Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [40080-40100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39476πένεςβλ. πένα
39477πενετρόμετροπε-νε-τρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο για τη μέτρηση της στερεότητας ή πυκνότητας σώματος: δυναμικό/στατικό ~. ~ εδάφους. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. penetrometer, 1905, γαλλ. pénétromètre, περ. 1950]
39478πενήνταπε-νή-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο αριθμός 50, σύνολο που αποτελείται από 50 μέρη, μονάδες: ~ διά δύο. ~ τοις εκατό (50%).|| (ως επίθ.) ~ εκατοστά/ευρώ/χρόνια. ΣΥΝ. πεντήκοντα 2. (προφ.) πεντηκοστός: σελίδα ~. Πέναλτι στο ~ (ενν. λεπτό του αγώνα). ● Ουσ.: πενήντα (το) 1. ο ακέραιος αριθμός 50, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: από το ένα μέχρι το ~. Το κοντέρ έπιασε τα ~. (: τα ~ χιλιόμετρα την ώρα).|| Μένει στο ~ (: στο νούμερο 50 της οδού ...). 2. το 1950: η δεκαετία του ~. 3. (+ τα/στα) η ηλικία των πενήντα περίπου ετών: Έκλεισε/πάτησε τα ~. Πέθανε στα ~. ● ΦΡ.: πενήντα πενήντα: μισά μισά: Οι πιθανότητες να κερδίσει είναι ~ ~. ΣΥΝ. φίφτι φίφτι [< μεσν. πενήντα]
39479πενηντα- & πενηντά-& πενήντ-: α' συνθετικό επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο αποτελείται από πενήντα μέρη ή είναι πενήντα φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: πενηντά-λεπτος/~χρονος.|| Πενηντα-πλάσιος. Βλ. εικοσα-.
39480πενηντάευρο[πενηντάευρο] πε-νη-ντά-ευ-ρο ουσ. (ουδ.) & πενηντάευρω (προφ.): πενηντάρικο. ΣΥΝ. πενηντάρι (2)
39481πενηντάλεπτος, η, ο πε-νη-ντά-λε-πτος επίθ.: που έχει διάρκεια πενήντα λεπτών: ~η: ομιλία. ~ο: διάλειμμα. Βλ. -λεπτος. ● Ουσ.: πενηντάλεπτο (το) {-ου (λόγ.) -έπτου} 1. το αντίστοιχο χρονικό διάστημα. Βλ. δεκάλεπτο. 2. νόμισμα αξίας πενήντα λεπτών. Βλ. δί-, πεντά-λεπτο.
39482πενηντάρης, πενηντάραπε-νη-ντά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.) 1. πρόσωπο ηλικίας πενήντα περ. ετών: καλοστεκούμενος ~ης. Κομψή ~α.|| (ως επίθ.) ~ης: άνδρας (= πενηντάχρονος). 2. (για μέγεθος, ποσό) πενήντα μονάδων: ~α: πισίνα (= ολυμπιακών διαστάσεων). Πλήρωσα μια ~α (= πενήντα ευρώ). [< μεσν. πενηντάρης 'αξιωματούχος που ασκούσε εξουσία σε πενήντα άνδρες']
39483πενηντάριπε-νη-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σύνολο πενήντα όμοιων μονάδων: Η κούρσα κρίθηκε στο τελευταίο ~. 2. πενηντάρικο: Πλήρωσα ένα ~ στο σούπερ-μάρκετ.|| (ως επίθ.) Ένα ~ ευρώ. ΣΥΝ. πενηντάευρο ● Υποκ.: πενηνταράκι (το) [< μεσν. πενηντάρι]
39484πενηνταρίζωπε-νη-ντα-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {πενηντάρισα} (προφ.): γίνομαι πενήντα ετών, κλείνω τα πενήντα.
