: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) νεολιθικός/χάλκινος ~. (ιερό σύμβολο στη μινωική Κρήτη) Διπλός ~ (= με δύο λεπίδες). Βλ. μπαλτάς. 2. (μτφ.) επικείμενη απειλή ή τιμωρία: Ο ~ της ανεργίας αιωρείται πάνω από το κεφάλι τους (πβ. δαμόκλειος σπάθη). Υπό τον ~υ της χρεοκοπίας. Επισείουν τον ~υ της απεργίας. Πβ. ρομφαία. ● ΦΡ.: βαρύς ο πέλεκυς (μτφ.): μεγάλη ποινή (φυλάκιση ή πρόστιμο): ~ ~ (της Δικαιοσύνης) για τα επεισόδια. Θα πέσει ~ ~ (πάνω) στους υπεύθυνους. [< αρχ. πέλεκυς]
39442πελεκώ[πελεκῶ] πε-λε-κώ ρ. (μτβ.) {πελεκ-ά ..., -ώντας | πελέκ-ησε, -ιέται, -ήθηκε, -ημένος} & (σπάν.) πελεκάω & (λαϊκό) πελεκίζω: κατεργάζομαι συνήθ. ξύλο ή πέτρα με κοφτερό εργαλείο: ~ησε το μάρμαρο. Πβ. λαξεύω, σκαλίζω. [< αρχ. πελεκῶ, μτγν. πελεκίζω]
39443πελελός, ή, ό πε-λε-λός επίθ. (ιδιωμ.): τρελός. ΣΥΝ. κουζουλός [< μεσν. πελελός]
39444πελερίναπε-λε-ρί-να ουσ. (θηλ.): μπέρτα. [< γαλλ. pèlerine]
39445πέλετπέ-λετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βιοκαύσιμο από υπολείμματα ξύλων που χρησιμοποιείται ως μέσο θέρμανσης. Βλ. σύμπηκτα. [< αγγλ. wood pellet]
39446πελιδνός, ή, ό πε-λιδ-νός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (κυρ. για το χρώμα του προσώπου) χλομός, ωχρός: ~ή: όψη. ~ό: δέρμα. ~ά: χείλη. Πβ. κάτωχρος.|| (μτφ.) ~ό: φως (= ασθενές, υποτονικό). [< αρχ. πελιδνός]
39447πελιδνότηταπε-λιδ-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): χλομάδα, ωχρότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. πελιδνότης]
39448πελίκηπε-λί-κη ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. αποθηκευτικό αγγείο, παραλλαγή του αμφορέα: ερυθρόμορφη ~. [< αρχ. πελίκη]
39449πέλμαπέλ-μα ουσ. (ουδ.) {πέλμ-ατος | -ατα} 1. ΑΝΑΤ. η κάτω επιφάνεια του άκρου ποδιού ανθρώπου ή ζώου: ανθρώπινο ~. Βλ. καμάρα. ΣΥΝ. πατούσα 2. (κατ' επέκτ.) σόλα ή πάτος παπουτσιού: υποδήματα με βαθύ/λείο/μαλακό ~. ~ατα από καουτσούκ/λάστιχο.|| Ανατομικά ~ατα. ~ατα πλατυποδίας. ~ατα σιλικόνης. 3. η κάτω επιφάνεια ενός αντικειμένου, βάση η οποία έρχεται σε επαφή με το έδαφος ή με άλλη επιφάνεια: το ~ του ηλεκτρικού σίδερου/ηλεκτρικής σκούπας. Πλαστικά ~ατα. (Λαστιχένιο) ~ κοντακίου.|| (ΟΙΚΟΔ., το κατώτερο μέρος του πέδιλου) Το (άνω/κάτω) ~ των δοκών.|| (για ελαστικά οχημάτων) ~ έντονης αυλάκωσης/σχήματος "V". Λάστιχα με ασύμμετρο/συμμετρικό/φαρδύ ~. 4. {στον εν.} (μτφ.) καταπίεση: Στενάζουν κάτω από το βαρύ ~ (= την μπότα) του κατακτητή. Πβ. ζυγός. [< 1, 2: αρχ. πέλμα]
39450πελματιαίος, α, ο [πελματιαῖος] πελ-μα-τι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το πέλμα: ~α: απονευρωσίτιδα/επιφάνεια/κάμψη. Βλ. -ιαίος. ΣΥΝ. πελματικός [< γαλλ. plantaire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.