Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40040-40060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39435πελατοκεντρικός, ή, ό πε-λα-το-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει ως επίκεντρο ενδιαφέροντος και προσοχής τον πελάτη: ~ή: αντίληψη/εξυπηρέτηση/πολιτική/στρατηγική/φιλοσοφία. ~ό: μοντέλο/σύστημα. ~ές: υπηρεσίες. Εταιρεία με ~ό προσανατολισμό/χαρακτήρα. Βλ. -κεντρικός. [< αγγλ. customer-centered/driven]
39436πελατολόγιοπε-λα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): κατάλογος πελατών: Στο ~ της εταιρείας συγκαταλέγονται τράπεζες και επιχειρήσεις. Βλ. διευθυνσιογράφος, -λόγιο.
39437πελεκάνος[πελεκᾶνος] πε-λε-κά-νος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμο υδρόβιο ψαροφάγο πουλί (επιστ. ονομασ. Pelecanus onocrotalus) με λευκό ή ροδαλό φτέρωμα, κοντά πόδια και μακρύ ράμφος, με ένα είδος σάκου στο κάτω μέρος του για τη φύλαξη της τροφής του. Βλ. αργυρο~, ροδο~. [< μτγν. πελεκᾶνος < αρχ. πελεκάν]
39438πελέκημαπε-λέ-κη-μα ουσ. (ουδ.): κατεργασία, χτύπημα με αιχμηρό εργαλείο: το ~ του βράχου/του ξύλου/της πέτρας. Πβ. λάξευση, σκάλισμα. [< μτγν. πελέκημα]
39439πελεκητός, ή, ό πε-λε-κη-τός επίθ.: που έχει πελεκηθεί: ~ή: πέτρα. Πβ. κατεργασμένος, λαξευτός, σκαλιστός. ΑΝΤ. απελέκητος (2) [< μτγν. πελεκητός]
39440πελεκούδιπε-λε-κού-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. πελεκούδ-ια} (λαϊκό): μικρό κομμάτι ξύλου που έχει κοπεί με πελέκημα. Βλ. πριο-, ροκα-νίδι. ΣΥΝ. παρασχίδα, σκλήθρα (2), σχίζα ● ΦΡ.: θα/να καεί το πελεκούδι (μτφ.-προφ.): θα το κάψουμε. [< μεσν. πελεκούδα]
39441πέλεκυςπέ-λε-κυς ουσ. (αρσ.) {πέλεκ-υ κ. πελέκ-εως | -εις} (λόγ.) & (λαϊκό) πελέκι (το) 1. τσεκούρι: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) νεολιθικός/χάλκινος ~. (ιερό σύμβολο στη μινωική Κρήτη) Διπλός ~ (= με δύο λεπίδες). Βλ. μπαλτάς. 2. (μτφ.) επικείμενη απειλή ή τιμωρία: Ο ~ της ανεργίας αιωρείται πάνω από το κεφάλι τους (πβ. δαμόκλειος σπάθη). Υπό τον ~υ της χρεοκοπίας. Επισείουν τον ~υ της απεργίας. Πβ. ρομφαία. ● ΦΡ.: βαρύς ο πέλεκυς (μτφ.): μεγάλη ποινή (φυλάκιση ή πρόστιμο): ~ ~ (της Δικαιοσύνης) για τα επεισόδια. Θα πέσει ~ ~ (πάνω) στους υπεύθυνους. [< αρχ. πέλεκυς]
39442πελεκώ[πελεκῶ] πε-λε-κώ ρ. (μτβ.) {πελεκ-ά ..., -ώντας | πελέκ-ησε, -ιέται, -ήθηκε, -ημένος} & (σπάν.) πελεκάω & (λαϊκό) πελεκίζω: κατεργάζομαι συνήθ. ξύλο ή πέτρα με κοφτερό εργαλείο: ~ησε το μάρμαρο. Πβ. λαξεύω, σκαλίζω. [< αρχ. πελεκῶ, μτγν. πελεκίζω]
39443πελελός, ή, ό πε-λε-λός επίθ. (ιδιωμ.): τρελός. ΣΥΝ. κουζουλός [< μεσν. πελελός]
39444πελερίναπε-λε-ρί-να ουσ. (θηλ.): μπέρτα. [< γαλλ. pèlerine]
