| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39414 | πειστικότητα | πει-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πειστικού: η ~ των επιχειρημάτων. Ενσαρκώνει/υποδύεται με απόλυτη ~ τον ήρωα (πβ. φυσικότητα). Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. πειθώ | |
| 39415 | πείτε | βλ. λέω | |
| 39416 | ΠΕΚ | : (το) Περιφερειακό Επιμορφωτικό Κέντρο. | |
| 39417 | πεκάν | πε-κάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. είδος μικρού καρυδιού με καφέ, λείο και οβάλ κέλυφος, συνήθ. αμερικανικής προέλευσης· κυρ. η εδώδιμη ψίχα του: || (ΖΑΧΑΡ.-ΜΑΓΕΙΡ.) Πίτα ~. Βλ. ξηροί καρποί. [< αμερικ. pecan] | |
| 39418 | πεκινουά | πε-κι-νου-ά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. μικρόσωμο σκυλί ράτσας, με πλούσιο και μακρύ τρίχωμα, πεπλατυσμένη μουσούδα, μεγάλα μάτια, κρεμαστά αυτιά και ουρά που στρέφεται πάνω από τη ράχη. Βλ. κόκερ. [< γαλλ. pékinois, 1923] | |
| 39419 | πεκορίνο | πε-κο-ρί-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό σκληρό κίτρινο τυρί από αιγοπρόβειο γάλα, με αλμυρή και πικάντικη γεύση, το οποίο σερβίρεται συνήθ. τριμμένο. Βλ. παρμεζάνα. [< ιταλ. pecorino] | |
| 39420 | πελαγικός | , ή, ό πε-λα-γι-κός επίθ. (επίσ.): πελαγίσιος: ~ή: αλιεία/τράτα. ~ά: είδη ψαριών (βλ. γαύρος, ξιφίας, σαρδέλα).|| (ΓΕΩΛ.) ~ά: ιζήματα (= που συναντώνται κυρίως στα μεγάλα βάθη). Βλ. βενθικός. [< μτγν. πελαγικός, γαλλ. pélagique, αγγλ. pelagic] | |
| 39421 | πελάγιος | , α, ο πε-λά-γι-ος επίθ. (σπάν.-λόγ.): πελαγίσιος. [< αρχ. πελάγιος] | |
| 39422 | πελαγίσιος | , ια, ιο πε-λα-γί-σιος επίθ.: που σχετίζεται με το πέλαγος: ~ια: αλμύρα/αύρα. ~ιο: αεράκι/κύμα. ~ια: ψάρια. Βλ. παράκτιος, -ίσιος. ΣΥΝ. πελαγικός, πελάγιος | |
| 39423 | πελαγοδρομώ | [πελαγοδρομῶ] πε-λα-γο-δρο-μώ ρ. (αμτβ.) {πελαγοδρομ-είς ..., -ώντας | πελαγοδρόμ-ησα} 1. (μτφ.) ενεργώ χωρίς σειρά ή πρόγραμμα, βρίσκομαι σε αμηχανία ή σύγχυση, χάνω τον ειρμό μου: Μην ~είς άδικα. Ο αναγνώστης ~εί (= αμφιταλαντεύεται) ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Πβ. πελαγώνω, χάνομαι.|| ~ούσε σε αδιέξοδες συνομιλίες. Πβ. απεραντολογώ. 2. (σπάν.) ταξιδεύω σε ανοιχτή θάλασσα. [< 2: μτγν. πελαγοδρομῶ] | |
| 39425 | πελάγρα | πε-λά-γρα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια νόσος που οφείλεται σε έλλειψη νιασίνης και χαρακτηρίζεται από δερματίτιδα, φλεγμονή του βλεννογόνου του στόματος, διάρροια και νευροψυχολογικές διαταραχές. [< ιταλ. pellagra, γαλλ. pellagre] | |
| 39426 | πελάγωμα | πε-λά-γω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): σάστισμα, σύγχυση. [< μεσν. πελάγωμα 'υπερχείλιση'] | |
| 39427 | πελαγώνω | πε-λα-γώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πελάγω-σα, πελαγώ-σω, -μένος, πελαγών-οντας}: βρίσκομαι σε σύγχυση ή αμηχανία: Έχει ~σει με τόσες υποχρεώσεις.|| (σπάν.) Η πολλή δουλειά τον έχει ~σει. Πβ. βραχυκυκλώνω, σαστίζω, τα 'χω χαμένα. [< μτγν. πελαγῶ 'κατακλύζω'] | |
| 39428 | πελάδα | πε-λά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): καλύβα στερεωμένη σε πασσάλους μέσα σε λιμνοθάλασσα: οι ~ες του Μεσολογγίου. | |
| 39429 | πελάζει | πε-λά-ζει ρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: όμοιος ομοίω αεί πελάζει (αρχαιοπρ.-αρνητ. συνυποδ.): ο καθένας επιλέγει να συναναστρέφεται ανθρώπους που του μοιάζουν στον χαρακτήρα. Πβ. βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ, κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι. ΣΥΝ. όμοιος (σ)τον όμοιο κι η κοπριά (σ)τα λάχανα [< αρχ. πελάζω ‘πλησιάζω, προσεγγίζω’] | |
