| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39451 | πελματικός | , ή, ό πελ-μα-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. πελματιαίος. [< μεσν. πελματικός] | |
| 39452 | πελματογράφημα | πελ-μα-το-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καταγραφή και απεικόνιση των πιέσεων και δυνάμεων που ασκούνται στα ανθρώπινα πέλματα μέσω πελματογράφου, για την αναγνώριση τυχόν παθήσεων των ποδιών και τη δημιουργία ορθοπαιδικών πάτων: δυναμικό/στατικό ~. Βλ. -γράφημα, ποδολογία, πρηνισμός. | |
| 39453 | πελματογράφος | πελ-μα-το-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. συσκευή με την οποία γίνεται το πελματογράφημα: ψηφιακός ~. Βλ. -γράφος. | |
| 39454 | πελοποννησιακός | , ή, ό πε-λο-πον-νη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Πελοπόννησο ή/και τους Πελοποννήσιους: ~ός: οίνος. ~ό: Λαογραφικό Ίδρυμα. ~ά: παράλια.|| (ΙΣΤ.) Ο ~ός πόλεμος (431 π.Χ.-404 π.Χ.). ~ή: Γερουσία/Συμμαχία. [< μτγν. Πελοποννησιακός] | |
| 39455 | Πελοποννήσιος, Πελοποννήσια | Πε-λο-πον-νή-σι-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Πελοπόννησο. [< αρχ. Πελοποννήσιος] | |
| 39456 | πέλος | πέ-λος ουσ. (ουδ.): χνούδι στην επιφάνεια χαλιών και υφασμάτων που τοποθετείται σε αυτά κατά τη δημιουργία τους. [< ιταλ. pelo] | |
| 39457 | πελότα | πε-λό-τα ουσ. (θηλ.) 1. μικρό μαξιλαράκι που το χρησιμοποιούν κυρ. οι ράφτες και οι μοδίστρες, για να στερεώνουν βελόνες ή καρφίτσες. 2. ΑΘΛ. παιχνίδι που προέρχεται από τη χώρα των Βάσκων και παίζεται με μικρή μπάλα, την οποία οι παίκτες, φορώντας ειδικά γάντια ή με ρακέτα, πετούν σε ειδικά διαμορφωμένο τοίχο. Βλ. κρίκετ, μπέιζμπολ. [< 1: γαλλ. pelote 2: ισπ. pelota] | |
| 39458 | πελούζα | πε-λού-ζα ουσ. (θηλ.): γκαζόν. [< γαλλ. pelouse] | |
| 39459 | πελτές | πελ-τές ουσ. (αρσ.) & μπελτές ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. 1. συμπυκνωμένος πολτός ντομάτας. ΣΥΝ. ντοματοπελτές & ντοματοπολτός 2. γλύκισμα από πολτό φρούτων και ζάχαρη που έχει πήξει: κυδώνι ~. Πβ. ζελέ, μαρμελάδα. [< τουρκ. pelte] | |
| 39460 | πελώριος | , α, ο πε-λώ-ρι-ος επίθ.: τεράστιος, γιγάντιος: ~ο: άγαλμα/κτίσμα. Πβ. θεόρατος, κολοσσιαίος.|| (μτφ.) ~ο: λάθος (πβ. μεγάλος)/χαμόγελο (πβ. πλατύς). [< αρχ. πελώριος] | |
| 39461 | Πέμπτη | Πέ-μπτη [πρόφ. pémpti κ. pémti] ουσ. (θηλ.): η πέμπτη ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή) και τέταρτη εργάσιμη. Βλ. Δευτέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Πέμπτη (συντομ. Μ. Πέμπτη): ΕΚΚΛΗΣ. η Πέμπτη της Μεγάλης Εβδομάδας. [< μτγν. Πέμπτη] | |
| 39462 | πεμπτημόριο | πε-μπτη-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): το ένα πέμπτο, καθένα από τα πέντε ίσα μέρη ενός συνόλου. Βλ. τεταρτημόριο. [< αρχ. πεμπτημόριον] | |
