| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3066 | ανακατεύω | [ἀνακατεύω] α-να-κα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {ανακάτ-εψα, -εύτηκα, -εμένος, ανακατεύ-οντας} & (λαϊκό) ανακατώνω 1. ανακινώ κάτι, το αναμειγνύω με κάτι άλλο, συνήθ. με περιστροφικές κινήσεις: ~ τα αβγά με το λεμόνι/το νερό με τη ζάχαρη/τα υλικά/το φαΐ. ~ απαλά/γρήγορα/καλά/προσεκτικά. (σε συνταγές:) ~ετε το μείγμα με ξύλινη κουτάλα/σε χαμηλή φωτιά/στο μίξερ/στο μπολ, μέχρι να πήξει. ~εψε τα χρώματα μεταξύ τους/στην παλέτα. Πβ. αναδεύω. 2. (μτφ.) συνδέω ετερόκλιτα στοιχεία μεταξύ τους: ~ει το παραδοσιακό με το σύγχρονο/ποικίλα μουσικά είδη (ΑΝΤ. διαχωρίζω, ξεχωρίζω). Λαοί/πληθυσμοί που ~εύτηκαν (βλ. συγχωνεύω).|| Γιατί ~εις άσχετα θέματα στη συζήτηση; 3. διαταράσσω την τάξη, αναστατώνω, μπερδεύω: ~ τις σημειώσεις. Μην ~εις τα πράγματά μου (: μην τα κάνεις άνω-κάτω. ΑΝΤ. συγυρίζω, τακτοποιώ)! Το αεράκι ~ευε τα μαλλιά μας.|| (μτφ.) Τα 'χω ~έψει όλα μέσα μου/είναι όλα ανακατεμένα στο μυαλό μου και δεν βγάζω άκρη (πβ. συγχέω). Ήρθε να ~έψει/~ώσει την κατάσταση/τα πράγματα (: να προκαλέσει αναστάτωση). 4. εμπλέκω: Μη με ~εις, σε παρακαλώ! Εμένα τι με ~ετε στις προσωπικές σας υποθέσεις; Τον ~εψαν στο σκάνδαλο. 5. προκαλώ τάση για εμετό: Αυτό που έφαγα με ~εψε/μου ~εψε το στομάχι. ● Παθ.: ανακατεύομαι 1. (μτφ.) αναμειγνύομαι, μπλέκομαι: Τι θέλω και ~ σε ξένα χωράφια; Μην ~εσαι στη ζωή μου/στις δουλειές μου (= μην επεμβαίνεις, μη χώνεις τη μύτη σου)! Ουδέποτε ~εύτηκα με την πολιτική! Έχει ~ευτεί σε/με παράνομες δραστηριότητες.|| ~εύτηκε (= μπερδεύτηκε) με το πλήθος και χάθηκε. 2. έχω τάση για έμετο, νιώθω αναγούλα και κατ' επέκτ. αηδία, αποστροφή: ~ στο αεροπλάνο/αυτοκίνητο. Το πλοίο κουνούσε και ~εύτηκα. Άρχισα να ~ από το άγχος. ● ΦΡ.: ανακατεύω την τράπουλα/τα χαρτιά 1. αλλάζω τη σειρά των τραπουλόχαρτων: Κόβω, μοιράζω και ~ ~. 2. & ξαναμοιράζω την τράπουλα: (μτφ.) προκαλώ, επιφέρω αλλαγές, κάνω αναδιανομή ρόλων: Η ανάδυση νέων πολιτικών δυνάμεων ~εψε ~ της εξουσίας. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) Ο προπονητής ~εψε ~ (: άλλαξε τη θέση των παικτών ή το σύστημα παιχνιδιού)., όποιος ανακατεύεται/μπλέκει με τα πίτουρα, τον τρών(ε) οι κότες (παροιμ.): όποιος αναμειγνύεται σε ξένες ή επικίνδυνες υποθέσεις, βρίσκεται στο τέλος μπλεγμένος., μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα βλ. γυρίζω, μπερδεύομαι/μπλέκομαι/ανακατεύομαι/μπαίνω/είμαι (μέσα) στα πόδια κάποιου βλ. πόδι [< μεσν. ανακατώνω] | |
