| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3058 | ανακατασκευάζω | [ἀνακατασκευάζω] α-να-κα-τα-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ανακατασκεύα-σα, -στηκε, -σμένος}: κατασκευάζω εκ νέου, επιδιορθώνω κάτι που έχει καταστραφεί ή έχει πάθει ζημιά: Θα ~σουν (= ξαναφτιάξουν) το οδικό δίκτυο. Το κτίριο ~στηκε (πβ. ανα-καινίστηκε, -παλαιώθηκε, αποκαταστάθηκε).|| (μτφ.) ~ το παρελθόν/την πραγματικότητα (πβ. ανα-δημιουργώ, -συνθέτω). ~σμένη: γέφυρα. ~σμένα: μελάνια (= ξαναγεμισμένα)/προϊόντα (: σε χαμηλότερη τιμή από τα νέα· πβ. μεταχειρισμένα). Ο εξοπλισμός είναι πλήρως ~σμένος. [< γαλλ. reconstruire] | |
| 3059 | ανακατασκευή | [ἀνακατασκευή] α-να-κα-τα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακατασκευάζω: μερική/ολική/ριζική ~. ~ πλατείας/στέγης (πβ. επισκευή). Εικονική/ψηφιακή ~ αρχαίων μνημείων. Πβ. αναμόρφωση, ανάπλαση, αποκατάσταση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ο δικτυακός τόπος/η ιστοσελίδα βρίσκεται υπό ~.|| (μτφ.) ~ των γεγονότων. Πβ. ανα-δημιουργία, -σύνθεση. [< γαλλ. reconstruction] | |
| 3060 | ανακατάταξη | [ἀνακατάταξη] α-να-κα-τά-τα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακατατάσσω: ~ θέσεων (ΣΥΝ. ανακατανομή)/υλικού. 2. ΣΤΡΑΤ. (σπανιότ.) εθελοντική παράταση της θητείας ή εκ νέου κατάταξη στον στρατό: πενταετής/τριετής ~. ● ανακατατάξεις (οι) (μτφ.): μεταβολές, μετατροπές, αλλαγές: γεωπολιτικές/κοινωνικές/οικονομικές/παγκόσμιες/πληθυσμιακές/πολιτικές/τεκτονικές ~. (Δραματικές/ριζικές/σημαντικές/σπουδαίες) ~ στην αγορά/στην παιδεία/στο πολιτικό σκηνικό/στο (διοικητικό) συμβούλιο. Γεγονός που επέφερε/προκάλεσε/πυροδότησε ~. [< 1: γερμ. Neuordnung 2: γαλλ. rengagement] | |
| 3061 | ανακατατάσσω | [ἀνακατατάσσω] α-να-κα-τα-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {ανακατέτα-ξε, ανακατατά-ξει, -χτηκε κ. -χθηκε, -χτεί κ. -χθεί, -γμένος}: κατατάσσω εκ νέου: ~ξε τα βιβλία στη βιβλιοθήκη/το προσωπικό σε νέες ομάδες καθηκόντων.|| (μτφ.) ~ (= επαναπροσδιορίζω) τις προτεραιότητές μου. ● Παθ.: ανακατατάσσομαι: ΣΤΡΑΤ. κατατάσσομαι εκ νέου στον στρατό εθελοντικά. [< γαλλ. (se) rengager] [< γερμ. neu ordnen] | |
| 3062 | ανακάτεμα | [ἀνακάτεμα] α-να-κά-τε-μα ουσ. (ουδ.) {ανακατέμ-ατος | -ατα} (προφ.) & (λαϊκό) ανακάτωμα 1. ανάμειξη των στοιχείων ενός συνόλου, συνήθ. με περιστροφικές κινήσεις: απαλό/αργό/γρήγορο/συνεχές ~. ~ της σούπας (με την κουτάλα)/του τσιμέντου (με το φτυάρι/στην μπετονιέρα)/του φραπέ (με το καλαμάκι). Συνεχίζουμε το ~ υλικών, μέχρι να πήξει η κρέμα. Πβ. ανάδευση, ανακίνηση. 2. (μτφ.) συνδυασμός διαφορετικών, ετερόκλιτων στοιχείων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ανομοιογενούς συνόλου: ~ ήχων (πβ. (πρόσ)μειξη). ~ λαών/φυλών (βλ. χοάνη, χωνευτήρι). ~ ρόλων και θέσεων. Πβ. κράμα, συμφυρμός, συνονθύλευμα. 