| 39463 | πέμπτος | , η, ο πέ-μπτος αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 5ος, Ε' ή ε', V): που σε μια σειρά από πρόσωπα ή πράγματα κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό πέντε: ~ος: γύρος/τόμος. ~η: ενότητα/χρονιά. ~ο: κεφάλαιο. ~ης γενιάς/κατηγορίας. Ναός του ~ου αιώνα π.Χ. Για ~η (συνεχή) φορά. Βγήκε/ήρθε/τερμάτισε ~.|| (ως ουσ.) Συνελήφθη και ο ~ του κυκλώματος. ● Ουσ.: πέμπτη (η) 1. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Π) ενν. τάξη του δημοτικού σχολείου (σύμβ. Ε΄). 2. ενν. ταχύτητα οχήματος: Έβαλε (την) ~ και προσπέρασε. Βλ. πρώτη. 3. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού. Βλ. δευτέρα. 4. ΜΟΥΣ. διάστημα πέντε φθόγγων που περιέχει τρεις τόνους και ένα ημιτόνιο. Βλ. τρίτη., πέμπτο (το): καθένα από τα πέντε ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ του πληθυσμού., πέμπτος (ο) 1. ενν. όροφος. 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Μάιος: στις 2/5 (: δύο ~ου). ● επίρρ.: πέμπτον (λόγ.): για να δηλωθεί ότι το αναφερόμενο στοιχείο βρίσκεται στην πέμπτη θέση σε μια απαρίθμηση, επιχειρηματολογία: (κατά) πρώτον ..., (κατά) δεύτερον ..., (...) και (κατά) ~ ... Βλ. -ον2. ● ΣΥΜΠΛ.: πέμπτη φάλαγγα βλ. φάλαγγα1 [< αρχ. πέμπτος] | |
| 39464 | πεμπτουσία | πε-μπτου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) η βαθύτερη ουσία: η ~ της δημιουργίας/της δημοκρατίας/της ζωής/της τέχνης/της ύπαρξης. Πβ. απόσταγμα. 2. ΦΙΛΟΣ. ο αιθέρας ως το πέμπτο στοιχείο της φύσης. [< 1: γαλλ. quintessence 2: μτγν. πέμπτη οὐσία] | |
| 39465 | πεμπτοφαλαγγίτης | πε-μπτο-φα-λαγ-γί-της ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ανήκει στην πέμπτη φάλαγγα· κατ' επέκτ. προδότης, υπονομευτής. Πβ. πουρκουάς. Βλ. -ίτης1. [< πβ. αγγλ. fifth columnist] | |
| 39466 | πεμπτοφαλαγγίτικος | , η, ο πε-μπτο-φα-λαγ-γί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την πέμπτη φάλαγγα ή τον πεμπτοφαλαγγίτη. Βλ. -ίτικος. | |
| 39467 | πέμπω | πέ-μπω ρ. (μτβ.) {έπεμ-ψε, πέμψει, πέμφθηκε, πεμφθεί} (λόγ.): στέλνω. Βλ. παρα~, προ~. [< αρχ. πέμπω] | |
| 39468 | πέμφιγα | πέμ-φι-γα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαρύ και χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα που προκαλεί φουσκάλες στο δέρμα και τους βλεννογόνους: κοινή ~. [< μτγν. πέμφιξ 'οίδημα, φλύκταινα', γαλλ.-αγλλ. pemphigus] | |
| 39469 | πεμφιγοειδές | πεμ-φι-γο-ει-δές ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ομάδα αυτοάνοσων νοσημάτων που μοιάζουν με την πέμφιγα: καλόηθες/ουλώδες/πομφολυγώδες ~. [< αγγλ. pemphigoid, γαλλ. pemphigoïde] | |
| 39470 | πέμψη | πέμ-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): αποστολή: Η ~ του Αγίου Πνεύματος. [< μτγν. πέμψις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