| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39455 | Πελοποννήσιος, Πελοποννήσια | Πε-λο-πον-νή-σι-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Πελοπόννησο. [< αρχ. Πελοποννήσιος] | |
| 39456 | πέλος | πέ-λος ουσ. (ουδ.): χνούδι στην επιφάνεια χαλιών και υφασμάτων που τοποθετείται σε αυτά κατά τη δημιουργία τους. [< ιταλ. pelo] | |
| 39457 | πελότα | πε-λό-τα ουσ. (θηλ.) 1. μικρό μαξιλαράκι που το χρησιμοποιούν κυρ. οι ράφτες και οι μοδίστρες, για να στερεώνουν βελόνες ή καρφίτσες. 2. ΑΘΛ. παιχνίδι που προέρχεται από τη χώρα των Βάσκων και παίζεται με μικρή μπάλα, την οποία οι παίκτες, φορώντας ειδικά γάντια ή με ρακέτα, πετούν σε ειδικά διαμορφωμένο τοίχο. Βλ. κρίκετ, μπέιζμπολ. [< 1: γαλλ. pelote 2: ισπ. pelota] | |
| 39458 | πελούζα | πε-λού-ζα ουσ. (θηλ.): γκαζόν. [< γαλλ. pelouse] | |
| 39459 | πελτές | πελ-τές ουσ. (αρσ.) & μπελτές ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. 1. συμπυκνωμένος πολτός ντομάτας. ΣΥΝ. ντοματοπελτές & ντοματοπολτός 2. γλύκισμα από πολτό φρούτων και ζάχαρη που έχει πήξει: κυδώνι ~. Πβ. ζελέ, μαρμελάδα. [< τουρκ. pelte] | |
| 39460 | πελώριος | , α, ο πε-λώ-ρι-ος επίθ.: τεράστιος, γιγάντιος: ~ο: άγαλμα/κτίσμα. Πβ. θεόρατος, κολοσσιαίος.|| (μτφ.) ~ο: λάθος (πβ. μεγάλος)/χαμόγελο (πβ. πλατύς). [< αρχ. πελώριος] | |
| 39461 | Πέμπτη | Πέ-μπτη [πρόφ. pémpti κ. pémti] ουσ. (θηλ.): η πέμπτη ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή) και τέταρτη εργάσιμη. Βλ. Δευτέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Πέμπτη (συντομ. Μ. Πέμπτη): ΕΚΚΛΗΣ. η Πέμπτη της Μεγάλης Εβδομάδας. [< μτγν. Πέμπτη] | |
| 39462 | πεμπτημόριο | πε-μπτη-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): το ένα πέμπτο, καθένα από τα πέντε ίσα μέρη ενός συνόλου. Βλ. τεταρτημόριο. [< αρχ. πεμπτημόριον] | |
| 39463 | πέμπτος | , η, ο πέ-μπτος αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 5ος, Ε' ή ε', V): που σε μια σειρά από πρόσωπα ή πράγματα κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό πέντε: ~ος: γύρος/τόμος. ~η: ενότητα/χρονιά. ~ο: κεφάλαιο. ~ης γενιάς/κατηγορίας. Ναός του ~ου αιώνα π.Χ. Για ~η (συνεχή) φορά. Βγήκε/ήρθε/τερμάτισε ~.|| (ως ουσ.) Συνελήφθη και ο ~ του κυκλώματος. ● Ουσ.: πέμπτη (η) 1. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Π) ενν. τάξη του δημοτικού σχολείου (σύμβ. Ε΄). 2. ενν. ταχύτητα οχήματος: Έβαλε (την) ~ και προσπέρασε. Βλ. πρώτη. 3. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού. Βλ. δευτέρα. 4. ΜΟΥΣ. διάστημα πέντε φθόγγων που περιέχει τρεις τόνους και ένα ημιτόνιο. Βλ. τρίτη., πέμπτο (το): καθένα από τα πέντε ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ του πληθυσμού., πέμπτος (ο) 1. ενν. όροφος. 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Μάιος: στις 2/5 (: δύο ~ου). ● επίρρ.: πέμπτον (λόγ.): για να δηλωθεί ότι το αναφερόμενο στοιχείο βρίσκεται στην πέμπτη θέση σε μια απαρίθμηση, επιχειρηματολογία: (κατά) πρώτον ..., (κατά) δεύτερον ..., (...) και (κατά) ~ ... Βλ. -ον2. ● ΣΥΜΠΛ.: πέμπτη φάλαγγα βλ. φάλαγγα1 [< αρχ. πέμπτος] | |
| 39464 | πεμπτουσία | πε-μπτου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) η βαθύτερη ουσία: η ~ της δημιουργίας/της δημοκρατίας/της ζωής/της τέχνης/της ύπαρξης. Πβ. απόσταγμα. 2. ΦΙΛΟΣ. ο αιθέρας ως το πέμπτο στοιχείο της φύσης. [< 1: γαλλ. quintessence 2: μτγν. πέμπτη οὐσία] | |
| 39465 | πεμπτοφαλαγγίτης | πε-μπτο-φα-λαγ-γί-της ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ανήκει στην πέμπτη φάλαγγα· κατ' επέκτ. προδότης, υπονομευτής. Πβ. πουρκουάς. Βλ. -ίτης1. [< πβ. αγγλ. fifth columnist] | |
