| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39576 | πενταώροφος | , η, ο βλ. πεντα-, -ώροφος | |
| 39577 | πέντε | πέ-ντε αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 5 ή το σύνολο πέντε μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν δύο. Τρία και δύο ίσον/κάνουν ~. ~ τοις εκατό (5%). Αναλογία ένα προς ~.|| (ως επίθ.) ~ κεφάλαια (του βιβλίου)/μέρες/μήνες/χρόνια. ~ εκατομμύρια/χιλιάδες ευρώ/κάτοικοι. Ανά/κάθε ~ ώρες ... 2. πέμπτος: στη σελίδα ~. Στις ~ του μηνός (= την πέμπτη μέρα). -Τι ώρα είναι; -~ ακριβώς. ● Ουσ.: πέντε (το) 1. ο ακέραιος αριθμός 5, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: Μέτρησα μέχρι το ~. Βάζω τον διακόπτη στο ~.|| (ως βαθμός:) Μου έβαλε/πήρα ~.|| Μένει στο ~ (: δωμάτιο ξενοδοχείου).|| (στην τράπουλα) Το ~ κούπα/μπαστούνι. 2. το 2005 ή το 1905: τον Αύγουστο του ~. 3. (+ στα/τα) η ηλικία των πέντε περίπου ετών: Έκλεισε/πάτησε τα ~. Είναι γύρω/κοντά στα ~. ● ΦΡ.: (στο) παρά πέντε & (στο) παραπέντε: την τελευταία στιγμή: Πρόλαβαν ~ ~. ΣΥΝ. στο νήμα, στο παρακάτι, στο τσακ/στο τσαφ, πάρε πέντε (να μη σ' τα χρωστάω): όταν κάποιος μουντζώνει άλλον., πέντε επί πέντε & ποδόσφαιρο πέντε επί πέντε: ΑΘΛ. που παίζεται σε γήπεδο μικρότερων διαστάσεων από το κανονικό, ενώ κάθε ομάδα αποτελείται από πέντε παίκτες., αφήνω/παρατώ κάποιον στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος, κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει βλ. κάλλιο, σκορπώ/σκορπίζω κάτι/κάποιον στους τέσσερις/πέντε ανέμους/στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα βλ. άνεμος [< αρχ. πέντε] | |
| 39578 | πεντελικός | , ή, ό πε-ντε-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το βουνό Πεντέλη: ~ό: μάρμαρο. [< μτγν. Πεντελικός] | |
| 39579 | πεντέξι | πε-ντέ-ξι αριθμητ. επίθ. απόλ. & πέντ' έξι (προφ.): περίπου πέντε ή έξι: Γυρίζει σε ~ εβδομάδες. Πάνε ~ χρόνια. Θα είναι και ~ φίλοι μου στη γιορτή. ● ΦΡ.: τώρα που βρήκαμε παπά, ας/να θάψουμε πεντέξι βλ. παπάς [< μεσν. πεντέξι] | |
| 39580 | πεντήκονθ- | βλ. πεντηκοντα- | |
| 39581 | πεντήκοντα | πε-ντή-κο-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} (αρχαιοπρ.): πενήντα. [< αρχ. πεντήκοντα] | |
| 39582 | πεντηκοντα- | & πεντηκοντά- & πεντηκοντ- & πεντηκονθ- (λόγ.): πρόθημα λέξεων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο αποτελείται από πενήντα μέρη ή είναι πενήντα φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: πεντηκοντα-ετής (βλ. εκατοντα-).|| Πεντηκοντα-πλάσιος. Πβ. πενηντα-. | |
| 39584 | πεντηκονταετής | , ής, ές: βλ. -ετής, πεντηκοντα- | |
| 39585 | πεντηκονταετία | βλ. -ετία, πεντηκοντα- | |
| 39586 | πεντηκοντάκις | βλ. -άκις, πενηντα- | |
| 39587 | πεντηκονταπλάσιος | , α, ο βλ. πεντηκοντα-, -πλάσιος | |
| 39588 | πεντηκοστάριο | πε-ντη-κο-στά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {πεντηκοσταρίου} (συνήθ. με κεφαλ. Π): ΕΚΚΛΗΣ. λειτουργικό βιβλίο της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις ακολουθίες των κινητών εορτών από το Πάσχα μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων. [< μεσν. πεντηκοστάριον] | |
