| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39531 | πεντακοσάρα | πε-ντα-κο-σά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μοτοσικλέτα με μηχανή πεντακοσίων κυβικών εκατοστών: Κυκλοφορεί με μια ~. 2. (συνήθ. για χρηματικό ποσό) σύνολο πεντακοσίων μονάδων: μια ~ ευρώ. Βλ. διακοσάρα. 3. (παλαιότ.) δοχείο με χωρητικότητα πεντακόσια γραμμάρια: μια ~ μπίρα. ΣΥΝ. πεντακοσάρι (3) | |
| 39532 | πεντακοσάρι | πε-ντα-κο-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. χαρτονόμισμα ή χρηματικό ποσό πεντακοσίων μονάδων: Θα μου κοστίσει κανά ~ ευρώ. ΣΥΝ. πεντακοσάευρο, πεντακοσάρικο 2. ΑΘΛ. απόσταση πεντακοσίων μέτρων σε αγώνα δρόμου ή κωπηλασίας: πρώτο/τελευταίο ~. Βλ. διακοσ-, κατοστ-άρι. 3. (παλαιότ.) πεντακοσάρα. | |
| 39533 | πεντακοσαριά | πε-ντα-κο-σα-ριά ουσ. (θηλ.) (οικ.): σύνολο πεντακοσίων μονάδων: Συγκεντρώθηκαν καμιά ~ άτομα. | |
| 39534 | πεντακοσάρικο | πε-ντα-κο-σά-ρι-κο ουσ. (ουδ.): πεντακοσάευρο: Μου κόστισε δυο ~α η ζημιά. Βλ. εικοσ-, πενηντ-άρικο. ΣΥΝ. πεντακοσάρι (1) | |
| 39535 | πεντακόσια | πε-ντα-κό-σια αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 500 ή το σύνολο πεντακοσίων μονάδων: Μέτρησε μέχρι το ~. 2. (ως αριθμητ. τακτ., προφ.) πεντακοσιοστός: Στο ~ χιλιόμετρο της εθνικής οδού. (σε ξενοδοχείο ή νοσοκομείο:) Μένει/νοσηλεύεται στο ~ (: για δωμάτιο ή θάλαμο). ● ΦΡ.: τα μισά της χιλιάδας, πεντακόσια βλ. χιλιάδα | |
| 39536 | πεντακόσιοι | , ες, α πε-ντα-κό-σι-οι αριθμητ. επίθ. απόλ. & (σπάν.-προφ.) πεντακόσοι: που αποτελούν σύνολο πεντακοσίων μονάδων: ~οι: τόνοι (πετρέλαιο). ~α: άτομα/ευρώ/κιλά/χιλιόμετρα/χρόνια. Βιβλίο ~ίων σελίδων. [< αρχ. πεντακόσιοι] | |
| 39537 | πεντακοσιοστός | , ή, ό πε-ντα-κο-σι-ο-στός αριθμητ. τακτ.: που σε μια αριθμητική σειρά αντιστοιχεί στον αριθμό 500: ~ή: φορά. Βλ. -οστός.|| (ως ουσ.) Το ένα ~ό (= καθένα από τα πεντακόσια ίσα μέρη ενός συνόλου). [< αρχ. πεντακοσιοστός] | |
| 39538 | πεντακύλινδρος | , η, ο πε-ντα-κύ-λιν-δρος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. (για μηχανή) που διαθέτει πέντε κυλίνδρους: ~ος: κινητήρας. ~ο: μοτέρ. Βλ. τετρακύλινδρος. | |
| 39539 | πεντάλ | πε-ντάλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πεντάλι 1. μηχανισμός, εξάρτημα το οποίο λειτουργεί με πίεση που ασκείται από το πόδι και συνήθ. θέτει σε λειτουργία άλλο μηχανισμό: αυτόματο/μηχανικό ~. ~ γκαζιού/ποδηλάτου/συμπλέκτη/φρένου. Αφήνω/πατώ το ~. ΣΥΝ. πετάλι, ποδόπληκτρο 2. ΜΟΥΣ. μοχλός μουσικού οργάνου που πιέζεται με το πόδι και συμβάλλει στη ρύθμιση του ήχου: ~ του εκκλησιαστικού οργάνου/πιάνου. Βλ. σουρντίνα. [< γαλλ. pédale] | |