3. στομαχικές διαταραχές, τάση για εμετό· κατ' επέκτ. αίσθημα αηδίας, αποστροφής: Έχω/νιώθω (ένα) ~ στο στομάχι. Πβ. ναυτία. ΣΥΝ. αναγούλα, ανακατωσούρα (2) 4. {συνήθ. στον πληθ.} ανάμειξη, παρέμβαση τρίτου· κατ' επέκτ. η προκαλούμενη αναστάτωση: Η παρουσία του μόνο ~ατα και φασαρίες θα φέρει! Πβ. ανα-κατωσούρα, -μπουμπούλα, -ταραχή, μπερδέματα, μπλεξίματα. 5. ακαταστασία· κατ' επέκτ. μπέρδεμα, σύγχυση: Επικρατεί μεγάλο/φοβερό ~ εδώ μέσα! ● ΦΡ.: ανακάτεμα της τράπουλας 1. τυχαία αλλαγή της σειράς των τραπουλόχαρτων: ~, κόψιμο και μοίρασμα της τράπουλας. 2. (μτφ.) αναδιανομή ρόλων: Με τον ανασχηματισμό ο πρωθυπουργός έκανε/επιχειρεί ένα μικρό ~ ~. [< μεσν. ανακάτωμα] | |
| 3063 | ανακατεμένος | , η, ο [ἀνακατεμένος] α-να-κα-τε-μέ-νος επίθ. & (προφ.) ανακατωμένος 1. που έχει ανακατευτεί: ~η: τράπουλα. ~α: χρώματα.|| ~α: μαλλιά (= μπερδεμένα)/πράγματα (= ακατάστατα).|| (μτφ.) ~ες: σκέψεις. Όλα είναι ~α (= μπλεγμένα) στο κεφάλι μου.|| (μτφ.) ~ο: πλήθος (= ανομοιογενές, ετερόκλιτο). Πβ. ανάμεικτος. 2. που έχει αναμειχθεί, εμπλακεί σε μια υπόθεση: Είναι ~ σε ύποπτες ιστορίες! ΣΥΝ. αναμεμειγμένος (1) ΑΝΤ. αμέτοχος 3. που νιώθει ανακάτεμα, ναυτία: ~ο: στομάχι. ● ΦΡ.: ανακατωμένος/ανακατεμένος ο ερχόμενος (οικ.): σε περιπτώσεις που επικρατεί μεγάλη ακαταστασία: Το δωμάτιό του είναι ~ ~. Πβ. χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. | |
| 3064 | ανακατεύθυνση | [ἀνακατεύθυνση] α-να-κα-τεύ-θυν-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. αλλαγή στην κατεύθυνση μιας διεργασίας: ~ εισόδου/εξόδου. Σελίδα ~ης (: που οδηγεί τους αναγνώστες σε άλλη ιστοσελίδα, προκειμένου να ανακτήσουν τις πληροφορίες που αναζητούν).|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ κλήσης (βλ. εκτροπή). ΣΥΝ. αναδρομολόγηση (1) [< αγγλ. redirection] | |
| 3065 | ανακατευθύνω | [ἀνακατευθύνω] α-να-κα-τευ-θύ-νω ρ. (μτβ.): κάνω ανακατεύθυνση. | |
| 3066 | ανακατεύω | [ἀνακατεύω] α-να-κα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {ανακάτ-εψα, -εύτηκα, -εμένος, ανακατεύ-οντας} & (λαϊκό) ανακατώνω 1. ανακινώ κάτι, το αναμειγνύω με κάτι άλλο, συνήθ. με περιστροφικές κινήσεις: ~ τα αβγά με το λεμόνι/το νερό με τη ζάχαρη/τα υλικά/το φαΐ. ~ απαλά/γρήγορα/καλά/προσεκτικά. (σε συνταγές:) ~ετε το μείγμα με ξύλινη κουτάλα/σε χαμηλή φωτιά/στο μίξερ/στο μπολ, μέχρι να πήξει. ~εψε τα χρώματα μεταξύ τους/στην παλέτα. Πβ. αναδεύω. 2. (μτφ.) συνδέω ετερόκλιτα στοιχεία μεταξύ τους: ~ει το παραδοσιακό με το σύγχρονο/ποικίλα μουσικά είδη (ΑΝΤ. διαχωρίζω, ξεχωρίζω). Λαοί/πληθυσμοί που ~εύτηκαν (βλ. συγχωνεύω).