| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 39511 | πεντάγωνος | , η, ο πε-ντά-γω-νος επίθ.: που έχει πέντε γωνίες: ~ο: αστέρι (= πεντάλφα). Βλ. -γωνος. ● Ουσ.: πεντάγωνο (το): ΓΕΩΜ. το αντίστοιχο σχήμα: κανονικό ~ (: όλες οι πλευρές του είναι ίσες. ΣΥΝ. πεντάπλευρο). [< αρχ. πεντάγωνος, γαλλ. pentagone , αγγλ. pentagon] | |
| 39512 | πεντάδα | πε-ντά-δα ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο που αποτελείται από πέντε ομοειδή στοιχεία: Χωριστήκαμε σε ~ες. Βλ. -άδα. 2. ΑΘΛ. οι πέντε παίκτες ομάδας μπάσκετ: πρώτη/δεύτερη ~ (= βασικοί/αναπληρωματικοί παίκτες, αντίστοιχα). [< μτγν. πεντάς] | |
| 39513 | πενταδάκτυλος | , α, ο βλ. -δάκτυλος, πεντα- | |
| 39514 | πεντάδιπλος | , η, ο πε-ντά-δι-πλος επίθ. 1. πενταπλάσιος. 2. που έχει διπλωθεί πέντε φορές. Βλ. -διπλος. ● επίρρ.: πεντάδιπλα | |
| 39515 | πεντάδυμος | , η, ο πε-ντά-δυ-μος επίθ. 1. που αποτελείται από πέντε όμοια μεταξύ τους μέλη: ~ος: συρμός. 2. που γεννήθηκε μαζί με άλλα τέσσερα αδέλφια, με διαφορά λίγων λεπτών, κατά τον ίδιο τοκετό: (κ. ως ουσ.) Έφερε στον κόσμο ~α. Βλ. δίδυμοι/δίδυμες/δίδυμα, -δυμος. [< μεσν. πεντάδυμος] | |
| 39516 | πεντάεδρος | , η, ο πε-ντά-ε-δρος επίθ.: ΓΕΩΜ. που έχει πέντε έδρες: (ως ουσ.) Οι πλευρές της πυραμίδας σχηματίζουν ~ο. Βλ. -εδρος. [< γαλλ. pentaèdre] | |
| 39517 | πενταετηρίδα | βλ. -ετηρίδα, πεντα- | |
| 39518 | πενταετής | , ής, ές βλ. -ετής, πεντα- | |
| 39519 | πενταετία | βλ. -ετία, πεντα- | |
| 39520 | πεντάευρο | πε-ντά-ευ-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χαρτονόμισμα αξίας πέντε ευρώ. | |
| 39521 | πενταήμερος | , η, ο βλ. πενθήμερος | |
| 39522 | πενταθέσιος | , α, ο βλ. -θέσιος, πεντα- | |
| 39523 | πενταθλητής | πε-ντα-θλη-τής ουσ. (αρσ.) , πενταθλήτρια (η): ΑΘΛ. αθλητής του πεντάθλου. [< μεσν. πενταθλητής, γαλλ. pentathlonien, αγγλ. pentathlete, 1828] | |
| 39524 | πένταθλο | πέ-ντα-θλο ουσ. (ουδ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -άθλου} ΑΘΛ. 1. & μοντέρνο πένταθλο: ολυμπιακό άθλημα που περιλαμβάνει πέντε διαφορετικά αγωνίσματα, σκοποβολή, ξιφασκία, κολύμβηση, ιππασία και ανώμαλο δρόμο. || (ΑΡΧ.) Αρχαίο ~ (: ακόντιο, άλμα εις μήκος, δισκοβολία, δρόμος σταδίου, πάλη). 2. σύνθετο γυναικείο αγώνισμα κλειστού στίβου που περιλαμβάνει δύο κούρσες (60 μέτρων με εμπόδια και 800 μέτρων), ύψος, σφαιροβολία και μήκος. Βλ. δί-, τρί-, έπτ-, δέκ-αθλο. [< αρχ. πένταθλον, γαλλ. pentathlon moderne, 1906, αγγλ. modern pentathlon, περ. 1912] | |
| 39525 | πεντάθυρος | , η, ο πε-ντά-θυ-ρος επίθ. (λόγ.): πεντάπορτος. Βλ. -θυρος. [< μεσν. πεντάθυρος] | |
| 39526 | πεντακάθαρος | , η, ο πε-ντα-κά-θα-ρος επίθ. (επιτατ.) 1. εντελώς καθαρός, ολοκάθαρος: ~ος: ουρανός/χώρος. ~η: αμμουδιά/ατμόσφαιρα/θάλασσα (βλ. κρύσταλλο). ~ο: νερό/σπίτι. Πβ. λαμπίκο.|| (μτφ.) ~ος: ήχος. ~η: εικόνα. Πβ. διαυγής. ΣΥΝ. κατακάθαρος 2. (μτφ.) ξεκάθαρος, σαφής, χωρίς αμφισημίες ή περιθώρια για αμφισβήτηση: ~η: νίκη. ~ο: γκολ. Το ~ο μήνυμα των εκλογών. ΑΝΤ. αόριστος (1), ασαφής (1) ● επίρρ.: πεντακάθαρα | |
| 39527 | πεντάκιλος | , η, ο & πεντόκιλος βλ. -κιλος, πεντα- | |
| 39528 | πεντάκις | βλ. -άκις, πεντα- | |
| 39529 | πεντάκλιτος | , η, ο πε-ντά-κλι-τος επίθ.: ΑΡΧΙΤ. (για ναό) που έχει πέντε κλίτη: ~η: βασιλική. Βλ. -κλιτος. | |
| 39530 | πεντακοσάευρο | [πεντακοσάευρο] πε-ντα-κο-σά-ευ-ρο ουσ. (ουδ.): χαρτονόμισμα ονομαστικής αξίας πεντακοσίων ευρώ. Από το 2019 δεν εκδίδεται πλέον, κυκλοφορεί όμως ως νόμιμο χρήμα. ΣΥΝ. πεντακοσάρι (1), πεντακοσάρικο | |