| 39540 | πεντάλεπτος | , η, ο πε-ντά-λε-πτος επίθ.: που έχει διάρκεια πέντε λεπτών: ~η: διακοπή (ρεύματος)/καθυστέρηση (σε ποδοσφαιρικό αγώνα)/ομιλία. ~ο: διάλειμμα. Βλ. -λεπτος. ● Ουσ.: πεντάλεπτο (το) {-ου (λόγ.) -έπτου} 1. το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: Επιστρέφω σε ένα ~. 2. νόμισμα αξίας πέντε λεπτών. Βλ. δί-, δεκά-λεπτο. | |
| 39541 | πεντάλιτρος | , η, ο πε-ντά-λι-τρος επίθ.: που έχει χωρητικότητα πέντε λίτρων: ~ος: κινητήρας. ~η: συσκευασία. ~ο: μπουκάλι. Βλ. -λιτρος. | |
| 39542 | πεντάλφα | πε-ντάλ-φα ουσ. (θηλ. + ουδ.): σχήμα που αποτελείται από πέντε Α (άλφα), τα οποία φτιάχνουν πεντάγωνο αστέρι, και χρησιμοποιείται ως μαγικό ή μυστικιστικό σύμβολο. [< μτγν. πεντάλφα (ἡ), πένταλφα (τὸ)] | |
| 39543 | πενταμελής | , ής, ές πε-ντα-με-λής επίθ.: που αποτελείται από πέντε μέλη: ~ής: επιτροπή/οικογένεια/ορχήστρα/παρέα. ~ές: πλήρωμα/συγκρότημα. Βλ. δεκα~, -μελής.|| (ΝΟΜ.) ~ές: Εφετείο. ● Ουσ.: πενταμελές (το): μαθητικό συμβούλιο που εκπροσωπεί ένα τμήμα Γυμνασίου ή Λυκείου και αποτελείται από πέντε εκλεγμένα μέλη: πρόεδρος του ~ούς. | |
| 39544 | πενταμερής | , ής, ές βλ. -μερής, πεντα- | |
| 39545 | πεντάμετρος | , η, ο πε-ντά-με-τρος επίθ. 1. που έχει μήκος ή ύψος πέντε μέτρων: ~ο: καλώδιο. 2. ΜΕΤΡ. που αποτελείται από πέντε μετρικούς πόδες: ~ος: στίχος.|| (ως ουσ.) Ιαμβικό ~ο. Βλ. -μετρος. [< μτγν. πεντάμετρος, γαλλ. pentamètre , αγγλ. pentameter] | |
| 39546 | πεντάμηνος | , η, ο βλ. -μηνος, πεντα- | |
| 39547 | πεντάμορφος | , η, ο πε-ντά-μορ-φος επίθ. (λαϊκό-επιτατ.): πανέμορφος. ΣΥΝ. πανώριος ΑΝΤ. κακάσχημος, πανάσχημος [< πβ. μτγν. πεντάμορφος 'που έχει πέντε μορφές'] | |
| 39548 | πεντάνευρο | πε-ντά-νευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. πολυετές αγριόχορτο (γένος Plantago) μετρίου ύψους, με ανθοφόρο και τριχωτό βλαστό, το οποίο διακρίνεται για τις πέντε χαρακτηριστικές νευρώσεις στα λογχοειδή φύλλα του και έχει διουρητικές, αντισηπτικές, στυπτικές και επουλωτικές ιδιότητες. [< μτγν. πεντάνευρον] | |
| 39549 | πεντανικός | , ή, ό πε-ντα-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το πεντάνιο: ~ό: οξύ. | |
| 39550 | πεντάνιο | πε-ντά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. κορεσμένος υδρογονάνθρακας· άχρωμο, πτητικό, εύφλεκτο, τοξικό υγρό της ομάδας των αλκανίων (σύμβ. C5H12) με οσμή βενζίνης, το οποίο λαμβάνεται από το πετρέλαιο και χρησιμοποιείται κυρ. ως διαλύτης και στην παραγωγή καουτσούκ. Βλ. -άνιο, μεθάνιο, παραφίνη. [< γαλλ.-αγγλ. pentane] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