| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39471 | πένα1 | πέ-να ουσ. (θηλ.) 1. κυλινδρικό, μακρόστενο και μυτερό όργανο γραφής ή σχεδίασης, το οποίο είτε γεμίζει με μελάνι, που βγαίνει από μικρό άνοιγμα στην άκρη του, είτε (κυρ. παλαιότ.) βυθίζεται σε μελανοδοχείο: ακριβή/ασημένια/χρυσή ~. (κυρ. παλαιότ.) ~ φτερό. Η μπίλια/(μεταλλική ή πλαστική) μύτη της ~ας. Πβ. γραφίδα, κοντύλι. Βλ. κονδυλοφόρος, στιλό.|| (ΙΑΤΡ.) ~ες ινσουλίνης (: σύστημα χορήγησης ινσουλίνης). 2. (μτφ.) συγγραφική ικανότητα, ύφος, γραφή: η δημοσιογραφική ~. Άνθρωπος της ~ας (πβ. καλαμαράς). Λογοτέχνης με αιχμηρή/γερή/γλαφυρή/δυνατή/εξαιρετική/ευφάνταστη/καυστική ~. ~ που τσακίζει κόκαλα. Ακονίζει την ~ του. 3. ΜΟΥΣ. μικρό τριγωνικό αντικείμενο από εύκαμπτο, συνήθ. πλαστικό υλικό, που χρησιμοποιείται για το παίξιμο νυκτών οργάνων. 4. ΠΛΗΡΟΦ. γραφίδα: ασύρματη/ψηφιακή ~. ~ αφής. 5. ΝΑΥΤ. είδος τριγωνικού ιστίου· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο καΐκι. ● πένες (οι): ΜΑΓΕΙΡ. είδος ζυμαρικών, σε σχήμα μικρών, ραβδωτών ή μη, σωλήνων με τις άκρες τους κομμένες διαγώνια: ~ με ρίγες. ~ες με τέσσερα τυριά. Βλ. ριγκατόνι. [< ιταλ. penne] ● Υποκ.: πενάκι (το) ● ΦΡ.: στην τρίχα/πένα βλ. τρίχα [< 1: μεσν. πένα 1,2,3,5: ιταλ. penna 4: αγγλ. pen] | |
| 39472 | πένα2 | πέ-να ουσ. (θηλ.): νομισματική μονάδα ίση με το ένα εκατοστό της αγγλικής λίρας. [< αγγλ. penny] | |
| 39473 | πεναλτάκιας | πε-ναλ-τά-κιας ουσ. (αρσ.) (ποδοσφαιρική αργκό) 1. διαιτητής που δίνει συχνά πέναλτι. 2. τερματοφύλακας που έχει έφεση στις αποκρούσεις πέναλτι. Βλ. -άκιας. | |
| 39474 | πέναλτι | πέ-ναλ-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) ποινή που καταλογίζεται για παράβαση παίκτη μέσα στη μεγάλη περιοχή της ομάδας του και κυρ. η εκτέλεσή της, που γίνεται από αντίπαλο ποδοσφαιριστή με ελεύθερο λάκτισμα προς το τέρμα από απόσταση έντεκα μέτρων· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη ποινή και βολή και σε άλλα αθλήματα (π.χ. υδατοσφαίριση, χάντμπολ, χόκεϊ): αδιαμφισβήτητο (ΑΝΤ. αμφισβητούμενο)/ανύπαρκτο/εύστοχο/καθαρό/καραμπινάτο/κρίσιμο/πέτσινο ~. Το σημείο του ~ (= η άσπρη βούλα στην οποία τοποθετείται η μπάλα για την εκτέλεση ~). Απόκρουση/επανάληψη (στο)/χτύπημα ~. Έχασαν/κέρδισαν ~. Ο διαιτητής έδωσε/σφύριξε/υπέδειξε ~ σε βάρος/υπέρ της γηπεδούχου.|| (ως παραθετικό σύνθ., ειρων.) ~-εφεύρεση. 2. (γενικότ.) ποινή, κυρ. ως χρηματικό πρόστιμο: ~ πρόωρης εξόδου (στη σύνταξη). ● ΦΡ.: η διαδικασία των πέναλτι & τα πέναλτι: διαδικασία κατά την οποία οι παίκτες των δύο αντίπαλων ομάδων εκτελούν εναλλάξ πέναλτι, σε περιπτώσεις που υπάρχει ισοπαλία μετά την παράταση του αγώνα και απαιτείται η ανάδειξη νικητή για τη λήξη του: η ψυχοφθόρα ~ ~. Το ματς κρίθηκε/οδηγήθηκε στα ~. Η ρώσικη ρουλέτα των ~. [< αγγλ. penalty] | |
| 39476 | πένες | βλ. πένα | |
| 39477 | πενετρόμετρο | πε-νε-τρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο για τη μέτρηση της στερεότητας ή πυκνότητας σώματος: δυναμικό/στατικό ~. ~ εδάφους. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. penetrometer, 1905, γαλλ. pénétromètre, περ. 1950] | |