39445πέλετπέ-λετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βιοκαύσιμο από υπολείμματα ξύλων που χρησιμοποιείται ως μέσο θέρμανσης. Βλ. σύμπηκτα. [< αγγλ. wood pellet]
39446πελιδνός, ή, ό πε-λιδ-νός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (κυρ. για το χρώμα του προσώπου) χλομός, ωχρός: ~ή: όψη. ~ό: δέρμα. ~ά: χείλη. Πβ. κάτωχρος.|| (μτφ.) ~ό: φως (= ασθενές, υποτονικό). [< αρχ. πελιδνός]
39447πελιδνότηταπε-λιδ-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): χλομάδα, ωχρότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. πελιδνότης]
39448πελίκηπε-λί-κη ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. αποθηκευτικό αγγείο, παραλλαγή του αμφορέα: ερυθρόμορφη ~. [< αρχ. πελίκη]
39449πέλμαπέλ-μα ουσ. (ουδ.) {πέλμ-ατος | -ατα} 1. ΑΝΑΤ. η κάτω επιφάνεια του άκρου ποδιού ανθρώπου ή ζώου: ανθρώπινο ~. Βλ. καμάρα. ΣΥΝ. πατούσα 2. (κατ' επέκτ.) σόλα ή πάτος παπουτσιού: υποδήματα με βαθύ/λείο/μαλακό ~. ~ατα από καουτσούκ/λάστιχο.|| Ανατομικά ~ατα. ~ατα πλατυποδίας. ~ατα σιλικόνης. 3. η κάτω επιφάνεια ενός αντικειμένου, βάση η οποία έρχεται σε επαφή με το έδαφος ή με άλλη επιφάνεια: το ~ του ηλεκτρικού σίδερου/ηλεκτρικής σκούπας. Πλαστικά ~ατα. (Λαστιχένιο) ~ κοντακίου.|| (ΟΙΚΟΔ., το κατώτερο μέρος του πέδιλου) Το (άνω/κάτω) ~ των δοκών.|| (για ελαστικά οχημάτων) ~ έντονης αυλάκωσης/σχήματος "V". Λάστιχα με ασύμμετρο/συμμετρικό/φαρδύ ~. 4. {στον εν.} (μτφ.) καταπίεση: Στενάζουν κάτω από το βαρύ ~ (= την μπότα) του κατακτητή. Πβ. ζυγός. [< 1, 2: αρχ. πέλμα]
39450πελματιαίος, α, ο [πελματιαῖος] πελ-μα-τι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το πέλμα: ~α: απονευρωσίτιδα/επιφάνεια/κάμψη. Βλ. -ιαίος. ΣΥΝ. πελματικός [< γαλλ. plantaire]
39451πελματικός, ή, ό πελ-μα-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. πελματιαίος. [< μεσν. πελματικός]
39452πελματογράφημαπελ-μα-το-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καταγραφή και απεικόνιση των πιέσεων και δυνάμεων που ασκούνται στα ανθρώπινα πέλματα μέσω πελματογράφου, για την αναγνώριση τυχόν παθήσεων των ποδιών και τη δημιουργία ορθοπαιδικών πάτων: δυναμικό/στατικό ~. Βλ. -γράφημα, ποδολογία, πρηνισμός.
39453πελματογράφοςπελ-μα-το-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. συσκευή με την οποία γίνεται το πελματογράφημα: ψηφιακός ~. Βλ. -γράφος.
39454πελοποννησιακός, ή, ό πε-λο-πον-νη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Πελοπόννησο ή/και τους Πελοποννήσιους: ~ός: οίνος. ~ό: Λαογραφικό Ίδρυμα. ~ά: παράλια.|| (ΙΣΤ.) Ο ~ός πόλεμος (431 π.Χ.-404 π.Χ.). ~ή: Γερουσία/Συμμαχία. [< μτγν. Πελοποννησιακός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.