| 39589 | Πεντηκοστή | Πε-ντη-κο-στή ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας που γιορτάζεται την έβδομη Κυριακή μετά την Ανάσταση του Ιησού Χριστού, σε ανάμνηση της επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους· κατ' επέκτ. όλη η εβδομάδα που ακολουθεί. Βλ. Μεσο~. [< μτγν. Πεντηκοστή, γαλλ. Pentecôte, αγγλ. Pentecost] | |
| 39590 | πεντηκοστιανός | , ή, ό πε-ντη-κο-στια-νός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που αναφέρεται σε προτεσταντικό κίνημα το οποίο εμφανίστηκε στις ΗΠΑ και πρεσβεύει ότι και σήμερα επαναλαμβάνεται το θαύμα της επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος, όπως συνέβη την Πεντηκοστή. Βλ. -ιανός. ● Ουσ.: Πεντηκοστιανοί (οι): τα μέλη του αντίστοιχου κινήματος. [< αγγλ. pentecostal, 1904, Pentecostalist, 1925, γαλλ. pentecôtiste] | |
| 39591 | πεντηκοστός | , ή, ό πε-ντη-κο-στός αριθμητ. τακτ.: που σε μια σειρά (τυχαία, αλφαβητική, χρονολογική) κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό 50: ~ή: επέτειος (= χρυσή). Συμπλήρωσε το ~ό έτος της ηλικίας του. ~ή: επέτειος (= χρυσή). Βλ. -οστός. ● Ουσ.: πεντηκοστό (το): καθένα από τα πενήντα ίσα μέρη ενός συνόλου: ένα ~ του δευτερολέπτου. [< αρχ. πεντηκοστός] | |
| 39592 | πεντιγκρί | πε-ντι-γκρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: έγγραφο που πιστοποιεί το γενεαλογικό δέντρο ενός καθαρόαιμου ζώου: σκύλος με/χωρίς ~. [< γαλλ.-αγγλ. pedigree] | |
| 39593 | πεντικιούρ | πε-ντι-κιούρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αισθητική περιποίηση των ποδιών (από τον αστράγαλο και κάτω), κυρ. των νυχιών, συνήθ. από επαγγελματία: γαλλικό ~. Κάνω ~. Βλ. μανικιούρ. [< γαλλ. pédicure] | |
| 50386 | πεντικιουρίστα | τε-χνί-της ουσ. (αρσ.) {τεχνιτών | σπάν. θηλ. τεχνίτρια} 1. επαγγελματίας που ασκεί μια πρακτική τέχνη, χειρωνακτική εργασία ή/και έχει τεχνική εξειδίκευση: ~-επιπλοποιός/ξυλουργός. ~ κεραμικής/πέτρας. Βοηθός ~η.|| Ειδικευμένος ~. ~ βαφής (αμαξωμάτων)/εγκαταστάσεων κλιματισμού/τηλεπικοινωνιών/ψυκτικών μηχανημάτων (= ψυκτικός). ~-ηλεκτρολόγος/ηλεκτρονικός/συντηρητής/υδραυλικός. Πβ. μάστορας, τεχνικός. Βλ. αρχι~.|| ~τρια και σχεδιάστρια κοσμημάτων. ~τρια νυχιών (βλ. μανικιουρίστα, πεντικιουρίστα). 2. (μτφ.) πολύ επιδέξιο, ικανό άτομο: άριστος/μεγάλος ~ του λόγου/του στίχου (: για ποιητή)/του χρωστήρα (: για ζωγράφο). [< 1: αρχ. τεχνίτης, μεσν. τεχνίτρια] | |
| 39594 | πεντικιουρίστας, πεντικιουρίστα | πε-ντι-κιου-ρί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & πεντικιουρίστ: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το πεντικιούρ. Βλ. μανικιουρίστας. | |
| 39595 | πέντιουμ | πέ-ντι-ουμ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. οικογένεια μικροεπεξεργαστών ηλεκτρονικού υπολογιστή. [< αγγλ. pentium, 1993] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