| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39516 | πεντάεδρος | , η, ο πε-ντά-ε-δρος επίθ.: ΓΕΩΜ. που έχει πέντε έδρες: (ως ουσ.) Οι πλευρές της πυραμίδας σχηματίζουν ~ο. Βλ. -εδρος. [< γαλλ. pentaèdre] | |
| 39517 | πενταετηρίδα | βλ. -ετηρίδα, πεντα- | |
| 39518 | πενταετής | , ής, ές βλ. -ετής, πεντα- | |
| 39519 | πενταετία | βλ. -ετία, πεντα- | |
| 39520 | πεντάευρο | πε-ντά-ευ-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χαρτονόμισμα αξίας πέντε ευρώ. | |
| 39521 | πενταήμερος | , η, ο βλ. πενθήμερος | |
| 39522 | πενταθέσιος | , α, ο βλ. -θέσιος, πεντα- | |
| 39523 | πενταθλητής | πε-ντα-θλη-τής ουσ. (αρσ.) , πενταθλήτρια (η): ΑΘΛ. αθλητής του πεντάθλου. [< μεσν. πενταθλητής, γαλλ. pentathlonien, αγγλ. pentathlete, 1828] | |
| 39524 | πένταθλο | πέ-ντα-θλο ουσ. (ουδ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -άθλου} ΑΘΛ. 1. & μοντέρνο πένταθλο: ολυμπιακό άθλημα που περιλαμβάνει πέντε διαφορετικά αγωνίσματα, σκοποβολή, ξιφασκία, κολύμβηση, ιππασία και ανώμαλο δρόμο. || (ΑΡΧ.) Αρχαίο ~ (: ακόντιο, άλμα εις μήκος, δισκοβολία, δρόμος σταδίου, πάλη). 2. σύνθετο γυναικείο αγώνισμα κλειστού στίβου που περιλαμβάνει δύο κούρσες (60 μέτρων με εμπόδια και 800 μέτρων), ύψος, σφαιροβολία και μήκος. Βλ. δί-, τρί-, έπτ-, δέκ-αθλο. [< αρχ. πένταθλον, γαλλ. pentathlon moderne, 1906, αγγλ. modern pentathlon, περ. 1912] | |
| 39525 | πεντάθυρος | , η, ο πε-ντά-θυ-ρος επίθ. (λόγ.): πεντάπορτος. Βλ. -θυρος. [< μεσν. πεντάθυρος] | |
| 39526 | πεντακάθαρος | , η, ο πε-ντα-κά-θα-ρος επίθ. (επιτατ.) 1. εντελώς καθαρός, ολοκάθαρος: ~ος: ουρανός/χώρος. ~η: αμμουδιά/ατμόσφαιρα/θάλασσα (βλ. κρύσταλλο). ~ο: νερό/σπίτι. Πβ. λαμπίκο.|| (μτφ.) ~ος: ήχος. ~η: εικόνα. Πβ. διαυγής. ΣΥΝ. κατακάθαρος 2. (μτφ.) ξεκάθαρος, σαφής, χωρίς αμφισημίες ή περιθώρια για αμφισβήτηση: ~η: νίκη. ~ο: γκολ. Το ~ο μήνυμα των εκλογών. ΑΝΤ. αόριστος (1), ασαφής (1) ● επίρρ.: πεντακάθαρα | |
| 39527 | πεντάκιλος | , η, ο & πεντόκιλος βλ. -κιλος, πεντα- | |
| 39528 | πεντάκις | βλ. -άκις, πεντα- | |
| 39529 | πεντάκλιτος | , η, ο πε-ντά-κλι-τος επίθ.: ΑΡΧΙΤ. (για ναό) που έχει πέντε κλίτη: ~η: βασιλική. Βλ. -κλιτος. | |
| 39530 | πεντακοσάευρο | [πεντακοσάευρο] πε-ντα-κο-σά-ευ-ρο ουσ. (ουδ.): χαρτονόμισμα ονομαστικής αξίας πεντακοσίων ευρώ. Από το 2019 δεν εκδίδεται πλέον, κυκλοφορεί όμως ως νόμιμο χρήμα. ΣΥΝ. πεντακοσάρι (1), πεντακοσάρικο | |
| 39531 | πεντακοσάρα | πε-ντα-κο-σά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μοτοσικλέτα με μηχανή πεντακοσίων κυβικών εκατοστών: Κυκλοφορεί με μια ~. 2. (συνήθ. για χρηματικό ποσό) σύνολο πεντακοσίων μονάδων: μια ~ ευρώ. Βλ. διακοσάρα. 3. (παλαιότ.) δοχείο με χωρητικότητα πεντακόσια γραμμάρια: μια ~ μπίρα. ΣΥΝ. πεντακοσάρι (3) | |
| 39532 | πεντακοσάρι | πε-ντα-κο-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. χαρτονόμισμα ή χρηματικό ποσό πεντακοσίων μονάδων: Θα μου κοστίσει κανά ~ ευρώ. ΣΥΝ. πεντακοσάευρο, πεντακοσάρικο 2. ΑΘΛ. απόσταση πεντακοσίων μέτρων σε αγώνα δρόμου ή κωπηλασίας: πρώτο/τελευταίο ~. Βλ. διακοσ-, κατοστ-άρι. 3. (παλαιότ.) πεντακοσάρα. | |
| 39533 | πεντακοσαριά | πε-ντα-κο-σα-ριά ουσ. (θηλ.) (οικ.): σύνολο πεντακοσίων μονάδων: Συγκεντρώθηκαν καμιά ~ άτομα. | |
| 39534 | πεντακοσάρικο | πε-ντα-κο-σά-ρι-κο ουσ. (ουδ.): πεντακοσάευρο: Μου κόστισε δυο ~α η ζημιά. Βλ. εικοσ-, πενηντ-άρικο. ΣΥΝ. πεντακοσάρι (1) | |
| 39535 | πεντακόσια | πε-ντα-κό-σια αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 500 ή το σύνολο πεντακοσίων μονάδων: Μέτρησε μέχρι το ~. 2. (ως αριθμητ. τακτ., προφ.) πεντακοσιοστός: Στο ~ χιλιόμετρο της εθνικής οδού. (σε ξενοδοχείο ή νοσοκομείο:) Μένει/νοσηλεύεται στο ~ (: για δωμάτιο ή θάλαμο). ● ΦΡ.: τα μισά της χιλιάδας, πεντακόσια βλ. χιλιάδα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