|| Γιατί ~εις άσχετα θέματα στη συζήτηση; 3. διαταράσσω την τάξη, αναστατώνω, μπερδεύω: ~ τις σημειώσεις. Μην ~εις τα πράγματά μου (: μην τα κάνεις άνω-κάτω. ΑΝΤ. συγυρίζω, τακτοποιώ)! Το αεράκι ~ευε τα μαλλιά μας.|| (μτφ.) Τα 'χω ~έψει όλα μέσα μου/είναι όλα ανακατεμένα στο μυαλό μου και δεν βγάζω άκρη (πβ. συγχέω). Ήρθε να ~έψει/~ώσει την κατάσταση/τα πράγματα (: να προκαλέσει αναστάτωση). 4. εμπλέκω: Μη με ~εις, σε παρακαλώ! Εμένα τι με ~ετε στις προσωπικές σας υποθέσεις; Τον ~εψαν στο σκάνδαλο. 5. προκαλώ τάση για εμετό: Αυτό που έφαγα με ~εψε/μου ~εψε το στομάχι. ● Παθ.: ανακατεύομαι 1. (μτφ.) αναμειγνύομαι, μπλέκομαι: Τι θέλω και ~ σε ξένα χωράφια; Μην ~εσαι στη ζωή μου/στις δουλειές μου (= μην επεμβαίνεις, μη χώνεις τη μύτη σου)! Ουδέποτε ~εύτηκα με την πολιτική! Έχει ~ευτεί σε/με παράνομες δραστηριότητες.|| ~εύτηκε (= μπερδεύτηκε) με το πλήθος και χάθηκε. 2. έχω τάση για έμετο, νιώθω αναγούλα και κατ' επέκτ. αηδία, αποστροφή: ~ στο αεροπλάνο/αυτοκίνητο. Το πλοίο κουνούσε και ~εύτηκα. Άρχισα να ~ από το άγχος. ● ΦΡ.: ανακατεύω την τράπουλα/τα χαρτιά 1. αλλάζω τη σειρά των τραπουλόχαρτων: Κόβω, μοιράζω και ~ ~. 2. & ξαναμοιράζω την τράπουλα: (μτφ.) προκαλώ, επιφέρω αλλαγές, κάνω αναδιανομή ρόλων: Η ανάδυση νέων πολιτικών δυνάμεων ~εψε ~ της εξουσίας. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) Ο προπονητής ~εψε ~ (: άλλαξε τη θέση των παικτών ή το σύστημα παιχνιδιού)., όποιος ανακατεύεται/μπλέκει με τα πίτουρα, τον τρών(ε) οι κότες (παροιμ.): όποιος αναμειγνύεται σε ξένες ή επικίνδυνες υποθέσεις, βρίσκεται στο τέλος μπλεγμένος., μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα βλ. γυρίζω, μπερδεύομαι/μπλέκομαι/ανακατεύομαι/μπαίνω/είμαι (μέσα) στα πόδια κάποιου βλ. πόδι [< μεσν. ανακατώνω] | |
| 3067 | ανάκατος | , η, ο [ἀνάκατος] α-νά-κα-τος επίθ. (προφ.) 1. ανακατεμένος, ανάμεικτος: ~ο: πλήθος. Έβαλε όλα τα υλικά ~α στο μπολ. (μτφ.) Φόβος ~ με οργή.|| Νιώθω το στομάχι μου ~ο (: έχω τάση για εμετό). 2. ακατάστατος, ανάστατος, μπερδεμένος: ~ες: λέξεις. ~α: μαλλιά.|| (μτφ.) ~ες: σκέψεις. ~α: συναισθήματα. ● επίρρ.: ανάκατα: Πβ. τουρλού τουρλού, χύμα. [< μεσν. ανάκατος] | |
| 3068 | ανακατωσούρα | [ἀνακατωσούρα] α-να-κα-τω-σού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ακαταστασία ή αναστάτωση, σύγχυση: Μεγάλη ~ επικρατεί στο δωμάτιο.|| Προκλήθηκε ~. Μέσα στην ~ ξέχασα να ... Πβ. αλαλούμ, αναμπουμπούλα, αναταραχή, πανικός. 2. αναγούλα: Αισθάνομαι/νιώθω μια ~ στο στομάχι. Πβ. ναυτία. Βλ. -ούρα1 ΣΥΝ. ανακάτεμα (3) | |
| 58806 | ανακατωσούρης | ||
| 3069 | ανακατωσούρης | , α, ικο [ἀνακατωσούρης] α-να-κα-τω-σού-ρης επίθ. & ανακατωσούρας (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): ανακατώστρας. | |
