| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 39591 | πεντηκοστός | , ή, ό πε-ντη-κο-στός αριθμητ. τακτ.: που σε μια σειρά (τυχαία, αλφαβητική, χρονολογική) κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό 50: ~ή: επέτειος (= χρυσή). Συμπλήρωσε το ~ό έτος της ηλικίας του. ~ή: επέτειος (= χρυσή). Βλ. -οστός. ● Ουσ.: πεντηκοστό (το): καθένα από τα πενήντα ίσα μέρη ενός συνόλου: ένα ~ του δευτερολέπτου. [< αρχ. πεντηκοστός] | |
| 39592 | πεντιγκρί | πε-ντι-γκρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: έγγραφο που πιστοποιεί το γενεαλογικό δέντρο ενός καθαρόαιμου ζώου: σκύλος με/χωρίς ~. [< γαλλ.-αγγλ. pedigree] | |
| 39593 | πεντικιούρ | πε-ντι-κιούρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αισθητική περιποίηση των ποδιών (από τον αστράγαλο και κάτω), κυρ. των νυχιών, συνήθ. από επαγγελματία: γαλλικό ~. Κάνω ~. Βλ. μανικιούρ. [< γαλλ. pédicure] | |
| 50386 | πεντικιουρίστα | τε-χνί-της ουσ. (αρσ.) {τεχνιτών | σπάν. θηλ. τεχνίτρια} 1. επαγγελματίας που ασκεί μια πρακτική τέχνη, χειρωνακτική εργασία ή/και έχει τεχνική εξειδίκευση: ~-επιπλοποιός/ξυλουργός. ~ κεραμικής/πέτρας. Βοηθός ~η.|| Ειδικευμένος ~. ~ βαφής (αμαξωμάτων)/εγκαταστάσεων κλιματισμού/τηλεπικοινωνιών/ψυκτικών μηχανημάτων (= ψυκτικός). ~-ηλεκτρολόγος/ηλεκτρονικός/συντηρητής/υδραυλικός. Πβ. μάστορας, τεχνικός. Βλ. αρχι~.|| ~τρια και σχεδιάστρια κοσμημάτων. ~τρια νυχιών (βλ. μανικιουρίστα, πεντικιουρίστα). 2. (μτφ.) πολύ επιδέξιο, ικανό άτομο: άριστος/μεγάλος ~ του λόγου/του στίχου (: για ποιητή)/του χρωστήρα (: για ζωγράφο). [< 1: αρχ. τεχνίτης, μεσν. τεχνίτρια] | |
| 39594 | πεντικιουρίστας, πεντικιουρίστα | πε-ντι-κιου-ρί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & πεντικιουρίστ: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το πεντικιούρ. Βλ. μανικιουρίστας. | |
| 39595 | πέντιουμ | πέ-ντι-ουμ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. οικογένεια μικροεπεξεργαστών ηλεκτρονικού υπολογιστή. [< αγγλ. pentium, 1993] | |
| 39596 | πεντό- | βλ. πεντα- | |
| 39597 | πεντόβολα | πε-ντό-βο-λα ουσ. (ουδ.) (τα): παραδοσιακό παιδικό παιχνίδι δεξιοτεχνίας που παίζεται με πέντε βόλους ή πετραδάκια· (συνεκδ., στον εν.) κάθε βόλος ή πετραδάκι του παιχνιδιού. | |
| 39598 | πεντοζάλης & πεντοζάλι | πε-ντο-ζά-λης ουσ. (αρσ. + ουδ.): κρητικός κυκλικός χορός με έντονα και γρήγορα βήματα, τρία μπροστά και δύο πίσω. | |
| 39599 | πεντόζη | πε-ντό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μονοσακχαρίτης (σύμβ. C5H10O5) που έχει πέντε άτομα άνθρακα στο κάθε μόριο: ~ του DNA/RΝΑ. [< γερμ. Pentose, γαλλ.-αγγλ. pentose] | |
| 39600 | πεντόκιλος | , η, ο βλ. πεντάκιλος | |
| 39601 | πεντοχίλιαρο | πε-ντο-χί-λια-ρο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-προφ.): χαρτονόμισμα αξίας πέντε χιλιάδων δραχμών. Βλ. δεκαχίλιαρο, χιλιάρικο. | |
| 39602 | πεολειξία | πε-ο-λει-ξί-α ουσ. (θηλ.) & πεολειχία: διέγερση του πέους με το στόμα, κυρ. με τα χείλη και τη γλώσσα. Βλ. αιδοιολειξία, στοματικός έρωτας. ΣΥΝ. πίπα (5), τσιμπούκι (2) | |
| 39603 | πέος | πέ-ος ουσ. (ουδ.) {πέ-ους}: ΑΝΑΤ. όργανο που αποτελεί μέρος των εξωτερικών γεννητικών οργάνων του άνδρα και αρσενικών ζώων και χρησιμοποιείται για την ούρηση και τη συνουσία: ~ σε στύση. Βάλανος/κεφαλή/πετσάκι/χαλινός του ~ους. Διέγερση/διείσδυση/επιμήκυνση/ερεθισμός/μεγέθυνση του ~ους. Μέγεθος/μήκος ~ους. Πβ. καυλί, μαλαπέρδα, μόριο, πουλί, πούτσος, πράμα, τέτοιο, τσουτσούνι, φαλλός, ψωλή. ● ΣΥΜΠΛ.: φθόνος του πέους: ΨΥΧΑΝ. (στη φροϋδική θεωρία) ο φθόνος που θεωρείται ότι αισθάνεται το κορίτσι για το πέος του αγοριού, ο οποίος αποτελεί αιτία ψυχικής σύγκρουσης και ανάπτυξης αισθημάτων κατωτερότητας. [< γερμ. Penisneid, αγγλ. penis envy, 1924] [< αρχ. πέος] | |
| 39604 | ΠΕΠ | (το) 1. Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα. 2. Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα. | |
| 39605 | πεπαιδευμένος | , η, ο πε-παι-δευ-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): μορφωμένος. ● βλ. παιδεύω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. παιδεύω] | |
| 39606 | πεπαλαιωμένος | , η, ο πε-πα-λαι-ω-μέ-νος επίθ. (λόγ.): παλιός ή/και ξεπερασμένος: ~ος: εξοπλισμός. ~ες: αντιλήψεις. Πβ. οπισθοδρομικός. ΣΥΝ. απαρχαιωμένος [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. παλαιῶ] | |
| 39607 | πεπατημένη | πε-πα-τη-μέ-νη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πεπατημένα (τα) (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): γνωστός, καθιερωμένος, συνηθισμένος και συχνά τετριμμένος τρόπος: Ακολουθώ/αποφεύγω την ~. Ξεφεύγω/παρεκκλίνω από την ~. Βαδίζω/κινούμαι στην ~. [< μτχ. παθ. παρακ. του μτγν. ρ. πατῶ] | |
| 39608 | πεπειραμένος | , η, ο πε-πει-ρα-μέ-νος επίθ. (λόγ.): έμπειρος. ΑΝΤ. άπειρος2 [< μτχ. παρακ. του ρ. πειρῶμαι] | |
| 39609 | πεπεισμένος | , η, ο πε-πει-σμέ-νος επίθ. (λόγ.) & (προφ.) πεισμένος: που έχει πειστεί για κάτι: Είναι απόλυτα/βαθύτατα ~ για την ορθότητα της επιλογής του (πβ. βέβαιος, σίγουρος). ● βλ. πείθω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. πείθω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