| 3067 | ανάκατος | , η, ο [ἀνάκατος] α-νά-κα-τος επίθ. (προφ.) 1. ανακατεμένος, ανάμεικτος: ~ο: πλήθος. Έβαλε όλα τα υλικά ~α στο μπολ. (μτφ.) Φόβος ~ με οργή.|| Νιώθω το στομάχι μου ~ο (: έχω τάση για εμετό). 2. ακατάστατος, ανάστατος, μπερδεμένος: ~ες: λέξεις. ~α: μαλλιά.|| (μτφ.) ~ες: σκέψεις. ~α: συναισθήματα. ● επίρρ.: ανάκατα: Πβ. τουρλού τουρλού, χύμα. [< μεσν. ανάκατος] | |
| 3068 | ανακατωσούρα | [ἀνακατωσούρα] α-να-κα-τω-σού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ακαταστασία ή αναστάτωση, σύγχυση: Μεγάλη ~ επικρατεί στο δωμάτιο.|| Προκλήθηκε ~. Μέσα στην ~ ξέχασα να ... Πβ. αλαλούμ, αναμπουμπούλα, αναταραχή, πανικός. 2. αναγούλα: Αισθάνομαι/νιώθω μια ~ στο στομάχι. Πβ. ναυτία. Βλ. -ούρα1 ΣΥΝ. ανακάτεμα (3) | |
| 58806 | ανακατωσούρης | ||
| 3069 | ανακατωσούρης | , α, ικο [ἀνακατωσούρης] α-να-κα-τω-σού-ρης επίθ. & ανακατωσούρας (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): ανακατώστρας. | |
| 3070 | ανακατώστρας, ανακατώστρα | [ἀνακατώστρας] α-να-κα-τώ-στρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): πρόσωπο που ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις, προκαλώντας συνήθ. αναστάτωση: κουτσομπόλα και ~α. ΣΥΝ. ανακατωσούρης | |
| 3071 | ανακατωτά | [ἀνακατωτά] α-να-κα-τω-τά επίρρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: απέξω κι ανακατωτά: πάρα πολύ καλά: Μαθαίνω κάτι ~ ~ (= από στήθους. Πβ. λέω/ξέρω κάτι νεράκι). Τον ξέρω πια ~ ~ (= απ' την καλή κι απ' την ανάποδη). | |
| 3072 | ανακεφαλαιοποίηση | [ἀνακεφαλαιοποίηση] α-να-κε-φα-λαι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. μεταβολή της κεφαλαιακής διάρθρωσης ενός οικονομικού οργανισμού, μιας επιχείρησης: ~ των τραπεζών. Καθεστώς/πρόγραμμα ~ης. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. recapitalization, 1920, γαλλ. ~, 1987] | |
| 3073 | ανακεφαλαιώνω | [ἀνακεφαλαιώνω] α-να-κε-φα-λαι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {ανακεφαλαίω-σα, -θηκε, -μένος} 1. αναφέρω συνοπτικά τα κύρια σημεία, συνήθ. στο τέλος ομιλίας, διδασκαλίας ή κειμένου: Στο τελευταίο κεφάλαιο ~ονται τα πορίσματα της έρευνας. ~οντας, τα αίτια του φαινομένου είναι τα ακόλουθα ... Πβ. συγκεφαλαιώνω, συνοψίζω. 2. ΟΙΚΟΝ. προσθέτω τόκους στο κεφάλαιο, κεφαλαιοποιώ. [< 1: μτγν. ἀνακεφαλαιῶ, αρχ. ἀνακεφαλαιοῦμαι 2: αγγλ. recapitalize, 1927, γαλλ. ecapitaliser, 1987] | |
