| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39492 | πένθος | πέν-θος ουσ. (ουδ.) {πένθ-ους} 1. μεγάλη ψυχική οδύνη για τον θάνατο ενός προσώπου: πανελλήνιο ~. Ματαίωση της εκδήλωσης σε ένδειξη ~ους. Βαρύ το ~ για τον ... Σε κλίμα ~ους έγινε η κηδεία του ... Κηδεύτηκε (μέσα) σε γενικό/πάνδημο ~. Η αεροπορική τραγωδία βύθισε τη χώρα σε βαθύτατο ~/στο ~. Συμμετείχαν/συμπαραστάθηκαν στο ~ της οικογένειας. Έχει ~. Βλ. θρήνος. 2. (συνεκδ.) το αντίστοιχο χρονικό διάστημα κατά το οποίο πενθεί κάποιος, ακολουθώντας τα σχετικά ήθη και έθιμα για τη συγκεκριμένη περίσταση: περίοδος ~ους. Η εταιρεία έμεινε κλειστή λόγω ~ους.|| Δημόσιο/εθνικό/επίσημο ~. Η κυβέρνηση κήρυξε τριήμερο ~ στη μνήμη των θυμάτων. Ημέρα ~ους και οι σημαίες κυματίζουν μεσίστιες/τα σχολεία θα παραμείνουν κλειστά. 3. (συνεκδ.) διακριτικό που δηλώνει ότι αυτός που το φορά πενθεί (π.χ. μαύρα ρούχα, περιβραχιόνιο ή ταινία): ~ στο μανίκι/στο χέρι. Βλ. κρέπι, πλερέζα. [< αρχ. πένθος] | |
| 39493 | πενθοφορώ | [πενθοφορῶ] πεν-θο-φο-ρώ ρ. (αμτβ.) {πενθοφορ-είς ...· μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} & (σπάν.) πενθηφορώ (λόγ.): φορώ πένθος, κυρ. μαύρα ρούχα. Πβ. μαυροφορώ, πενθώ. Βλ. -φορώ. | |
| 39494 | πενθώ | [πενθῶ] πεν-θώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πενθ-είς ..., -ώντας, (λόγ.) μτχ. πενθ-ών, -ούσα, -ούντες | πένθ-ησα}: έχω πένθος· ειδικότ. πενθοφορώ· κατ' επέκτ. θρηνώ: ~εί τον γιο της/τον θάνατο της συζύγου του. Ο πνευματικός κόσμος/η χώρα ~εί (για) την απώλεια του ...|| Οι ~ούντες συγγενείς.|| ~εί τη χαμένη του νιότη. Πβ. κλαίω. [< αρχ. πενθῶ] | |
| 3854 | Πενία | [ἀνέχεια] α-νέ-χει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): έλλειψη των απαραίτητων για την επιβίωση αγαθών: οικονομική ~. Ζουν/παραμένουν στην ~. Πβ. απορία, ένδεια, μιζέρια, πενία, φτώχεια. Βλ. λιτότητα, πείνα. ΑΝΤ. άνεση (1), ευημερία, ευμάρεια, πλούτος (3), τρυφή (1) [< γαλλ. gêne] | |
| 39495 | πενία | πε-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): φτώχεια, ανέχεια: (μτφ.) λεκτική ~ (= λεξιπενία). Πβ. ανεπάρκεια, έλλειψη, ένδεια. ● ΣΥΜΠΛ.: ευεργέτημα πενίας βλ. ευεργέτημα ● ΦΡ.: πενία τέχνας κατεργάζεται (παροιμ.): οι ελλείψεις και οι δυσκολίες ωθούν τον άνθρωπο να εφευρίσκει λύσεις. [< αρχ. πενία] | |
| 39496 | πενιά | πε-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΜΟΥΣ. κρούση χορδής λαϊκού μουσικού οργάνου με πένα· συνεκδ. ο αντίστοιχος ήχος ή τραγούδι: οι ~ιές του μπαγλαμά/του μπουζουκιού. Παίξε/ρίξε μια ~. Βλ. διπλο~.|| (μτφ.) Γλυκιά ~. Βλ. κοντυλιά. | |
| 39497 | πενικιλαμίνη | πε-νι-κι-λα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. -ΦΑΡΜΑΚ. παράγωγο της πενικιλίνης (σύμβ. C5H11NO2S) το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. για τη θεραπεία διάφορων αρθριτικών παθήσεων και ως αντίδοτο για δηλητηρίαση από μέταλλα. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. penicillamine, 1943] | |
| 39498 | πενικιλίνη | πε-νι-κι-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. καθένα από τα αντιβιοτικά με αντιμικροβιακή και αντισηπτική δράση (σύμβ. C9H11N2O4SR), που παράγονται από μύκητες (κυρ. του γένους Πενικίλιο, ιδ. P. notatum, P. chrysogenum): συνθετική ~. Η ανακάλυψη της ~ης (1928). Βλ. -ίνη. [< αγγλ. penicillin, 1929, γαλλ. pénicilline, 1943] | |
