Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40160-40180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39571πεντάχορδος, η, ο πε-ντά-χορ-δος επίθ.: ΜΟΥΣ. (για όργανο) που έχει πέντε χορδές: ~ο: μπάσο. Βλ. -χορδος. ● Ουσ.: πεντάχορδο (το) 1. ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) κλίμακα πέντε φθόγγων που επαναλαμβάνονται με βαρύ και οξύ ήχο. 2. ΑΡΧ. αρχαίο ελληνικό μουσικό όργανο. [< μτγν. πεντάχορδος]
39572πεντάχρονος1, η, ο βλ. πεντα-, -χρονος
39573πεντάχρονος2, η, ο πε-ντά-χρο-νος επίθ.: ΜΟΥΣ. πεντάσημος. [< μτγν. πεντάχρονος]
39574πενταψήφιοςβλ. πεντα-, -ψήφιος ● ΣΥΜΠΛ.: πενταψήφια νούμερα/αριθμοί κλήσεων/τηλέφωνα: που παρέχουν υπηρεσίες πολυμεσικής πληροφόρησης με αυξημένη χρέωση.
39575πεντάωρος, η, ο βλ. πεντα-, -ωρος
39576πενταώροφος, η, ο βλ. πεντα-, -ώροφος
39577πέντεπέ-ντε αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 5 ή το σύνολο πέντε μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν δύο. Τρία και δύο ίσον/κάνουν ~. ~ τοις εκατό (5%). Αναλογία ένα προς ~.|| (ως επίθ.) ~ κεφάλαια (του βιβλίου)/μέρες/μήνες/χρόνια. ~ εκατομμύρια/χιλιάδες ευρώ/κάτοικοι. Ανά/κάθε ~ ώρες ... 2. πέμπτος: στη σελίδα ~. Στις ~ του μηνός (= την πέμπτη μέρα). -Τι ώρα είναι; -~ ακριβώς. ● Ουσ.: πέντε (το) 1. ο ακέραιος αριθμός 5, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: Μέτρησα μέχρι το ~. Βάζω τον διακόπτη στο ~.|| (ως βαθμός:) Μου έβαλε/πήρα ~.|| Μένει στο ~ (: δωμάτιο ξενοδοχείου).|| (στην τράπουλα) Το ~ κούπα/μπαστούνι. 2. το 2005 ή το 1905: τον Αύγουστο του ~. 3. (+ στα/τα) η ηλικία των πέντε περίπου ετών: Έκλεισε/πάτησε τα ~. Είναι γύρω/κοντά στα ~. ● ΦΡ.: (στο) παρά πέντε & (στο) παραπέντε: την τελευταία στιγμή: Πρόλαβαν ~ ~. ΣΥΝ. στο νήμα, στο παρακάτι, στο τσακ/στο τσαφ, πάρε πέντε (να μη σ' τα χρωστάω): όταν κάποιος μουντζώνει άλλον., πέντε επί πέντε & ποδόσφαιρο πέντε επί πέντε: ΑΘΛ. που παίζεται σε γήπεδο μικρότερων διαστάσεων από το κανονικό, ενώ κάθε ομάδα αποτελείται από πέντε παίκτες., αφήνω/παρατώ κάποιον στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος, κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει βλ. κάλλιο, σκορπώ/σκορπίζω κάτι/κάποιον στους τέσσερις/πέντε ανέμους/στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα βλ. άνεμος [< αρχ. πέντε]
39578πεντελικός, ή, ό πε-ντε-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το βουνό Πεντέλη: ~ό: μάρμαρο. [< μτγν. Πεντελικός]
39579πεντέξιπε-ντέ-ξι αριθμητ. επίθ. απόλ. & πέντ' έξι (προφ.): περίπου πέντε ή έξι: Γυρίζει σε ~ εβδομάδες. Πάνε ~ χρόνια. Θα είναι και ~ φίλοι μου στη γιορτή. ● ΦΡ.: τώρα που βρήκαμε παπά, ας/να θάψουμε πεντέξι βλ. παπάς [< μεσν. πεντέξι]
39580πεντήκονθ-βλ. πεντηκοντα-
39581πεντήκονταπε-ντή-κο-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} (αρχαιοπρ.): πενήντα. [< αρχ. πεντήκοντα]
39582πεντηκοντα-& πεντηκοντά- & πεντηκοντ- & πεντηκονθ- (λόγ.): πρόθημα λέξεων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο αποτελείται από πενήντα μέρη ή είναι πενήντα φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: πεντηκοντα-ετής (βλ. εκατοντα-).|| Πεντηκοντα-πλάσιος. Πβ. πενηντα-.
39583πεντηκονταετηρίδαπε-ντη-κο-ντα-ε-τη-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. επέτειος για τη συμπλήρωση πενήντα χρόνων: εορτασμός ~ας. ~ από τη γέννηση/τον θάνατο του ποιητή. Πβ. ιωβηλαίο. 2. (καταχρ.) πεντηκονταετία. Βλ. -ετηρίδα. [< αρχ. πεντηκονταετηρίς]
39584πεντηκονταετής, ής, ές: βλ. -ετής, πεντηκοντα-
39585πεντηκονταετίαβλ. -ετία, πεντηκοντα-
39586πεντηκοντάκιςβλ. -άκις, πενηντα-
39587πεντηκονταπλάσιος, α, ο βλ. πεντηκοντα-, -πλάσιος
39588πεντηκοστάριοπε-ντη-κο-στά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {πεντηκοσταρίου} (συνήθ. με κεφαλ. Π): ΕΚΚΛΗΣ. λειτουργικό βιβλίο της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις ακολουθίες των κινητών εορτών από το Πάσχα μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων. [< μεσν. πεντηκοστάριον]
39589ΠεντηκοστήΠε-ντη-κο-στή ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας που γιορτάζεται την έβδομη Κυριακή μετά την Ανάσταση του Ιησού Χριστού, σε ανάμνηση της επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους· κατ' επέκτ. όλη η εβδομάδα που ακολουθεί. Βλ. Μεσο~. [< μτγν. Πεντηκοστή, γαλλ. Pentecôte, αγγλ. Pentecost]
39590πεντηκοστιανός, ή, ό πε-ντη-κο-στια-νός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που αναφέρεται σε προτεσταντικό κίνημα το οποίο εμφανίστηκε στις ΗΠΑ και πρεσβεύει ότι και σήμερα επαναλαμβάνεται το θαύμα της επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος, όπως συνέβη την Πεντηκοστή. Βλ. -ιανός. ● Ουσ.: Πεντηκοστιανοί (οι): τα μέλη του αντίστοιχου κινήματος. [< αγγλ. pentecostal, 1904, Pentecostalist, 1925, γαλλ. pentecôtiste]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.