| 3074 | ανακεφαλαίωση | [ἀνακεφαλαίωση] α-να-κε-φα-λαί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακεφαλαιώνω: σύντομη ~. ~ της ενότητας. ~-συμπεράσματα. Ερωτήσεις ~ης. Στο τέλος της παρουσίασης ακολουθεί/γίνεται ~ των αποτελεσμάτων της έρευνας. Εμπέδωση της ύλης μέσα από συχνές ~ώσεις (πβ. επανάληψη). Πβ. συγκεφαλαίωση, σύνοψη. 2. ΟΙΚΟΝ. προσθήκη τόκων στο κεφάλαιο, κεφαλαιοποίηση. [< 1: μτγν. ἀνακεφαλαίωσις 2: αγγλ. recapitalization, 1927] | |
| 3075 | ανακεφαλαιωτικός | , ή, ό [ἀνακεφαλαιωτικός] α-να-κε-φα-λαι-ω-τι-κός επίθ.: που ανακεφαλαιώνει: ~ός: πίνακας (εργασιών). ~ή: έκθεση/κατάσταση. ~ές: ασκήσεις/εξετάσεις. ● επίρρ.: ανακεφαλαιωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~, θα έλεγα ότι ... ΣΥΝ. συμπερασματικά [< μτγν. ἀνακεφαλαιωτικός] | |
| 3076 | ανακήρυξη | [ἀνακήρυξη] α-να-κή-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακηρύσσω: ~ του ... σε πτυχιούχο/ως επίτιμου δημότη. Πβ. αναγόρευση.|| Συμβολική ~. ~ του αναδόχου (ενός έργου)/των αποτελέσματων/των βουλευτών (μετά από εκλογές) (= ανάδειξη)/των επιτυχόντων (μετά από εξετάσεις). ~ της αυτονομίας μιας περιοχής. Πβ. ανακοίνωση, (δια)κήρυξη. [< μτγν. ἀνακήρυξις, γαλλ. proclamation] | |
| 3077 | ανακηρύσσω | [ἀνακηρύσσω] α-να-κη-ρύσ-σω ρ. (μτβ.) {ανακήρυ-ξε, -χθηκε (κ. -χτηκε), -γμένος, ανακηρύσσ-οντας} (επίσ.) 1. απονέμω σε κάποιον τίτλο, αξίωμα ή ιδιότητα: ~χθηκε αυτοκράτορας (= στέφθηκε)/ο καλύτερος παίκτης της χρονιάς. Θα ~χθεί επίτιμος διδάκτορας. Η Εκκλησία τον ~ξε Άγιο. Το μνημείο ~χθηκε διατηρητέο. ~γμένος παραδοσιακός οικισμός. Πβ. αναγορεύω. 2. γνωστοποιώ επίσημα, δημοσιοποιώ κάποια απόφαση: ~ξαν την ανεξαρτησία της χώρας/τον νικητή του αγώνα/τα τακτικά μέλη της επιτροπής. Πβ. ανακοινώνω, (δια)κηρύσσω. [< αρχ. ἀνακηρύσσω, γαλλ. proclamer] | |
| 3078 | ανακίνηση | [ἀνακίνηση] α-να-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αναμόχλευση: ~ ενός αιτήματος/προβλήματος/σκανδάλου. 2. (κυρ. για υγρό μείγμα) κούνημα για ανάμειξη των συστατικών: ~ διαλύματος/δοχείου. Πβ. ανάδευση, ανακάτεμα. [< αρχ. ἀνακίνησις ‘προπόνηση, έξαψη’] | |
| 3079 | ανακινώ | [ἀνακινῶ] α-να-κι-νώ ρ. (μτβ.) {ανακιν-είς ... | ανακίν-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) επαναφέρω ένα θέμα στην επιφάνεια, στο προσκήνιο· αναμοχλεύω, ανασκαλεύω: ~ μια διαδικασία/το ενδιαφέρον/το παρελθόν. Ζήτημα που ~είται κατά καιρούς. Η υπόθεση ~ήθηκε αιφνιδιαστικά. Πβ. αναζωπυρώνω, αναθερμαίνω. 2. κουνώ κυρ. υγρό μείγμα (για ανάμειξη των συστατικών του): (οδηγία σε συσκευασία γάλακτος, σπρέι, φαρμάκου, χυμού:) ~ήστε καλά το μπουκάλι/το περιεχόμενο πριν από κάθε χρήση. Πβ. ανα-δεύω, -κατεύω, -ταράζω. [< αρχ. ἀνακινῶ] | |
