Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40140-40160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39551πεντανόστιμος, η, ο πε-ντα-νό-στι-μος επίθ. (επιτατ.): εξαιρετικά νόστιμος: ~ος: μεζές. ~η: συνταγή. ~ο: γλυκό/φαγητό. Πβ. γλύκισμα, λουκούμι. Βλ. γεια στα χέρια σου!
39552πεντάξενος, η, ο πε-ντά-ξε-νος επίθ. (σπάν.-επιτατ.): που είναι τελείως ξένος.
39553πενταπλασιάζωβλ. πεντα-, -πλασιάζω
39554πενταπλασιασμός: βλ. πεντα-, -πλασιασμός
39555πενταπλάσιος, α, ο βλ. πεντα-, -πλάσιος
39556πεντάπλευρος, η, ο βλ. πεντα-, -πλευρος
39557πενταπλός, ή, ό βλ. πεντα-, -πλός
39558πεντάπορτος, η, ο πε-ντά-πορ-τος επίθ.: (για αυτοκίνητο) που έχει πέντε πόρτες. Βλ. -πορτος. ΣΥΝ. πεντάθυρος
39559πεντάπρακτος, η, ο πε-ντά-πρα-κτος επίθ.: (για θεατρικό έργο) που αποτελείται από πέντε πράξεις: ~η: κωμωδία.|| (συνήθ. ως ουσ.) Το ~ο. Βλ. μονό-, τρί-πρακτος.
39560πεντάραπε-ντά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (μτφ.-εμφατ.) πολύ λίγα χρήματα: Βρέθηκαν χωρίς ~ (= έμειναν απένταροι). Δεν έχει ούτε ~ στην τσέπη του (= είναι άφραγκος). Τα αγόρασαν/τα έδωσαν για μια ~ (= πολύ φτηνά). 2. για σύνολο από πέντε όμοια πράγματα ή για κάτι που αντιστοιχεί στον αριθμό πέντε: Ο μαθητής έφαγε ~ (= πενθήμερη αποβολή).|| (ΑΘΛ.) Νίκη με ~ (= πέντε γκολ) για την ομάδα.|| (ΣΤΡΑΤ.) Έφαγε ~ (= ποινή πέντε ημερών). 3. (παλαιότ.) νόμισμα αξίας πέντε λεπτών. ΣΥΝ. πεντάλεπτο (2) ● πεντάρες (οι): ζαριά στην οποία και τα δύο ζάρια δείχνουν τον αριθμό πέντε: Έφερε ~. Βλ. εξάρες, τεσσάρες. ● ΦΡ.: δεν αξίζει πεντάρα: έχει μηδαμινή αξία ή (μτφ.) δεν έχει καθόλου νόημα. ΣΥΝ. δεν αξίζει/δεν πιάνει μία/δεκάρα, της πεντάρας & (της) μιας πεντάρας (προφ.-μειωτ.): χαμηλής ποιότητας, χωρίς αξία: λόγια/σαπουνόπερα/τραγούδια ~ ~. Πβ. ευτελής., δεκάρα/πεντάρα τσακιστή βλ. τσακιστός
39561πεντάριπε-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. διαμέρισμα πέντε δωματίων: Αγόρασε/νοίκιασε ένα ~.|| (ως επίθ.) ~ ρετιρέ. 2. οτιδήποτε αποτελείται ή χαρακτηρίζεται από πέντε μονάδες: Είχε τρεις βαλέδες και δύο ~ια (= τραπουλόχαρτα με τον αριθμό πέντε).|| (ως επίθ.) ~ κιβώτιο ταχυτήτων/σασμάν. Τρέχει ένα ~ χιλιόμετρα κάθε μέρα. Έκανε κάνα ~ χρόνια κολύμβηση. Βλ. -άρι. 3. ο βαθμός πέντε ή (σε τυχερά παιχνίδια) επιτυχία πέντε προβλέψεων: Πήρε ένα αξιοπρεπές/το πολυπόθητο ~ (= τη βάση).|| Έπιασε ένα ~ και δύο τεσσάρια στο λόττο. Βρέθηκε ένα ~ που κερδίζει ... ευρώ. 4. ΑΘΛ. σέντερ: βαρύ/καθαρό/κλασικό ~. Είναι/παίζει ~. ● Υποκ.: πενταράκι (το) [< 2: μεσν. πεντάρι]
39562πενταροδεκάρεςπε-ντα-ρο-δε-κά-ρες ουσ. (θηλ.) (οι) (προφ.): πολύ μικρό, ασήμαντο χρηματικό ποσό: Δουλεύει για ~. Ζει με ~. Πβ. ψίχουλα.
39563πεντάρφανος, η, ο πε-ντάρ-φα-νος επίθ. (επιτατ., για ανήλικο): που είναι ορφανός και από τους δύο γονείς και δεν έχει κανέναν στον κόσμο: ~ο: παιδί. [< μεσν. πεντάρφανος]
39564πεντάσημος, η, ο πε-ντά-ση-μος επίθ.: ΜΟΥΣ. που αποτελείται από πέντε χρόνους: ~ος: ρυθμός. Βλ. -σημος. ΣΥΝ. πεντάχρονος2 [< μτγν. πεντάσημος]
39565πεντάστηλος, η, ο βλ. πεντα-, -στηλος
39566πεντασύλλαβος, η, ο πε-ντα-σύλ-λα-βος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που έχει πέντε συλλαβές: ~η: λέξη. Βλ. -σύλλαβος.|| (ΜΕΤΡ., ως ουσ.) Ιαμβικός ~ (ενν. στίχος). [< μτγν. πεντασύλλαβος]
39567πεντατάξιος, α, ο πε-ντα-τά-ξι-ος επίθ. (κυρ. παλαιότ.): (για σχολείο) που έχει πέντε τάξεις: ~ο: δημοτικό. ΣΥΝ. πενταθέσιος. Βλ. μονο-, τρι-τάξιος.
39568ΠεντάτευχοςΠε-ντά-τευ-χος ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. τα πέντε πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης (Γένεσις, Έξοδος, Λευιτικόν, Αριθμοί, Δευτερονόμιον). ΣΥΝ. Τορά (1) [< μτγν. Πεντάτευχος]
39569πεντάτομος, η, ο βλ. πεντα-, -τομος
39570πεντατονικός, ή, ό πε-ντα-το-νι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που χρησιμοποιεί ή βασίζεται στις νότες πεντατονικών κλιμάκων. Βλ. διατονικός. ● ΣΥΜΠΛ.: πεντατονική κλίμακα: που αποτελείται από πέντε διαφορετικούς φθόγγους: Η ανατολική μουσική βασίζεται στην ~ ~. [< γαλλ. pentatonique, αγγλ. pentatonic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.