| 3070 | ανακατώστρας, ανακατώστρα | [ἀνακατώστρας] α-να-κα-τώ-στρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): πρόσωπο που ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις, προκαλώντας συνήθ. αναστάτωση: κουτσομπόλα και ~α. ΣΥΝ. ανακατωσούρης | |
| 3071 | ανακατωτά | [ἀνακατωτά] α-να-κα-τω-τά επίρρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: απέξω κι ανακατωτά: πάρα πολύ καλά: Μαθαίνω κάτι ~ ~ (= από στήθους. Πβ. λέω/ξέρω κάτι νεράκι). Τον ξέρω πια ~ ~ (= απ' την καλή κι απ' την ανάποδη). | |
| 3072 | ανακεφαλαιοποίηση | [ἀνακεφαλαιοποίηση] α-να-κε-φα-λαι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. μεταβολή της κεφαλαιακής διάρθρωσης ενός οικονομικού οργανισμού, μιας επιχείρησης: ~ των τραπεζών. Καθεστώς/πρόγραμμα ~ης. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. recapitalization, 1920, γαλλ. ~, 1987] | |
| 3073 | ανακεφαλαιώνω | [ἀνακεφαλαιώνω] α-να-κε-φα-λαι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {ανακεφαλαίω-σα, -θηκε, -μένος} 1. αναφέρω συνοπτικά τα κύρια σημεία, συνήθ. στο τέλος ομιλίας, διδασκαλίας ή κειμένου: Στο τελευταίο κεφάλαιο ~ονται τα πορίσματα της έρευνας. ~οντας, τα αίτια του φαινομένου είναι τα ακόλουθα ... Πβ. συγκεφαλαιώνω, συνοψίζω. 2. ΟΙΚΟΝ. προσθέτω τόκους στο κεφάλαιο, κεφαλαιοποιώ. [< 1: μτγν. ἀνακεφαλαιῶ, αρχ. ἀνακεφαλαιοῦμαι 2: αγγλ. recapitalize, 1927, γαλλ. ecapitaliser, 1987] | |
| 3075 | ανακεφαλαιώνω | , ή, ό [ἀνακεφαλαιωτικός] α-να-κε-φα-λαι-ω-τι-κός επίθ.: που ανακεφαλαιώνει: ~ός: πίνακας (εργασιών). ~ή: έκθεση/κατάσταση. ~ές: ασκήσεις/εξετάσεις. ● επίρρ.: ανακεφαλαιωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~, θα έλεγα ότι ... ΣΥΝ. συμπερασματικά [< μτγν. ἀνακεφαλαιωτικός] | |
| 3074 | ανακεφαλαίωση | [ἀνακεφαλαίωση] α-να-κε-φα-λαί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακεφαλαιώνω: σύντομη ~. ~ της ενότητας. ~-συμπεράσματα. Ερωτήσεις ~ης. Στο τέλος της παρουσίασης ακολουθεί/γίνεται ~ των αποτελεσμάτων της έρευνας. Εμπέδωση της ύλης μέσα από συχνές ~ώσεις (πβ. επανάληψη). Πβ. συγκεφαλαίωση, σύνοψη. 2. ΟΙΚΟΝ. προσθήκη τόκων στο κεφάλαιο, κεφαλαιοποίηση. [< 1: μτγν. ἀνακεφαλαίωσις 2: αγγλ. recapitalization, 1927] | |
| 3076 | ανακήρυξη | [ἀνακήρυξη] α-να-κή-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακηρύσσω: ~ του ... σε πτυχιούχο/ως επίτιμου δημότη. Πβ. αναγόρευση.|| Συμβολική ~. ~ του αναδόχου (ενός έργου)/των αποτελέσματων/των βουλευτών (μετά από εκλογές) (= ανάδειξη)/των επιτυχόντων (μετά από εξετάσεις). ~ της αυτονομίας μιας περιοχής. Πβ. ανακοίνωση, (δια)κήρυξη. [< μτγν. ἀνακήρυξις, γαλλ. proclamation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