| 3080 | ανακλά | [ἀνακλᾷ] α-να-κλά ρ. (μτβ.), ανακλάται (αμτβ.) (λόγ.): αντανακλά. [< αρχ. ἀνακλῶ, γαλλ. réfléchir ] | |
| 3081 | ανάκλαση | [ἀνάκλαση] α-νά-κλα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. φαινόμενο κατά το οποίο το φως, ο ήχος ή η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία προσπίπτει σε επιφάνεια και αλλάζει διεύθυνση διάδοσης ανάλογα με το είδος της επιφάνειας: διάχυτη (πβ. διάχυση)/ολική/σεισμική ~. ~, διάθλαση, περίθλαση. Συντελεστής ~ης. Πβ. αντανάκλαση. Βλ. ηχώ, κάτοπτρο, σκέδαση.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Νεφέλωμα ~ης. [< αρχ. ἀνάκλασις, γαλλ. réflexion] | |
| 3082 | ανακλαστήρας | [ἀνακλαστήρας] α-να-κλα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. επιφάνεια (κάτοπτρο ή πρίσμα) σχεδιασμένη, ώστε να αντανακλά προς ορισμένη διεύθυνση κάθε ακτινοβολία (φωτεινές ή θερμικές ακτίνες, ηχητικά ή ηλεκτρομαγνητικά κύματα): οπτικός ~. ~ ραντάρ. Βλ. μάτια γάτας, -τήρας. [< γαλλ. réflecteur] | |
| 3083 | ανακλαστικός | , ή, ό [ἀνακλαστικός] α-να-κλα-στι-κός επίθ. ΣΥΝ. αντανακλαστικός 1. ΦΥΣ. που σχετίζεται με την ανάκλαση: ~ός: καθρέφτης/προβολέας. ~ή: επιφάνεια (= κάτοπτρο)/ιδιότητα. ~ό: γιλέκο/υλικό/χρώμα. Πβ. φωσφοριζέ. 2. ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με τα αντανακλαστικά· που γίνεται ακούσια, ασυνείδητα: ~ή: αντίδραση/κίνηση. ● Ουσ.: ανακλαστικά (τα) 1. αντανακλαστικά: Ελέγξτε τα ~ σας! || (μτφ.) Δεν λειτούργησαν τα ~ της κοινωνίας. 2. προϊόντα που ανακλούν το φως για σήμανση στο σκοτάδι: ~ για τις ρόδες του ποδηλάτου. [< γαλλ. réflexes] ● επίρρ.: ανακλαστικά: ΣΥΝ. ακούσια ● ΣΥΜΠΛ.: ανακλαστική σχέση: ΜΑΘ. όταν κάθε στοιχείο ενός συνόλου σχετίζεται με τον εαυτό του. Βλ. σχέση ισοδυναμίας. [< 1: γαλλ. réflectif 2: γαλλ. réflexe] | |
| 3084 | ανακλαστικότητα | [ἀνακλαστικότητα] α-να-κλα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα του ανακλαστικού· ο λόγος του ποσού της ακτινοβολίας που ανακλάται από μια επιφάνεια προς το συνολικό ποσό της ακτινοβολίας που προσπίπτει σε αυτή: ~ (ημι)διαφανούς υλικού/οθόνης/ραντάρ. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αντανακλαστικότητα [< γαλλ. réflectivité, 1907] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