39485πενηντάρικοπε-νη-ντά-ρι-κο ουσ. (ουδ.): χαρτονόμισμα αξίας πενήντα ευρώ. ΣΥΝ. πενηντάευρο, πενηντάρι (2)
39486πενηντάχρονος, η, ο βλ. πενηντα-, -χρονος
39487πένηςπέ-νης ουσ. (αρσ.) {πέν-ητος, -ητα | -ητες} (λόγ.): φτωχός. ● ΦΡ.: ανέστιος και πένης βλ. ανέστιος [< αρχ. πένης]
39488πενθ-βλ. πεντα-
39489πενθήμερος, η, ο πεν-θή-με-ρος επίθ. & (προφ.) πενταήμερος: που έχει διάρκεια πέντε ημερών: ~η: άδεια/απεργία/επίσκεψη/εργασία. ~ο: αφιέρωμα. Βλ. δεκα~, -ήμερος. ● Ουσ.: πενθήμερο (το): διάστημα πέντε ημερών: εορταστικό ~. ~ εκδηλώσεων.|| Δουλεύω ~. Βλ. εργάσιμη εβδομάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: πενθήμερη εκδρομή βλ. εκδρομή [< μτγν. πενθήμερος]
39490πενθηφορώβλ. πενθοφορώ
39491πένθιμος, η, ο πέν-θι-μος επίθ.: που σχετίζεται με το πένθος· κατ' επέκτ. θλιμμένος: ~η: λιτανεία (του Επιταφίου)/πομπή/ωδή. ~ο: εμβατήριο/κλίμα/στεφάνι/ύφος. ~α: ρούχα. Ο ~ ήχος της καμπάνας. Πβ. θρηνητικός, λυπητερός. ΑΝΤ. χαρούμενος, εορταστικός ● επίρρ.: πένθιμα [< αρχ. πένθιμος]
39492πένθοςπέν-θος ουσ. (ουδ.) {πένθ-ους} 1. μεγάλη ψυχική οδύνη για τον θάνατο ενός προσώπου: πανελλήνιο ~. Ματαίωση της εκδήλωσης σε ένδειξη ~ους. Βαρύ το ~ για τον ... Σε κλίμα ~ους έγινε η κηδεία του ... Κηδεύτηκε (μέσα) σε γενικό/πάνδημο ~. Η αεροπορική τραγωδία βύθισε τη χώρα σε βαθύτατο ~/στο ~. Συμμετείχαν/συμπαραστάθηκαν στο ~ της οικογένειας. Έχει ~. Βλ. θρήνος. 2. (συνεκδ.) το αντίστοιχο χρονικό διάστημα κατά το οποίο πενθεί κάποιος, ακολουθώντας τα σχετικά ήθη και έθιμα για τη συγκεκριμένη περίσταση: περίοδος ~ους. Η εταιρεία έμεινε κλειστή λόγω ~ους.|| Δημόσιο/εθνικό/επίσημο ~. Η κυβέρνηση κήρυξε τριήμερο ~ στη μνήμη των θυμάτων. Ημέρα ~ους και οι σημαίες κυματίζουν μεσίστιες/τα σχολεία θα παραμείνουν κλειστά. 3. (συνεκδ.) διακριτικό που δηλώνει ότι αυτός που το φορά πενθεί (π.χ. μαύρα ρούχα, περιβραχιόνιο ή ταινία): ~ στο μανίκι/στο χέρι. Βλ. κρέπι, πλερέζα. [< αρχ. πένθος]
39493πενθοφορώ[πενθοφορῶ] πεν-θο-φο-ρώ ρ. (αμτβ.) {πενθοφορ-είς ...· μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} & (σπάν.) πενθηφορώ (λόγ.): φορώ πένθος, κυρ. μαύρα ρούχα. Πβ. μαυροφορώ, πενθώ. Βλ. -φορώ.
39494πενθώ[πενθῶ] πεν-θώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πενθ-είς ..., -ώντας, (λόγ.) μτχ. πενθ-ών, -ούσα, -ούντες | πένθ-ησα}: έχω πένθος· ειδικότ. πενθοφορώ· κατ' επέκτ. θρηνώ: ~εί τον γιο της/τον θάνατο της συζύγου του. Ο πνευματικός κόσμος/η χώρα ~εί (για) την απώλεια του ...|| Οι ~ούντες συγγενείς.|| ~εί τη χαμένη του νιότη. Πβ. κλαίω. [< αρχ. πενθῶ]
3854Πενία

[ἀνέχεια] α-νέ-χει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): έλλειψη των απαραίτητων για την επιβίωση αγαθών: οικονομική ~. Ζουν/παραμένουν στην ~. Πβ. απορία, ένδεια, μιζέρια, πενία, φτώχεια. Βλ. λιτότητα, πείνα. ΑΝΤ. άνεση (1), ευημερία, ευμάρεια, πλούτος (3), τρυφή (1) [< γαλλ. gêne]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.