| 39430 | πελαργόνι | πε-λαρ-γό-νι ουσ. (ουδ.) & πελαργόνιο: ΒΟΤ. ποώδες ή θαμνώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Pelargonium) με πολύχρωμα άνθη: ~ο το μεγανθές. Βλ. αρμπαρόριζα, βαμβακούλα, γεράνι. [< ιταλ. pelargonio, γαλλ. pélargonium] | |
| 39431 | πελαργός | πε-λαρ-γός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμο παρυδάτιο μεταναστευτικό πουλί (επιστ. ονομασ. Ciconia Ciconia) με άσπρο σώμα και ασπρόμαυρες φτερούγες, μακρύ λευκό λαιμό και κόκκινο μυτερό ράμφος, κοντή στρογγυλωπή ουρά και ψηλά πόδια, τα οποία το βοηθούν να ξεκουράζεται στηριζόμενο μόνο στο ένα: λευκός/μαύρος ~. Η φωλιά του ~ού. Βλ. καλοβατικά. ΣΥΝ. λελέκι (2) 2. σε φράσεις σχετικές με τη γέννηση παιδιού ή την εγκυμοσύνη: άφιξη/επίσκεψη του ~ού. Περιμένει τον ~ό (= είναι έγκυος).|| Τα παιδιά τα φέρνει ο ~ (: για δήλωση άγνοιας σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο γίνονται τα παιδιά). [< 1: αρχ. πελαργός] | |
| 39432 | πελατεία | πε-λα-τεί-α ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο πελατών: απαιτητική/γυναικεία/εκλεκτή/τοπική/τουριστική ~. Δυνητική/υφιστάμενη ~. Η ~ μιας εταιρείας/ενός καταστήματος. Αποκτώ ~. Έχει εξασφαλισμένη/έτοιμη/μόνιμη/πιστή/σταθερή/τακτική ~. Αύξησε/διατήρησε/κράτησε/έχασε την ~ του. Δεν κατάφερε να προσελκύσει ~. Αναζητά νέα ~. 2. (μτφ.) το σύνολο των ατόμων που διατηρούν πελατειακές σχέσεις με ισχυρό πρόσωπο: η εκλογική/πολιτική ~ (= οι ψηφοφόροι ενός κόμματος ή βουλευτή). [< γαλλ. clientèle] | |
| 39433 | πελατειακός | , ή, ό πε-λα-τει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πελατεία, τους πελάτες ή τις πελατειακές σχέσεις: ~ή: βάση (μιας εταιρείας). ~ό: κοινό. ~ές: ανάγκες/απαιτήσεις.|| (μτφ.) ~ή: αντίληψη/λογική. ~ό: κράτος/σύστημα (= ρουσφετολογικό). ~ές: σκοπιμότητες. ~ά: κριτήρια. ~ μηχανισμός (των κομμάτων). ● επίρρ.: πελατειακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πελατειακές σχέσεις: παροχή υπηρεσιών και ποικίλων εξυπηρετήσεων (διορισμών, μεταθέσεων) εκ μέρους πολιτικών προσώπων, με αντάλλαγμα την ψήφο των πολιτών. Βλ. λαϊκισμός, πατρωνία. | |
| 39434 | πελάτης | πε-λά-της ουσ. (αρσ.) {πελατ-ών} , πελάτισσα (η) 1. αγοραστής, καταναλωτής (προϊόντων ή/και υπηρεσιών): απαιτητικός/δύσκολος/εξωτερικός/εσωτερικός/νέος/παλιός/πιστός/συχνός/τακτικός ~. Δυνητικοί ~ες. Οι ~ες του μαγαζιού/του ξενοδοχείου/της τράπεζας (= πελατεία). Ενημέρωση/εξυπηρέτηση/κατάλογος/παράπονα/προσέλκυση/σχόλια/υποστήριξη ~ών. Ο ~ έχει πάντα δίκιο. Είναι ~ μας εδώ και χρόνια. Τον έχασαν από ~η.|| (για πτώση της εμπορικής κίνησης) Δεν μπορεί να σταυρώσει ~η. Κυνηγάει/ψάχνει τους ~ες με το ντουφέκι. Πβ. μουστερής. 2. θαμώνας: οι ~ες των νυχτερινών κέντρων. 3. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που διατηρεί πελατειακές σχέσεις με πολιτικό: οι εκλογικοί ~ες βουλευτή/κόμματος (= εκλογική πελατεία). 4. {μόνο στο αρσ.} (αθλητική αργκό, μειωτ.) ομάδα ή παίκτης που χάνει συστηματικά από ορισμένο αντίπαλο. 5. ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστής που συνδέεται με διακομιστή και χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του: επικοινωνία/συστήματα ~η-εξυπηρετητή. [< αρχ. πελάτης, γαλλ. client 5: αγγλ. client, 1979] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