| 39478 | πενήντα | πε-νή-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο αριθμός 50, σύνολο που αποτελείται από 50 μέρη, μονάδες: ~ διά δύο. ~ τοις εκατό (50%).|| (ως επίθ.) ~ εκατοστά/ευρώ/χρόνια. ΣΥΝ. πεντήκοντα 2. (προφ.) πεντηκοστός: σελίδα ~. Πέναλτι στο ~ (ενν. λεπτό του αγώνα). ● Ουσ.: πενήντα (το) 1. ο ακέραιος αριθμός 50, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: από το ένα μέχρι το ~. Το κοντέρ έπιασε τα ~. (: τα ~ χιλιόμετρα την ώρα).|| Μένει στο ~ (: στο νούμερο 50 της οδού ...). 2. το 1950: η δεκαετία του ~. 3. (+ τα/στα) η ηλικία των πενήντα περίπου ετών: Έκλεισε/πάτησε τα ~. Πέθανε στα ~. ● ΦΡ.: πενήντα πενήντα: μισά μισά: Οι πιθανότητες να κερδίσει είναι ~ ~. ΣΥΝ. φίφτι φίφτι [< μεσν. πενήντα] | |
| 39479 | πενηντα- & πενηντά- | & πενήντ-: α' συνθετικό επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο αποτελείται από πενήντα μέρη ή είναι πενήντα φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: πενηντά-λεπτος/~χρονος.|| Πενηντα-πλάσιος. Βλ. εικοσα-. | |
| 39480 | πενηντάευρο | [πενηντάευρο] πε-νη-ντά-ευ-ρο ουσ. (ουδ.) & πενηντάευρω (προφ.): πενηντάρικο. ΣΥΝ. πενηντάρι (2) | |
| 39481 | πενηντάλεπτος | , η, ο πε-νη-ντά-λε-πτος επίθ.: που έχει διάρκεια πενήντα λεπτών: ~η: ομιλία. ~ο: διάλειμμα. Βλ. -λεπτος. ● Ουσ.: πενηντάλεπτο (το) {-ου (λόγ.) -έπτου} 1. το αντίστοιχο χρονικό διάστημα. Βλ. δεκάλεπτο. 2. νόμισμα αξίας πενήντα λεπτών. Βλ. δί-, πεντά-λεπτο. | |
| 39482 | πενηντάρης, πενηντάρα | πε-νη-ντά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.) 1. πρόσωπο ηλικίας πενήντα περ. ετών: καλοστεκούμενος ~ης. Κομψή ~α.|| (ως επίθ.) ~ης: άνδρας (= πενηντάχρονος). 2. (για μέγεθος, ποσό) πενήντα μονάδων: ~α: πισίνα (= ολυμπιακών διαστάσεων). Πλήρωσα μια ~α (= πενήντα ευρώ). [< μεσν. πενηντάρης 'αξιωματούχος που ασκούσε εξουσία σε πενήντα άνδρες'] | |
| 39483 | πενηντάρι | πε-νη-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σύνολο πενήντα όμοιων μονάδων: Η κούρσα κρίθηκε στο τελευταίο ~. 2. πενηντάρικο: Πλήρωσα ένα ~ στο σούπερ-μάρκετ.|| (ως επίθ.) Ένα ~ ευρώ. ΣΥΝ. πενηντάευρο ● Υποκ.: πενηνταράκι (το) [< μεσν. πενηντάρι] | |
| 39484 | πενηνταρίζω | πε-νη-ντα-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {πενηντάρισα} (προφ.): γίνομαι πενήντα ετών, κλείνω τα πενήντα. | |
| 39485 | πενηντάρικο | πε-νη-ντά-ρι-κο ουσ. (ουδ.): χαρτονόμισμα αξίας πενήντα ευρώ. ΣΥΝ. πενηντάευρο, πενηντάρι (2) | |
| 39486 | πενηντάχρονος | , η, ο βλ. πενηντα-, -χρονος | |
| 39487 | πένης | πέ-νης ουσ. (αρσ.) {πέν-ητος, -ητα | -ητες} (λόγ.): φτωχός. ● ΦΡ.: ανέστιος και πένης βλ. ανέστιος [< αρχ. πένης] | |
| 39488 | πενθ- | βλ. πεντα- | |
| 39489 | πενθήμερος | , η, ο πεν-θή-με-ρος επίθ. & (προφ.) πενταήμερος: που έχει διάρκεια πέντε ημερών: ~η: άδεια/απεργία/επίσκεψη/εργασία. ~ο: αφιέρωμα. Βλ. δεκα~, -ήμερος. ● Ουσ.: πενθήμερο (το): διάστημα πέντε ημερών: εορταστικό ~. ~ εκδηλώσεων.|| Δουλεύω ~. Βλ. εργάσιμη εβδομάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: πενθήμερη εκδρομή βλ. εκδρομή [< μτγν. πενθήμερος] | |
| 39490 | πενθηφορώ | βλ. πενθοφορώ | |
| 39491 | πένθιμος | , η, ο πέν-θι-μος επίθ.: που σχετίζεται με το πένθος· κατ' επέκτ. θλιμμένος: ~η: λιτανεία (του Επιταφίου)/πομπή/ωδή. ~ο: εμβατήριο/κλίμα/στεφάνι/ύφος. ~α: ρούχα. Ο ~ ήχος της καμπάνας. Πβ. θρηνητικός, λυπητερός. ΑΝΤ. χαρούμενος, εορταστικός ● επίρρ.: πένθιμα [< αρχ. πένθιμος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