Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40100-40120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39511πεντάγωνος, η, ο πε-ντά-γω-νος επίθ.: που έχει πέντε γωνίες: ~ο: αστέρι (= πεντάλφα). Βλ. -γωνος. ● Ουσ.: πεντάγωνο (το): ΓΕΩΜ. το αντίστοιχο σχήμα: κανονικό ~ (: όλες οι πλευρές του είναι ίσες. ΣΥΝ. πεντάπλευρο). [< αρχ. πεντάγωνος, γαλλ. pentagone , αγγλ. pentagon]
39512πεντάδαπε-ντά-δα ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο που αποτελείται από πέντε ομοειδή στοιχεία: Χωριστήκαμε σε ~ες. Βλ. -άδα. 2. ΑΘΛ. οι πέντε παίκτες ομάδας μπάσκετ: πρώτη/δεύτερη ~ (= βασικοί/αναπληρωματικοί παίκτες, αντίστοιχα). [< μτγν. πεντάς]
39513πενταδάκτυλος, α, ο βλ. -δάκτυλος, πεντα-
39514πεντάδιπλος, η, ο πε-ντά-δι-πλος επίθ. 1. πενταπλάσιος. 2. που έχει διπλωθεί πέντε φορές. Βλ. -διπλος. ● επίρρ.: πεντάδιπλα
39515πεντάδυμος, η, ο πε-ντά-δυ-μος επίθ. 1. που αποτελείται από πέντε όμοια μεταξύ τους μέλη: ~ος: συρμός. 2. που γεννήθηκε μαζί με άλλα τέσσερα αδέλφια, με διαφορά λίγων λεπτών, κατά τον ίδιο τοκετό: (κ. ως ουσ.) Έφερε στον κόσμο ~α. Βλ. δίδυμοι/δίδυμες/δίδυμα, -δυμος. [< μεσν. πεντάδυμος]
39516πεντάεδρος, η, ο πε-ντά-ε-δρος επίθ.: ΓΕΩΜ. που έχει πέντε έδρες: (ως ουσ.) Οι πλευρές της πυραμίδας σχηματίζουν ~ο. Βλ. -εδρος. [< γαλλ. pentaèdre]
39517πενταετηρίδαβλ. -ετηρίδα, πεντα-
39518πενταετής, ής, ές βλ. -ετής, πεντα-
39519πενταετίαβλ. -ετία, πεντα-
39520πεντάευροπε-ντά-ευ-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χαρτονόμισμα αξίας πέντε ευρώ.
39521πενταήμερος, η, ο βλ. πενθήμερος
39522πενταθέσιος, α, ο βλ. -θέσιος, πεντα-
39523πενταθλητήςπε-ντα-θλη-τής ουσ. (αρσ.) , πενταθλήτρια (η): ΑΘΛ. αθλητής του πεντάθλου. [< μεσν. πενταθλητής, γαλλ. pentathlonien, αγγλ. pentathlete, 1828]
39524πένταθλοπέ-ντα-θλο ουσ. (ουδ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -άθλου} ΑΘΛ. 1. & μοντέρνο πένταθλο: ολυμπιακό άθλημα που περιλαμβάνει πέντε διαφορετικά αγωνίσματα, σκοποβολή, ξιφασκία, κολύμβηση, ιππασία και ανώμαλο δρόμο. || (ΑΡΧ.) Αρχαίο ~ (: ακόντιο, άλμα εις μήκος, δισκοβολία, δρόμος σταδίου, πάλη). 2. σύνθετο γυναικείο αγώνισμα κλειστού στίβου που περιλαμβάνει δύο κούρσες (60 μέτρων με εμπόδια και 800 μέτρων), ύψος, σφαιροβολία και μήκος. Βλ. δί-, τρί-, έπτ-, δέκ-αθλο. [< αρχ. πένταθλον, γαλλ. pentathlon moderne, 1906, αγγλ. modern pentathlon, περ. 1912]
39525πεντάθυρος, η, ο πε-ντά-θυ-ρος επίθ. (λόγ.): πεντάπορτος. Βλ. -θυρος. [< μεσν. πεντάθυρος]
39526πεντακάθαρος, η, ο πε-ντα-κά-θα-ρος επίθ. (επιτατ.) 1. εντελώς καθαρός, ολοκάθαρος: ~ος: ουρανός/χώρος. ~η: αμμουδιά/ατμόσφαιρα/θάλασσα (βλ. κρύσταλλο). ~ο: νερό/σπίτι. Πβ. λαμπίκο.|| (μτφ.) ~ος: ήχος. ~η: εικόνα. Πβ. διαυγής. ΣΥΝ. κατακάθαρος 2. (μτφ.) ξεκάθαρος, σαφής, χωρίς αμφισημίες ή περιθώρια για αμφισβήτηση: ~η: νίκη. ~ο: γκολ. Το ~ο μήνυμα των εκλογών. ΑΝΤ. αόριστος (1), ασαφής (1) ● επίρρ.: πεντακάθαρα
39527πεντάκιλος, η, ο & πεντόκιλος βλ. -κιλος, πεντα-
39528πεντάκιςβλ. -άκις, πεντα-
39529πεντάκλιτος, η, ο πε-ντά-κλι-τος επίθ.: ΑΡΧΙΤ. (για ναό) που έχει πέντε κλίτη: ~η: βασιλική. Βλ. -κλιτος.
39530πεντακοσάευρο[πεντακοσάευρο] πε-ντα-κο-σά-ευ-ρο ουσ. (ουδ.): χαρτονόμισμα ονομαστικής αξίας πεντακοσίων ευρώ. Από το 2019 δεν εκδίδεται πλέον, κυκλοφορεί όμως ως νόμιμο χρήμα. ΣΥΝ. πεντακοσάρι (1), πεντακοσάρικο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.