Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [40180-40200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
39591πεντηκοστός, ή, ό πε-ντη-κο-στός αριθμητ. τακτ.: που σε μια σειρά (τυχαία, αλφαβητική, χρονολογική) κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό 50: ~ή: επέτειος (= χρυσή). Συμπλήρωσε το ~ό έτος της ηλικίας του. ~ή: επέτειος (= χρυσή). Βλ. -οστός. ● Ουσ.: πεντηκοστό (το): καθένα από τα πενήντα ίσα μέρη ενός συνόλου: ένα ~ του δευτερολέπτου. [< αρχ. πεντηκοστός]
39592πεντιγκρίπε-ντι-γκρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: έγγραφο που πιστοποιεί το γενεαλογικό δέντρο ενός καθαρόαιμου ζώου: σκύλος με/χωρίς ~. [< γαλλ.-αγγλ. pedigree]
39593πεντικιούρπε-ντι-κιούρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αισθητική περιποίηση των ποδιών (από τον αστράγαλο και κάτω), κυρ. των νυχιών, συνήθ. από επαγγελματία: γαλλικό ~. Κάνω ~. Βλ. μανικιούρ. [< γαλλ. pédicure]
50386πεντικιουρίστα

τε-χνί-της ουσ. (αρσ.) {τεχνιτών | σπάν. θηλ. τεχνίτρια} 1. επαγγελματίας που ασκεί μια πρακτική τέχνη, χειρωνακτική εργασία ή/και έχει τεχνική εξειδίκευση: ~-επιπλοποιός/ξυλουργός. ~ κεραμικής/πέτρας. Βοηθός ~η.|| Ειδικευμένος ~. ~ βαφής (αμαξωμάτων)/εγκαταστάσεων κλιματισμού/τηλεπικοινωνιών/ψυκτικών μηχανημάτων (= ψυκτικός). ~-ηλεκτρολόγος/ηλεκτρονικός/συντηρητής/υδραυλικός. Πβ. μάστορας, τεχνικός. Βλ. αρχι~.|| ~τρια και σχεδιάστρια κοσμημάτων. ~τρια νυχιών (βλ. μανικιουρίστα, πεντικιουρίστα). 2. (μτφ.) πολύ επιδέξιο, ικανό άτομο: άριστος/μεγάλος ~ του λόγου/του στίχου (: για ποιητή)/του χρωστήρα (: για ζωγράφο). [< 1: αρχ. τεχνίτης, μεσν. τεχνίτρια]

39594πεντικιουρίστας, πεντικιουρίσταπε-ντι-κιου-ρί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & πεντικιουρίστ: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το πεντικιούρ. Βλ. μανικιουρίστας.
39595πέντιουμπέ-ντι-ουμ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. οικογένεια μικροεπεξεργαστών ηλεκτρονικού υπολογιστή. [< αγγλ. pentium, 1993]
39596πεντό-βλ. πεντα-
39597πεντόβολαπε-ντό-βο-λα ουσ. (ουδ.) (τα): παραδοσιακό παιδικό παιχνίδι δεξιοτεχνίας που παίζεται με πέντε βόλους ή πετραδάκια· (συνεκδ., στον εν.) κάθε βόλος ή πετραδάκι του παιχνιδιού.
39598πεντοζάλης & πεντοζάλιπε-ντο-ζά-λης ουσ. (αρσ. + ουδ.): κρητικός κυκλικός χορός με έντονα και γρήγορα βήματα, τρία μπροστά και δύο πίσω.
39599πεντόζηπε-ντό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μονοσακχαρίτης (σύμβ. C5H10O5) που έχει πέντε άτομα άνθρακα στο κάθε μόριο: ~ του DNA/RΝΑ. [< γερμ. Pentose, γαλλ.-αγγλ. pentose]
39600πεντόκιλος, η, ο βλ. πεντάκιλος
39601πεντοχίλιαροπε-ντο-χί-λια-ρο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-προφ.): χαρτονόμισμα αξίας πέντε χιλιάδων δραχμών. Βλ. δεκαχίλιαρο, χιλιάρικο.
39602πεολειξίαπε-ο-λει-ξί-α ουσ. (θηλ.) & πεολειχία: διέγερση του πέους με το στόμα, κυρ. με τα χείλη και τη γλώσσα. Βλ. αιδοιολειξία, στοματικός έρωτας. ΣΥΝ. πίπα (5), τσιμπούκι (2)
39603πέοςπέ-ος ουσ. (ουδ.) {πέ-ους}: ΑΝΑΤ. όργανο που αποτελεί μέρος των εξωτερικών γεννητικών οργάνων του άνδρα και αρσενικών ζώων και χρησιμοποιείται για την ούρηση και τη συνουσία: ~ σε στύση. Βάλανος/κεφαλή/πετσάκι/χαλινός του ~ους. Διέγερση/διείσδυση/επιμήκυνση/ερεθισμός/μεγέθυνση του ~ους. Μέγεθος/μήκος ~ους. Πβ. καυλί, μαλαπέρδα, μόριο, πουλί, πούτσος, πράμα, τέτοιο, τσουτσούνι, φαλλός, ψωλή. ● ΣΥΜΠΛ.: φθόνος του πέους: ΨΥΧΑΝ. (στη φροϋδική θεωρία) ο φθόνος που θεωρείται ότι αισθάνεται το κορίτσι για το πέος του αγοριού, ο οποίος αποτελεί αιτία ψυχικής σύγκρουσης και ανάπτυξης αισθημάτων κατωτερότητας. [< γερμ. Penisneid, αγγλ. penis envy, 1924] [< αρχ. πέος]
39604ΠΕΠ(το) 1. Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα. 2. Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα.
39605πεπαιδευμένος, η, ο πε-παι-δευ-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): μορφωμένος. ● βλ. παιδεύω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. παιδεύω]
39606πεπαλαιωμένος, η, ο πε-πα-λαι-ω-μέ-νος επίθ. (λόγ.): παλιός ή/και ξεπερασμένος: ~ος: εξοπλισμός. ~ες: αντιλήψεις. Πβ. οπισθοδρομικός. ΣΥΝ. απαρχαιωμένος [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. παλαιῶ]
39607πεπατημένηπε-πα-τη-μέ-νη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πεπατημένα (τα) (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): γνωστός, καθιερωμένος, συνηθισμένος και συχνά τετριμμένος τρόπος: Ακολουθώ/αποφεύγω την ~. Ξεφεύγω/παρεκκλίνω από την ~. Βαδίζω/κινούμαι στην ~. [< μτχ. παθ. παρακ. του μτγν. ρ. πατῶ]
39608πεπειραμένος, η, ο πε-πει-ρα-μέ-νος επίθ. (λόγ.): έμπειρος. ΑΝΤ. άπειρος2 [< μτχ. παρακ. του ρ. πειρῶμαι]
39609πεπεισμένος, η, ο πε-πει-σμέ-νος επίθ. (λόγ.) & (προφ.) πεισμένος: που έχει πειστεί για κάτι: Είναι απόλυτα/βαθύτατα ~ για την ορθότητα της επιλογής του (πβ. βέβαιος, σίγουρος). ● βλ. πείθω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. πείθω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.