| 39499 | πενικίλιο | πε-νι-κί-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. μύκητας που αναπτύσσεται με τη μορφή μούχλας σε ορισμένα τυριά, φρούτα ή γλυκά, από τον οποίο παράγεται η πενικιλίνη. [< αγγλ.-γαλλ. penicillium] | |
| 39500 | πενιχρός | , ή, ό πε-νι-χρός επίθ. (λόγ.): φτωχικός και κατ' επέκτ. ελάχιστος, ανεπαρκής: ~ό: γεύμα (ΑΝΤ. πλουσιοπάροχο).|| ~ός: μισθός/προϋπολογισμός. ~ή: παραγωγή/σύνταξη. ~ά: έσοδα/μέσα. Πβ. ισχνός, λιγοστός.|| (μτφ.) ~ό: αποτέλεσμα (= ασήμαντο). ΣΥΝ. γλίσχρος ΑΝΤ. αδρός (1), επαρκής ● επίρρ.: πενιχρά [< αρχ. πενιχρός] | |
| 39501 | πενιχρότητα | πε-νι-χρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη, φτώχεια. Πβ. ισχνότητα. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. γλισχρότητα [< μτγν. πενιχρότης] | |
| 39502 | πένομαι | πέ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., πεν-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): ζω με στερήσεις, είμαι φτωχός: ο ~όμενος λαός. [< αρχ. πένομαι] | |
| 39503 | πένσα | πέν-σα ουσ. (θηλ.) 1. εργαλείο με δύο σκέλη που συνδέονται χιαστί, ώστε πιέζοντας τη λαβή να σφίγγουν πολύ στο άλλο άκρο: Κόβω/λυγίζω το σύρμα με την ~. Πβ. παπαγάλος. Βλ. μυτοτσίμπιδο, τανάλια, τσιμπίδι. 2. μικρή πιέτα στο ρούχο για καλύτερη εφαρμογή. [< γαλλ. pince] | |
| 39504 | πεντα- & πεντά- & πεντό- & πέντ- & πενθ- | & πεντο- & πεντ-: α' συνθετικό λέξεων, κυρ. επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. αποτελείται από πέντε μέρη ή είναι πέντε φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: πεντα-ετής/~μελής. Πεντά-μηνος/~τομος/~ωρος.|| (ουσ.) Πεντά-δυμα (βλ. δί-, τρί-, τετρά-, εξά-). Πενθ-ήμερο. Πεντό-λιρο.|| Πέντ-αθλο. Πεντά-γραμμο.|| Πεντα-πλάσιος/~πλός. 2. χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από μία ιδιότητα: πεντα-κάθαρος (πβ. κατα-, ολο-). Πεντά-μορφος (πβ. παν-). Πεντά-κλειστος (πβ. θεό-· βλ. περι-). Βλ. τρισ-, χιλιο-. | |
| 39505 | πεντάβαθμος | , η, ο πε-ντά-βαθ-μος επίθ.: που έχει πέντε βαθμίδες: ~η: κλίμακα. Βλ. -βαθμος. | |
| 39506 | πεντάγλωσσος | , η, ο πε-ντά-γλωσ-σος επίθ.: που το περιεχόμενό του είναι γραμμένο σε πέντε γλώσσες: ~η: έκδοση. ~ο: λεξικό. Βλ. -γλωσσος. | |
| 39507 | πεντάγνωμος | , η, ο πε-ντά-γνω-μος επίθ.: (για τον μήνα Μάρτιο) που χαρακτηρίζεται από άστατο καιρό. | |
| 39508 | πεντάγραμμο | πε-ντά-γραμ-μο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άμμου} 1. ΜΟΥΣ. σύνολο πέντε οριζόντιων παράλληλων γραμμών, σε ίση μεταξύ τους απόσταση, όπου γράφονται οι νότες έργων της δυτικής μουσικής. 2. (συνεκδ.) τραγούδι: ντίβα του ~άμμου. Επιτυχίες από το ελληνικό ~. [< μτγν. πεντάγραμμον, ιταλ. pentagramma] | |
| 39509 | πενταγωνικός | , ή, ό πε-ντα-γω-νι-κός επίθ.: που έχει σχήμα πενταγώνου: ~ό: κτίριο. [< μτγν. πενταγωνικός, γαλλ.-αγγλ. pentagonal] | |
| 39510 | Πεντάγωνο | Πε-ντά-γω-νο ουσ. (ουδ.) {Πενταγών-ου}: το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ (λόγω του πενταγωνικού του σχήματος)· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο υπουργείο της Ελλάδας: το αμερικανικό/ελληνικό ~. Αξιωματούχοι/έκθεση/εκπρόσωπος/η ηγεσία του ~ου. [< αμερικ. Pentagon, 1945, γαλλ. Le Pentagone, 1952] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