| 39466 | πεμπτοφαλαγγίτικος | , η, ο πε-μπτο-φα-λαγ-γί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την πέμπτη φάλαγγα ή τον πεμπτοφαλαγγίτη. Βλ. -ίτικος. | |
| 39467 | πέμπω | πέ-μπω ρ. (μτβ.) {έπεμ-ψε, πέμψει, πέμφθηκε, πεμφθεί} (λόγ.): στέλνω. Βλ. παρα~, προ~. [< αρχ. πέμπω] | |
| 39468 | πέμφιγα | πέμ-φι-γα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαρύ και χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα που προκαλεί φουσκάλες στο δέρμα και τους βλεννογόνους: κοινή ~. [< μτγν. πέμφιξ 'οίδημα, φλύκταινα', γαλλ.-αγλλ. pemphigus] | |
| 39469 | πεμφιγοειδές | πεμ-φι-γο-ει-δές ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ομάδα αυτοάνοσων νοσημάτων που μοιάζουν με την πέμφιγα: καλόηθες/ουλώδες/πομφολυγώδες ~. [< αγγλ. pemphigoid, γαλλ. pemphigoïde] | |
| 39470 | πέμψη | πέμ-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): αποστολή: Η ~ του Αγίου Πνεύματος. [< μτγν. πέμψις] | |
| 39471 | πένα1 | πέ-να ουσ. (θηλ.) 1. κυλινδρικό, μακρόστενο και μυτερό όργανο γραφής ή σχεδίασης, το οποίο είτε γεμίζει με μελάνι, που βγαίνει από μικρό άνοιγμα στην άκρη του, είτε (κυρ. παλαιότ.) βυθίζεται σε μελανοδοχείο: ακριβή/ασημένια/χρυσή ~. (κυρ. παλαιότ.) ~ φτερό. Η μπίλια/(μεταλλική ή πλαστική) μύτη της ~ας. Πβ. γραφίδα, κοντύλι. Βλ. κονδυλοφόρος, στιλό.|| (ΙΑΤΡ.) ~ες ινσουλίνης (: σύστημα χορήγησης ινσουλίνης). 2. (μτφ.) συγγραφική ικανότητα, ύφος, γραφή: η δημοσιογραφική ~. Άνθρωπος της ~ας (πβ. καλαμαράς). Λογοτέχνης με αιχμηρή/γερή/γλαφυρή/δυνατή/εξαιρετική/ευφάνταστη/καυστική ~. ~ που τσακίζει κόκαλα. Ακονίζει την ~ του. 3. ΜΟΥΣ. μικρό τριγωνικό αντικείμενο από εύκαμπτο, συνήθ. πλαστικό υλικό, που χρησιμοποιείται για το παίξιμο νυκτών οργάνων. 4. ΠΛΗΡΟΦ. γραφίδα: ασύρματη/ψηφιακή ~. ~ αφής. 5. ΝΑΥΤ. είδος τριγωνικού ιστίου· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο καΐκι. ● πένες (οι): ΜΑΓΕΙΡ. είδος ζυμαρικών, σε σχήμα μικρών, ραβδωτών ή μη, σωλήνων με τις άκρες τους κομμένες διαγώνια: ~ με ρίγες. ~ες με τέσσερα τυριά. Βλ. ριγκατόνι. [< ιταλ. penne] ● Υποκ.: πενάκι (το) ● ΦΡ.: στην τρίχα/πένα βλ. τρίχα [< 1: μεσν. πένα 1,2,3,5: ιταλ. penna 4: αγγλ. pen] | |
| 39472 | πένα2 | πέ-να ουσ. (θηλ.): νομισματική μονάδα ίση με το ένα εκατοστό της αγγλικής λίρας. [< αγγλ. penny] | |
| 39473 | πεναλτάκιας | πε-ναλ-τά-κιας ουσ. (αρσ.) (ποδοσφαιρική αργκό) 1. διαιτητής που δίνει συχνά πέναλτι. 2. τερματοφύλακας που έχει έφεση στις αποκρούσεις πέναλτι. Βλ. -άκιας. | |
| 39474 | πέναλτι | πέ-ναλ-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) ποινή που καταλογίζεται για παράβαση παίκτη μέσα στη μεγάλη περιοχή της ομάδας του και κυρ. η εκτέλεσή της, που γίνεται από αντίπαλο ποδοσφαιριστή με ελεύθερο λάκτισμα προς το τέρμα από απόσταση έντεκα μέτρων· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη ποινή και βολή και σε άλλα αθλήματα (π.χ. υδατοσφαίριση, χάντμπολ, χόκεϊ): αδιαμφισβήτητο (ΑΝΤ. αμφισβητούμενο)/ανύπαρκτο/εύστοχο/καθαρό/καραμπινάτο/κρίσιμο/πέτσινο ~. Το σημείο του ~ (= η άσπρη βούλα στην οποία τοποθετείται η μπάλα για την εκτέλεση ~). Απόκρουση/επανάληψη (στο)/χτύπημα ~. Έχασαν/κέρδισαν ~. Ο διαιτητής έδωσε/σφύριξε/υπέδειξε ~ σε βάρος/υπέρ της γηπεδούχου.|| (ως παραθετικό σύνθ., ειρων.) ~-εφεύρεση. 2. (γενικότ.) ποινή, κυρ. ως χρηματικό πρόστιμο: ~ πρόωρης εξόδου (στη σύνταξη). ● ΦΡ.: η διαδικασία των πέναλτι & τα πέναλτι: διαδικασία κατά την οποία οι παίκτες των δύο αντίπαλων ομάδων εκτελούν εναλλάξ πέναλτι, σε περιπτώσεις που υπάρχει ισοπαλία μετά την παράταση του αγώνα και απαιτείται η ανάδειξη νικητή για τη λήξη του: η ψυχοφθόρα ~ ~. Το ματς κρίθηκε/οδηγήθηκε στα ~. Η ρώσικη ρουλέτα των ~. [< αγγλ. penalty] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